Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 645 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας δια παραλείψεως τελούμενη σε πλοίο με Λιβεριανή σημαία που έπλεε σε ανοικτή θάλασσα Εφαρμογή κατ' αρχήν δικαίου του κράτους της σημαίας του πλοίου. Εφαρμογή Ελληνικών ποινικών Νόμων εφόσον ο κατηγορούμενος είναι ημεδαπός και η πράξη είναι αξιόποινη και κατά το Λιβεριανό ποινικό Κώδικα Αμέλεια Αρχιμηχανικού. Παράβαση του Π.Δ. 70/1990, Β.Δ. 806/1970. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης Πραγματικά περιστατικά Μη μέριμνα Αρχιμηχανικού για τον επιμελή καθαρισμό, σωληνώσεων δεξαμενών πλοίου με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών να προκληθεί πυρκαγιά από την οποία επήλθε ο θάνατος των εργαζομένων στη δεξαμενή. Ποινική Δικονομία Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιτακτικοί κανόνες δικαίου. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Έλλειψη αιτιολογίας παρεμπίπτουσας απόφασης που απέρριψε την ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 645/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γ. Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ. - Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Λύτρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.1265/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Δ. Λ. του Μ. και 2)Β. Ε. του Λ. και πολιττικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Λ. και 2)Κ. Λ., κάτοικοι ... που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Ιανουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1176/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-10-2012 (υπ` αριθμό πρωτ.6841/16-10-2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφομένη κατά της υπ` αριθμό 1265/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2) και γι` αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ` αυτής με χρονολογία 29-1-2013 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ` αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δε θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιώνεται στη μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δε συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος, δεν αρκεί η ύπαρξη γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλ` απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι` ιδίων ενεργειών του δράστη, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Όταν δε, το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ΠΔ 70/1990: Υγιεινή και Ασφάλεια εργαζομένων σε Ναυπηγεία, "απαγορεύεται η είσοδος σε χώρους, στους οποίους μπορεί να σωρευτούν τοξικά, αδρανή, ασφυξιογόνα, εύφλεκτα, καυστικά ή άλλα επικίνδυνα αέρια ή πιθανό να υπάρχει έλλειψη οξυγόνου", κατά δε την παρ.6 του ίδιου άρθρου, "μετά τον εξαερισμό του χώρου εκδίδεται από Χημικό Ναυτιλίας πιστοποιητικό απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια για την είσοδο εργαζομένων στο χώρο και την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών". Κατά το άρθρο 13 παρ.1 του αυτού ως άνω Π.Δ. "πριν την είσοδο εργαζομένων για την εκτέλεση εργασιών στις δεξαμενές και τους χώρους του άρθρου 12 απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια (GAS FREE) από Χημικό ή Χημικό μηχανικό, (Χημικό Ναυτιλίας) που έχει την προβλεπόμενη άδεια", κατά δε την παρ.7 του ίδιου άρθρου, "εάν μετά την έκδοση πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνα αέρια δημιουργηθεί αμφιβολία εάν και κατά πόσο μια δεξαμενή, ένας κλειστός χώρος ή ένα δίκτυο σωληνώσεων είναι ελεύθερα από αέρια, η εργασία δεν πρέπει να αρχίζει ή να συνεχιστεί πριν εκδοθεί νέο πιστοποιητικό". Κατά το άρθρο 20 παρ.1 του ίδιου ΠΔ "πριν την έναρξη εργασιών σε δεξαμενές φορτίου δεξαμενοπλοίων θα πρέπει οι δεξαμενές αυτές να καθαριστούν και να εξαεριστούν. Ο καθαρισμός πρέπει να γίνεται με εκτόξευση ζεστού νερού, ατμού ή χημικών διαλυμάτων με τη χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων χωρίς την είσοδο εργαζομένων σ` αυτές και σε χώρο εκτός του ναυπηγείου ή της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης....", κατά δε την παρ.7 του ίδιου άρθρου, "τα επιστόμια, οι αντλίες, τα φίλτρα και άλλα συναφή εξαρτήματα που ανήκουν στα δίκτυα σωληνώσεων του πλοίου καθώς επίσης και οι σερπαντίνες προθέρμανσης (HEATING COILS), στις δεξαμενές φορτίου δεξαμενοπλοίων, πρέπει να καθαρίζονται με ατμό ή νερό ή κάποιο άλλο αποτελεσματικό μέσο".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1265/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, Αρχιμηχανικό πλοίου και τους συγκατηγορουμένους του, Πλοίαρχο και Α' Μηχανικό της πράξης, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, το οποίο του είχε χορηγήσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επί πλέον της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ του παθόντος Ε. Λ. και της εγκατεστημένης στον Πειραιά εταιρίας με την επωνυμία "ESTORIC NAVIGATION LTD" η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "CHELSEA SHIPMANAGEMENT COMPANY LTD" πλοιοκτήτριας του με σημεία Λιβερίας πλοίου "B. II" προσλήφθη ο πρώτος των συμβαλλομένων προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως εφαρμοστής στην αφαίρεση των σωληνώσεων θερμάνσεως του πλοίου από τις δεξαμενές του.....και στις 14-9-2004 ναυτολογήθηκε στο ως άνω πλοίο και άρχισε μαζί με τους άλλους (Γ. Λ., Φ. Μ., Ν. Σ., Ν. Ν.) ως εργάτης αφαίρεσης των σωληνώσεων, συνολικού μήκους 13.800 μέτρων τις οποίες συνέχισαν εν πλω, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πλοίου από το λιμάνι Φουτζέϊρα στον Πειραϊκό κόλπο. Μέχρι και τις 27-9-2004 οι σωληνώσεις θερμάνσεως του φορτίου του πλοίου είχαν αφαιρεθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (14 από τις 16). Οι σωληνώσεις αυτές διοχέτευαν ατμό και κρατούσαν προηγούμενα φορτία του πλοίου σε θερμοκρασία, ώστε να παραμένουν σε υγρή κατάσταση και να μπορούν ν' αντληθούν. Για την επομένη ημέρα απέμενε η αφαίρεση των σωληνώσεων που βρίσκονταν στις δεξαμενές Νο5 και Νο6. Το πρωϊ της 28-9-2004 και ενώ το πλοίο βρισκόταν σε διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ανοικτά του κόλπου του ΟΜΑΝ) ο παθών μαζί με τα λοιπά μέλη του συνεργείου απασχολούνταν στην αφαίρεση των σωληνώσεων της δεξαμενής Νο5 κατά την κοπή των σωληνώσεων της δεξαμενής αυτής (Νο5) απελευθερώθηκαν υπολείμματα επικίνδυνου υλικού και συγκεκριμένα κάποιου παραγώγου της βενζίνης που είχε εισχωρήση σε τμήμα των σωληνώσεων που είχε διαβρωθεί, εξαιτίας της απελευθέρωσης του ως άνω υλικού προκλήθηκε εντός της ως άνω δεξαμενής ανάφλεξη και εν συνεχεία πυρκαγιά από την οποία τραυματίστηκαν σοβαρά οι εργαζόμενοι εντός αυτής Ε. Λ., Γ. Λ., Φ. Μ. και Ν. Σ., από τους οποίους επέζησε μόνο ο Γ.Λ.. Οι λοιποί τρείς αποβίωσαν εξαιτίας των εγκαυμάτων που υπέστησαν και ειδικά ο Ε. Λ. (21 έτους) την 1-10-2004. Η πυρκαγιά της 28-9-2004 και ο τραυματισμός του Ε. Λ., συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος αυτού (η περίπτωση του οποίου ερευνάται εν προκειμένω) γενεσιουργό αιτία είχε την ύπαρξη στη προαναφερόμενη δεξαμενή επικίνδυνων - εύφλεκτων αερίων, διότι οι σωληνώσεις δεν είχαν καθαρισθεί (πριν την κοπή τους) με αποτέλεσμα αυτή να διαχυθούν στη δεξαμενή κατά την κοπή και αφαίρεση των σωληνώσεων και από αιτία που δεν εξακριβώθηκε αναφλέγησαν. Ειδικότερα κάποιες, από την υπό αφαίρεση σωληνώσεις θερμάνσεως, ήταν διαβρωμένες και κατά την αφαίρεση του απελευθερώθηκαν εντός της δεξαμενής υπολείμματα φορτίου (βενζίνης κ.λπ.) που είχαν διεισδύσει εντός αυτών από παλαιότερα φορτία του πλοίου και με ένα σπινθήρα ή οποιαδήποτε άλλη πηγή θερμότητας ή από στατικό ηλεκτρισμό μπορούσαν να αναφλεγούν. Τα υπολείμματα αυτά των προηγουμένων φορτίων δεν θα υπήρχαν αν οι κατηγορούμενοι είχαν μεριμνήσει για τον καθαρισμό των σωληνώσεων στη Σιγκαπούρη. Ειδικότερα έπρεπε κατά την εκεί παραμονή του πλοίου να διοχετευθεί νερό στην είσοδο των σωληνώσεων από το κατάστρωμα και το άνοιγμα εξόδου, ώστε να καθαρισθούν από υπολείμματα φορτίου και στη συνέχεια να διοχετευθεί αέρας ώστε να αδειάσουν και από το νερό. Επειδή όμως είχε παραλειφθεί ο εν λόγω καθαρισμός και ο κίνδυνος διαρροής εύφλεκτων και επικίνδυνων υλικών, από τις κομένες σωληνώσεις ήταν πολύ πιθανός, έπρεπε προς αποφυγή περαιτέρω κινδύνων, κατά τη επιτασσόμενη από το Π.Δ.70/1990, κάθε φορά που αποσυνδέαν μια σωλήνωση και προτού οι ως άνω εργαζόμενοι - τεχνίτες προχωρήσουν σε περαιτέρω εξάρμωση ή κοπή να ελέγχεται μερίμνα των κατηγορουμένων από τεχνικό ασφαλείας η ύπαρξη ή μη αιωρούμενων αερίων εντός της δεξαμενής προερχομένων από τις κομένες σωληνώσεις. Εάν δε υφίσταντο τέτοια αιωρούμενα αέρια έπρεπε να διακοπούν οι εργασίες κοπής των σωληνώσεων και να συνεχιστούν μετά τον καθαρισμό του χώρου της δεξαμενής. Οι κατηγορούμενοι όμως παρέλειψαν τα ως άνω (καθαρισμό σωληνώσεων - έλεγχο αερίων δεξαμενής) με συνέπεια από τις παραλείψεις τους αυτές να προκληθεί η ανάφλεξη και ο θάνατος, μεταξύ άλλων του Ε. Λ. Αυτοί δεν επέδειξαν την προσοχή που επιβαλλόταν από τον κύκλο των καθηκόντων του επαγγέλματος τους (τήρηση μέτρων ασφαλείας για τις προαναφερόμενες εργασίες στους εν λόγω χώρους) και έτσι δεν προέβλεψαν αν και μπορούσαν να προβλέψουν το παραπάνω αποτέλεσμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ενόχους τους κατηγορούμενους για "ανθρωποκτονία εξ αμελείας" για τον θάνατο του Ε. Λ. δεν έσφαλε και η κρινόμενη έφεση πρέπει, επομένως ν'απορριφθεί". Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ανοικτά του κόλπου του ΟΜΑΝ), και εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενοπλοίου "Β. II", την 28-9-2004 από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν το θάνατο άλλου προσώπου ήτοι του Ε. Λ. Συγκεκριμένα, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου αυτού, ο τρίτος κατηγορούμενος αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας με την επωνυμία "ESTORΙL NAVIGATION COMPANY L.T.D." (και επιβαίνων στο πλοίο) και ο τέταρτος κατηγορούμενος Α'μηχανικός του και παρότι ήταν υπεύθυνοι να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εκτελούνται με ασφάλεια οι εργασίες αφαίρεσης των - μήκους 13.800 μέτρων- σωληνώσεων θέρμανσης φορτίου που βρίσκονταν στις 16 δεξαμενές του προκειμένου να μην επηρεάζονται από το υλικό τους τα φορτία τα οποία θα μετέφερε στο εξής το πλοίο, επέτρεψε σε πενταμελές συνεργείο εφαρμοστών (που αποτελούνταν από τους Φ. Μ., Γ. Λ., Ε. Λ., Ν. Σ. και Αντώνιο Ν.) να εκτελεί ολόκληρο το προαναφερθέν έργο με ιδιαίτερη ταχύτητα, δηλ. στο μισό χρόνο (14 ημερών) αντί του αναγκαίου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας χρόνου (των 28 ημερών), χωρίς να είναι δυνατό και εξ αυτού του λόγου να τηρείται η ασφαλής διαδικασία αφαίρεσης των σωληνώσεων, ήτοι χωρίς να λύνονται οι σωληνώσεις από τις φλάντζες τους και να καθαρίζονται με την υπό πίεση διοχέτευση εντός αυτών θαλασσινού νερού για την απομάκρυνση εύφλεκτων υπολειμμάτων παλαιότερων φορτίων που είχαν εισχωρήσει στις σωληνώσεις και χωρίς να πραγματοποιείται μέτρηση για την ανίχνευση των επικίνδυνων αερίων στις δεξαμενές αμέσως μετά τον ανωτέρω καθαρισμό, με αποτέλεσμα, ενώ οι τέσσερις πρώτοι εφαρμοστές έκοβαν τους ακάθαρτους σωλήνες στην 15η κατά σειρά δεξαμενή και σε σημείο ευρισκόμενο κάτω από τις προαναφερθείσες φλάντζες, να αναφλέγουν αιφνίδια από σπινθήρα τα εντός αυτών, σημαντικής ποσότητας, εναπομείναντα εύφλεκτα υλικά και να τους προκαλέσουν σοβαρότατα εγκαύματα, που οδήγησαν αιτιακά στο θάνατο του Ε.Λ. (την 1-10-2004), εντός του Νοσοκομείου του ΟΜΑΝ, στο οποίο μεταφέρθηκαν για περίθαλψη. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εξέθεσε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιόρισε σαφώς την μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και δέχθηκε ότι από έλλειψη της προσοχής, που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή του, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του εργαζομένου, Ε. Λ. Ακόμη, επαρκώς αιτιολογεί τον υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τον αναιρεσείοντα αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Ειδικότερα, αναφέρεται, ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της ιδιότητάς του, ως Αρχιμηχανικού, κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ.70/1990, παρέλειψε να μεριμνήσει για τον καθαρισμό των σωληνώσεων θέρμανσης και συγκεκριμένα παρέλειψε να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπεται για τέτοιες εργασίες, ήτοι διοχέτευση νερού στην είσοδο των σωληνώσεων θέρμανσης ώστε να καθαρισθούν και να πλυθούν σε όλο τους το μήκος, στη συνέχεια διοχέτευση αέρα στις ίδιες σωληνώσεις και τέλος μέτρηση υπάρξεως αερίων στους χώρους των δεξαμενών φορτίου, ώστε να εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, αφού: α) Η προσβαλλομένη απόφαση, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, καθίσταται βέβαιο, ότι, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα από την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, δέχεται την μη συνειδητή αμέλεια. β) επαρκώς αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντα να ενεργήσει όπως παραπάνω, η οποία υποχρέωση πηγάζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τους αναφερόμενους κανόνες δικαίου άρθρα 66, 71, 72 του Β.Δ.806/1970 και Π.Δ. 70/1990 (βλ. σελ.40 και 50 αντίστοιχα προσβαλλομένης απόφασης). Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου, και η τήρηση των παραπάνω υποχρεώσεων, πηγάζει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ιδιότητα του, ως Αρχιμηχανικού, οργάνου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, υπεύθυνου του συνεργείου εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, έχοντος το καθήκον πρόνοιας προσοχής και επιμέλειας οι οποίες επιβάλλονταν από την κοινή αντίληψη και την απαιτούμενη επιμέλεια, η οποία του επέβαλε να μεριμνήσει για την εξασφάλιση συνθηκών ασφαλούς και αποτελεσματικής εργασίας στους εργατοτεχνίτες, σωληνουργούς στις δεξαμενές φορτίου του πλοίου, γ). Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η κρίση του δικαστηρίου ότι αυτός ήταν "Αρχιμηχανικός" του πλοίου, στο οποίο επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, καίτοι αυτός προέβαλε, ότι δεν είχε την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού, είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. δ) για την παραπάνω κρίση του δικαστηρίου, περί της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Αρχιμηχανικού, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο προοίμιο της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ι. Γ. και τα έγγραφα, το γεγονός δε ότι η κρίση του δικαστηρίου περί της ως άνω ιδιότητας του κατηγορουμένου ως Αρχιμηχανικού, έρχεται σε αντίθεση, με την ως άνω κατάθεση του μάρτυρα και με το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα, της από 17-11-2008 βεβαίωσης του Διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, και της από 16-9-2004 αναγγελίας πρόσληψης του κατηγορουμένου, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, δε σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα ήτοι κατάθεση του μάρτυρα και έγγραφα. Εξάλλου, η παραπάνω ιδιότητα του κατηγορουμένου, ως Αρχιμηχανικού, προκύπτει, με σαφήνεια και από την υπ` αριθμό 551/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), η οποία αναγνώστηκε υπό α/α, 9 των αναγνωστέων εγγράφων, και λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ως έγγραφο, για το σχηματισμό της κατά τα άνω κρίσης του. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος με στοιχεία Α, Β, Γ και Ε, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και δεύτερος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος Π.