Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 669 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αρχαία.




Περίληψη:
Παράνομη επέμβαση σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Πολιτισμού. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Καταδικαστική απόφαση. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης {με χρόνο παράβασης πριν την 28 - 6 - 2005 (άρθρο 73 § 13 του Ν. 3028/2002)}. Απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη εγγράφων: α) που δεν προκύπτει η ταυτότητά τους και β) δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο. Πότε δεν υπάρχει τέτοια ακυρότητα. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Απόρριψη αυτής ως αβασίμου και της αίτησης αναιρέσεως στο σύνολό της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 669/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρεγιάννο, περί αναιρέσεως της ΑΤ7667/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 513/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 7-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΑΤ ... αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που έχει καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο στις 10-3-2009, όπως προκύπτει από την από 17-3-2009 σχετική βεβαίωση του Προϊσταμένου της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής : "Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτος και δικαίωμα του καθενός. Για τ διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας... 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος....". Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών ου περιέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους την εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων στο διηνεκές. Επομένως, κάθε επέμβαση επί και πλησίον αρχαίου πρέπει κατ' αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών και του είδους των προστατευμένων ευρημάτων και επί τη βάσει των δεδομένων της αρχαιολογικής επιστήμης, απαγορευμένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του αρχαίου. Εξάλλου, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, με τις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις επεμβάσεως σε ακίνητο μνημείο και στο περιβάλλον του. Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του νόμου αυτού και επί τον τίτλο "Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και το περιβάλλον της" ορίζονται τα ακόλουθα : "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του .... 3. Η... οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια απ' τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτή, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου....". Η ρύθμιση που εισάγεται με τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρεται σε επεμβάσεις τόσο από όσο και πλησίον ακινήτου μνημείου. Ως επεμβάσεις επί ακινήτου μνημείου, απολύτως απαγορευμένες απ' το νόμο, νοούνται αυτές, οι οποίες είναι δυνατόν να επιφέρουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του, σε κάθε δε περίπτωση για την πραγματοποίηση επεμβάσεων σε μνημείο που δεν επιφέρουν τις ανωτέρω συνέπειες και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στην πιο πάνω απαγόρευση, απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του αρχαιολογικού συμβουλίου. Περαιτέρω, στο άρθρ 12 του ίδιου ως άνω νόμου με τον τίτλο "Οριοθέτηση αρχαιολογικών χώρων" ορίζονται τα ακόλουθα : Παρ. 1 "Οι αρχαιολογικοί χώροι κηρύσσεται και οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".
Παρ. 2 "Εάν εντός των περιοχών που πρόκειται να καλύψουν υπό εκπόνηση Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) ή άλλα σχέδια χωρικών ρυθμίσεων δεν έχουν οριοθετηθεί αρχαιολογικοί χώροι, αυτοί οριοθετούνται προσωρινά, βάσει σχεδιαγράμματος κλίμακας τουλάχιστον 1:2000 που καταλογίζεται από την Υπηρεσία, με βάση επαρκή επιστημονικά στοιχεία και ιδίως εγκλήματα που πιθανολογούν την ύπαρξη μνημείων και το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Πολιτισμού με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως....".
Παρ. 3 "Εάν δεν έχει γίνει καθορισμός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, ο οποίος είναι αναγκαίος για την εφαρμογή των άρθρων 13, 14, 16 και 17, ο Υπουργός Πολιτισμού ζητεί από το αρμόδιο για την οριοθέτηση του οικισμού όργανο, συναποστέλλοντας και σχετικό διάγραμμα, να προβεί κατ' απόλυτη προτεραιότητα στην οριοθέτησή του κατά το μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των ανωτέρων άρθρων. Μέχρις ότου αυτό εκτελεσθεί με κοινή τους απόφαση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι Υπουργοί Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων που οριοθετούν προσωπικώς κατά το ανωτέρω μέτρο και ρυθμίζουν κάθε θέμα που αφορά την προστασία του μέρους του αρχαιολογικού χώρου που εμπίπτει στα προσωρινά του όρια, όπως η αναστολή οικοδομικών εργασιών και έκδοσης οικοδομικών αδειών ή οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες".
Παρ. 4 "Οι διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους...". Εξάλλου από το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού". Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του ίδιου νόμου "Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες, καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη δομή των επί μέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου". Τέλος, κατά το άρθρο 66 του ίδιου νόμου, πριν την συμπλήρωσή του με την παρ. 2 του άρθρου αυτού με το άρθρο 10 του ν. 3658/2008, με τον τίτλο "Παράνομη επέμβαση ή εκτέλεση του έργου", ορίζεται ότι όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια η καθ' υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο, ή σε ιστορικό τόπο, πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2-4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος διενεργεί πράξη ή δραστηριότητα σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία ή χώρους, όπως ορίζονται στα άρθρα 15 και 17, κατά παράβαση των όρων και περιορισμών που ισχύουν σε αυτές. Η ίδια ποινή επιβάλλεται σε όποιον χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ' υπέρβαση του δημιουργεί τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 42, 43 παρ. 1 και 46 παράγραφος 4". Τέλος, κατά το άρθρο 73 παρ. 13 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Κηρυγμένοι έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αρχαιολογικοί χώροι που δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 12, οριοθετούνται οριστικά εντός τριετίας από αυτήν, στο πλαίσιο προγράμματος που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου" ενώ στην παρ. 14 του ίδιου άρθρου και νόμου ορίζεται "Οπου στον παρόντα νόμο και γενικότερα στη νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προβλέπεται : α) ότι απαιτείται άδεια ή έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση εργασίας ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε άλλης πράξης, ή β) ότι απαγορεύεται ή επιβάλλεται η διενέργεια εργασιών ή οποιασδήποτε άλλης πράξης είτε εκ του νόμου είτε επειδή αυτό προβλέπεται σε πράξη της Υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού, ή γ) ότι επέρχονται συγκεκριμμένες έννομες συνέπειες λόγω της παραβίασης διατάξεως μπορούν να εκδίδονται προσωρινώς μεν σήματα, οριστικών δε πρωτόκολλα με τα οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων από τις οποίες απορρέουν οι έννομες συνέπειες που προβλέπονται από το νόμο.... ιδίως η διακοπή εργασιών.... Τα σήματα και τα πρωτόκολλα αυτά εκδίδονται από τον Υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να εξουσιοδοτεί σχετικά τον Γενικό Γραμματέα ή υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού...". Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3028/2002 σαφώς προκύπτει όποιος ενεργεί χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου γεωργικές ή οικοδομικές εργασίες σε αρχαιολογικό χώρο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών, τούτο δε συμβαίνει όταν ο παραβάτης προέβη στις εν λόγω εργασίες κατά το χρονικό διάστημα που δεν έχει γίνει η οριστική οριοθέτηση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος έπρεπε να γίνει εντός τριετίας από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι την 28η Ιουνίου 2005, πολύ δε περισσότερο εάν δε συμμορφώθηκε σε σχετικό σήμα που εκδόθηκε προσωρινώς για διακοπή των εργασιών αυτών. Εξάλλου η μη οριστική οριοθέτηση ή επαναοριοθέτηση μέχρι την 28-6-2005 του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου δεν αίρει αυτοδικαίως τον χαρακτήρα αυτού και δεν επιτρέπει σε οιονδήποτε ιδιοκτήτη να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του που εμπίπτει μέσα στον αρχαιολογικό χώρο ή πέριξ αυτού, όπως αυτός θέλει, χωρίς άδεια ή έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του αρμοδίου Συμβουλίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. .Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. ΑΤ ...αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αρχαιολογικός χώρος ... κηρύχθηκε μετά από γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Στερεάς Ελλάδος με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/ 8827/487 απόφαση (ΦΕΚ 260/12-4-1994) και οριοθετήθηκε με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/3597/254 απόφαση (ΦΕΚ 153/13-2-2002) με βάση τα συνημμένα αποσπάσματα χαρτών. Εντός των ορίων του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου στα δυτικά του ρέματος ... προς νότον της επαρχιακής οδού ... ο κατηγορούμενος στις 2-11-2004, όντας αγρότης, εγκατέστησε πέντε θερμοκηπιακές μονάδες σε έκταση 13 στρεμμάτων, χωρίς να λάβει προηγουμένως την απαιτούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου. Για την εγκατάσταση των θερμοκηπιακών μονάδων, ακόμα και εάν δεν γίνεται εκσκαφή σε βάθος, απαιτείται η προαναφερόμενη άδεια, αφού λόγω του χαρακτήρα του έργου υπάρχει κίνδυνος να επέλθει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο βλάβη του αρχαιολογικού χώρου ή αισθ.ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2α ΠΚ, 1, 2 εδ. γ', 7, 10 παρ. 3, 12, 14 και 66 του ν. 3028/2002 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης .... Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. πρωτ. 5369/11-11-2004 έγγραφο της ΚΣΤ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, από το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, προκύπτει ότι ουδέν αρχαίο ευρέθη στο κτήμα του, μετά από δοκιμαστικές τομές που έγιναν από την αρχαιολογική υπηρεσία και ότι το κτήμα του κρίθηκε ως μη έχον αρχαιολογικό ενδιαφέρον, είναι απορριπτέα ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του εγγράφου αυτού που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό της εκ της δικαστικής κρίσης για τον αναιρεσείοντα (βλ. τέλος 15ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης), τούτο αναφέρεται στην κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά τη φύτευση των χώρων και όχι στην έλλειψη παντελώς αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στα όρια της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος. Ακόμη η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγω της μη επαναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου της ..., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω χώρος είχε νόμιμα κηρυχθεί αρχαιολογικός και είχε οριοθετηθεί ως τέτοιος (ΦΕΚ 153/Β/13-2-2002), εξάλλου η παράβαση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα την 2-11-2004, ήτοι πριν εκπνεύσει η οριζόμενη από το άρθρο 73 παρ. 13 του ν. 3028/2002 τριετής προθεσμία της οριστικής οριοθετήσεως των αρχαιολογικών χώρων με έναρξη αυτής την ημέρα δημοσίευσης του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-6-2002), δηλονότι χωρίς να καταστεί αυτή ανέλεγκτη από τη μη εμπρόθεσμη και μόνο οριστική οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου της περιοχής .... Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς τα θέματα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Τέτοια όμως ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτές, προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων, μπορεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα : 1) η υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, 2) η υπ' αριθμ. ...βεβαίωση, 3) προτιμολόγιο, αναλυτικός πίνακας αγορών και προσφορά θερμοκηπίου και 4) τα υπ' αριθμ. ... έγγραφα. Με την εν λόγω αριθμητική αναφορά των εγγράφων αυτών, εκτός από το προτιμολόγιο, ο αναλυτικός πίνακας αγορών και η προσφορά θερμοκήπιο προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα και είχαν εκδοθεί από την εργολήπτρια και κατασκευάστρια των επίμαχων πέντε (5) θερμοκηπίων, εντεύθεν ήταν γνωστά σ' αυτόν, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των προαναφερομένων εγγράφων, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους αριθμούς των ανωτέρω, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, καθόσον ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Τέλος και όσο αφορά τις υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/943/8927/487/12-4-1994 και ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/3597/254/13-2-2002 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού με τις οποίες κηρύχθηκε και οριοθετήθηκε ο αρχαιολογικός χώρος ... και τα σ' αυτές συνημμένα αποσπάσματα χαρτών ως και το υπ' αριθμ. ... σήμα διακοπής εργασιών της ΚΣΤ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, για τα οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα αυτά για το σχηματισμό της κρίσεως από το δικαστήριο της ουσίας περί της ενοχής του καίτοι δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, οπότε επήλθε κατά τον ισχυρισμό του η συνιστούσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος τους εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, όπως είναι και οι προαναφερόμενες δύο αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, ενώ η ταυτότητα και το περιεχόμενο του σήματος διακοπής εργασιών της ΚΣΤ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ως και η γνώση του απ' αυτού δεν αμφισβητήθηκε, εκτός αν έγινε λόγος γι' αυτό στις καταθέσεις των υπαλλήλων της εν λόγω ... και ... χωρίς να προβεί σε οιαδήποτε δήλωση ή εξήγηση ως προς το ζήτημα αυτό (βλ. σελ. 9 και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (με το να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο έγγραφα που δεν προέκυπτε η ταυτότητά τους και έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 7667/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2010.