Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1995 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Απάτη πλημμεληματική. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αβάσιμος στην ουσία. Απορρίπτεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ, διότι δεχθείσα η προσβαλλομένη ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων επέστρεψε στον μηνυτή το ποσόν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του ως άνω άρθρου.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1995/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 457/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 848/09.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 11 Π.Κ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, σαν παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 393 παρ. 2 Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 382 παρ. 1 και 2 στοιχ. γ', 386 κ.τ.λ., εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας και δηλώσουν τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση του αξιοποίνου της πράξεως ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 457/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τον Οκτώβριο του έτους 2003 στο ..., με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα ... και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι άτομο ικανό και δυνατό, λόγω των γνωριμιών του με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, να του εξασφαλίσει την ένταξη σε επιδοτούμενο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εκτροφή άγριων ζώων που θα απέφερε κέρδη ύψους 150.000 ευρώ. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τον εγκαλούντα να του καταβάλει 1450 ευρώ, προκειμένου να διεκπεραιωθεί η επιδότηση. Πλην όμως ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε την επιδότηση, μη ενταχθείς στο εν λόγω πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ως άνω ποσό, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της απάτης που του αποδίδεται, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 πρ2 δ του ΠΚ, το οποίο συντρέχει στο πρόσωπο του, καθόσον αποδείχθηκε ότι μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια, αποδώσας μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στον εγκαλούντα το ποσό της ζημίας (ήτοι 1450 ευρώ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Δεχόμενο ειδικότερα το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος απέδωσε το ποσό της ζημίας στον εγκαλούντα μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ορθώς δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, την διάταξη του άρθρου 393 παρ.2 ΠΚ, αφού η (πλήρης) ικανοποίηση του παθόντος δεν έλαβε χώρα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος δεν υπέβαλαν ευθέως αίτημα στο δικαστήριο για την εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης. Το δικαστήριο, επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την μη αυτεπάγγελτη εφαρμογή της.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 5Β3 παρ. 1 του ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 457/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή