Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1175 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για θανατηφόρα σωματική βλάβη (άρθρο 311 περ. α΄ ΠΚ). Οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ) απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Το γεγονός ότι εξαίρονται η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και η κατάθεση του ιατροδικαστή, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτεται η αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1175/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 41-42/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/10.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα άρθρα 308 παρ. 1 εδ. α και 311 εδ. α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προκαλεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η σωματική βλάβη είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όταν ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, αν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ΠΚ, μόνον αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, όταν δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως, ότι δεν θα επερχόταν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη συντέλεση του από το άρθρο 311 εδ. α του ΠΚ προβλεπομένου εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται δόλος του δράστη για πρόκληση σωματικής βλάβης του παθόντος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως του δράστη και του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου που επήλθε από αυτή και αμέλεια του δράστη ως προς το θάνατο που επακολούθησε. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα . Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.ΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν σ' αυτή, αλλά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση. Υπάρχει ακόμη εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος ή κατά την έκθεση τους υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να είναι ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείονται και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, ανασταλείσα επί τριετία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την από 8-12-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Λ, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε και αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: Την 8-12-2001 και περί ώρα 2.40' π.μ. περίπου ο Ω, έχοντας παρέα του τον φίλο του ..., μετέβη στο κέντρο διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο ... της .... Αυτοί προηγουμένως είχαν επισκεφθεί και άλλα τέσσερα καταστήματα-μπαρ και είχαν καταναλώσει συνολικά από πέντε (5) ποτά ο καθένας. Στο πιο πάνω κατάστημα αυτοί επέλεξαν να καθίσουν στο βάθος του καταστήματος και συγκεκριμένα ο μεν Ω κάθισε σ' ένα υπερυψωμένο επίπεδο 13 εκατοστά περίπου ενώ ο φίλος του κάθισε δίπλα του στο κάτω επίπεδο. Σε απόσταση δύο (2) περίπου μέτρων από αυτούς κάθονταν από τις 2.00' π.μ. περίπου ο κατηγορούμενος με την παρέα του που αποτελούνταν από τον αδελφό του Ζ και τις φοιτήτριες .... Κάποια στιγμή ο αδελφός του κατηγορουμένου και μάρτυρας υπεράσπισης Ζ πρόσεξε ότι ο Ω κοιτούσε τις κοπέλες της παρέας του και ενημέρωσε σχετικά τον αδελφό του. Τότε ο τελευταίος συνοδευόμενος και από τον αδελφό του, πλησίασε τον Ω και αφού ανέβηκε στο υπερυψωμένο επίπεδο που βρισκόταν αυτός όρθιος του ζήτησε να μην ενοχλεί την παρέα του. Στην παρατήρηση του κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα ήταν εκνευρισμένος, ο Ω απάντησε ότι δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες. Επακολούθησε διαπληκτισμός κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος, έχοντας πρόθεση να προκαλέσει στον Ω απλή σωματική βλάβη, κατάφερε με τα δυο του χέρια δυνατό κτύπημα στην καρδιακή χώρα, απωθώντας τον, συγχρόνως τη στιγμή που αυτός ήταν σκυμμένος προς το μέρος του σε χαλαρή κατάσταση και αυτό και για το λόγο ότι είχε καταναλώσει προηγουμένως ορισμένα ποτά, αλλά και διότι δεν περίμενε να δεχθεί τέτοιου είδους επίθεση από τον κατηγορούμενο, αφού πράγματι αυτός δεν είχε ενοχλήσει την παρέα του κατηγορουμένου. Το κτύπημα που δέχθηκε ήταν πολύ δυνατό, οπότε έχασε την ισορροπία του και υποχώρησε προς τα πίσω ένα με ενάμισι μέτρο, συγχρόνως δε δέχθηκε και γρονθοκόπημα στο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο. Ο Ω έβγαλε μία κραυγή και ανταπέδωσε το κτύπημα με γροθιά. Μετά επενέβησαν οι θαμώνες οι οποίοι απομάκρυναν τον κατηγορούμενο και τον οδήγησαν εκτός του καταστήματος. Ο φίλος του Ω, που κατά την ώρα του επεισοδίου μεταξύ του τελευταίου και του κατηγορουμένου συγκρατούσε τον αδελφό του κατηγορουμένου, μετά τη λήξη του επεισοδίου προσπάθησε να ηρεμήσει τον Ω, ο οποίος ην στιγμή που ζήτησε μια χαρτοπετσέτα για να καθαρίσει το αίμα από το πηγούνι του και σε χρόνο ενός λεπτού περίπου κατερευσε και έπεσε προς τα δεξιά στο πάτωμα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε αναίσθητος έξω από το κατάστημα, όπου λόγω του ότι είχε γυρίσει η γλώσσα του, έγινε προσπάθεια και του απέφραξαν τον φάρυγγα και κατόπιν μεταφέρθηκε από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος με το IX αυτοκίνητο του στο Κέντρο Υγείας ... που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το πιο πάνω κέντρο διασκεδάσεως. Εκεί στις 3.50' π.μ. διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Ο ιατροδικαστής και μάρτυρας Λ, που διενήργησε νεκροψία στο πτώμα του Ω, διαπίστωσε δύο αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς, η μία στο τμήμα τοιχώματος του δεξιού κόλπου (3,0 Χ 2,5 εκ. του μ. περίπου) και η άλλη στο πρόσθιο τοίχωμα προς την κορυφή (0,8 εκ. του μ. περίπου), πρόσφατες, στις οποίες και απέδωσε τον θάνατο αυτού. Στις παρατηρήσεις που διατύπωσε στην παραπάνω έκθεσή του αναφέρει κατά λέξη "οι προπεριγραφείσες αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς είναι πρόσφατες κακώσεις που προκλήθηκαν εν ζωή και οφείλονται, ως προς το μηχανισμό δημιουργίας τους, σε πλήξη του θωρακικού τοιχώματος με κάποιο θλων όργανο". Ο ανωτέρω ιατροδικαστής, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι οι παραπάνω θλαστικές κακώσεις της καρδιάς οφείλονται ως προς τον μηχανισμό δημιουργίας τους σε συμπίεση της καρδιάς τύπου "πένσας" και ότι δεν προκλήθηκαν από μαλάξεις. Όμως διευκρίνησε ότι η πρώτη κάκωση θα μπορούσε να προκληθεί από το κτύπημα που δέχθηκε στην περιοχή της καρδιάς και δεν απέκλεισε την περίπτωση να επήλθε ο θάνατος από το πρώτο κτύπημα. Επίσης κατέθεσε ότι το θύμα δεν είχε κάποιο παθολογικό πρόβλημα στην καρδιά του πριν από το ανωτέρω συμβάν.
Από τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε την απλή σωματική βλάβη του θανόντος, από αμέλεια του όμως δεν προέβλεψε ότι θα μπορούσε με την παραπάνω ενέργεια του να επέλθει ο θάνατος αυτού, καθόσον έπρεπε να προβλέψει ότι κτυπώντας αυτόν με δυνατό κτύπημα στην ευαίσθητη περιοχή της καρδιάς, ο οποίος ήταν μετρίου αναστήματος σε σχέση με τον ίδιο και της αυτής κατά τα άλλα σωματικής διάπλασης και ενδεχομένως τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς ήταν σκυμμένος και χαλαρός και δεν ανέμενε την βίαιη αντίδραση του, ότι θα επέρχονταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα που επήλθε. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, και γι' αυτό πρέπει κατά πλειοψηφία να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής.
Κατά την γνώμη όμως της μειοψηφίας, ήτοι των ενόρκων ... και ..., ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος καθόσον, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι από τα κτυπήματα που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον θανόντα προήλθε ο θάνατος αυτού. Επίσης ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξεως, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι αυτός επί σχετικά μεγάλο διάστημα χρόνου μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου να τραυματίσει τον παθόντα, όσον και ως προς την αμέλεια αυτού, αναφορικά με το βαρύτερο αποτέλεσμα, η οποία (αμέλεια) βάσει των παραδοχών της προσβαλλόμενης φέρει τον χαρακτήρα της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή να αξιολογούνται αυτά χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 28, 29 , 308 παρ. 1 εδ. α και 311 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται η ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Λ καθώς και η κατάθεση του στο δικαστήριο, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα ή ακόμα ολόκληρο το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης ή της ένορκης κατάθεσης του ιατροδικαστή. Περαιτέρω προσδιορίζεται στο σκεπτικό με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το είδος της σωματικής βλάβης που με πρόθεση ο αναιρεσείων επέφερε στον παθόντα που είναι αυτή της απλής σωματικής βλάβης και το είδος των σωματικών κακώσεων αυτού( παθόντα), και δη θλαστικές κακώσεις καρδιάς, ήτοι αιμορραγικές διηθήσεις καρδίας στο τοίχωμα δεξιού κόλπου καρδιάς, διαστάσεων 3Χ 2,5 εκατοστών και στο πρόσθιο τοίχωμα δεξιού κόλπου καρδιάς, διαστάσεων 0,8 εκατοστών, πλήρως δε διευκρινίζεται στην απόφαση ότι ο θάνατος του θύματος Ω επήλθε από τις δύο αιμορραγικές διηθήσεις της καρδιάς, που προκλήθηκαν από τα κτυπήματα του αναιρεσείοντος με τα χέρια του στην καρδιακή χώρα του θύματος. Επομένως, αιτιολογείται πλήρως η ύπαρξη του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως του δράστη (σωματικές κακώσεις) και του επακολουθήσαντος θανάτου του παθόντος, ενώ αναφέρονται και εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια του αναιρεσείοντος στην επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος (η οποία, αμέλεια, φέρει, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τον χαρακτήρα της άνευ συνειδήσεως αμέλειας), και δη τόσο τα υποκειμενικά όσο και τα αντικειμενικά και δεν δημιουργείται καμία αντίφαση ή ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ανωτέρω.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος βάσιμος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/1/2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41-42/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