Δ/τος 70/1990, Υγιεινή και Ασφάλεια των Εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες, ορίζεται ότι "οι διατάξεις αυτού του Π.Δ/τος εφαρμόζονται σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες..." με το άρθρο 2 ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος θεωρούνται: 1. Ναυπηγοεπισκευαστικό 'Εργο: Κάθε ναυπηγική ή ναυπηγοεπισκευαστική εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση, διάλυση. Με την παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007,ορίζεται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων τηρούνται υποχρεωτικά οι διατάξεις του ν. 1568/1985 και των κατ` εξουσιοδότηση του κανονιστικών πράξεων, όπως ιδίως του π.δ. 70/1990 (ΦΕΚ 31 Α) και του π.δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11 Α). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, καθόσον το Π.Δ. 70/1990, στις διατάξεις του οποίου παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της, αναφέρεται σε εργασίες που διενεργούνται στην Ελλάδα και εντός ναυπηγείου και όχι σε εργασίες που γίνονται εν πλω και εκτός Ελλάδας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμη, αφού από την προαναφερθείσα διάταξη της παρ.7 του άρθρ.1 του Ν.3561/2007, προκύπτει ότι το διάταγμα αυτό, (π.δ. 70/1990) εφαρμόζεται και σε κάθε περίπτωση επισκευής και συντήρησης πλοίου, όπως εν προκειμένω. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. 70/1990, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.1 του Β.Δ. 806 της 30-11/16-12-1970, περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητος 800 κόρων και άνω, "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος διά την συντήρησιν και καλήν λειτουργίαν των κινητηρίων μηχανών, των βοηθητικών μηχανημάτων, των λεβήτων και λοιπών μέσων παραγωγής της προσωπικής δυνάμεως, ψυκτικών μηχανών και των λοιπών εγκαταστάσεων εντός του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου και υπέρ και υπ` αυτά, του μηχανισμού πηδαλίου και πάσης εν γένει μηχανικής και ηλεκτρικής εγκαταστάσεως ευρισκομένης οπουδήποτε του πλοίου, των παντός είδους σωληνώσεων και στεγανών θυρών του πλοίου, των εξαρτημάτων, τεμαχίων και αμοιβών εν γένει αυτών, εξαιρέσει των ραδιοτηλεγραφικών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, υποχρεούμενος να έχει πάντα ταύτα εις κατάστασιν αμέσου και ασφαλούς λειτουργίας". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, είναι επίσης υπεύθυνος "διά την καλήν συντήρησιν των διαμερισμάτων μηχανοστασίου, λεβητοστασίου και αντλιοστασίου, των αποθηκών καυσίμων και υλικών μηχανής, των διπυθμένων και των σηράγγων". Κατά την παρ. 3, "Διά την επιμέλειαν της συντηρήσεως πάντων των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων μηχανημάτων, διαμερισμάτων και χώρων δέον ο Α' Μηχανικός να συνεννοήται μετά του Πλοιάρχου". Κατά το άρθρο 71 παρ.1 του ίδιου Β.Δ. "ο Α' Μηχανικός είναι υπεύθυνος και οφείλει να λαμβάνη παν αναγκαίον μέτρον προς πρόληψιν διαρροής, πυρκαϊάς και αυτομάτου αναφλέξεως εις τα διαμερίσματα της δικαιοδοσίας του". Τέλος κατά το άρθρον 72 παρ.1 του ίδιου Β.Δ, "ο Α' Μηχανικός επιμελείται της εκτελέσεως εν πλω και εν όρμω πασών των επισκευών μηχανικής φύσεως των δυναμένων να εκτελεσθώσι, διά του υπ` αυτόν προσωπικού και των μέσων τα οποία διαθέτει το πλοίον...." Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "προκειμένου περί επισκευών, δι` ας απαιτείται η προσφυγή εις συνεργεία ή εργοστάσια ο Α' Μηχανικός οφείλει ν` αναφέρη περί τούτου εις τον πλοίαρχον, ίνα ούτος συνεννοούμενος μετά του πλοιοκτήτου ενεργήση σχετικώς. Εν τη περίπτωση ταύτη ο Α' Μηχανικός οφείλει, άμα τη ενάρξει των εργασιών της επισκευής, να παρακολουθή αυστηρώς τους εργαζομένους και να βεβαιούται ότι η εργασία εκτελείται ταχέως και συμφώνως προς τους κανόνας της τέχνης". Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση στην παρεμπίπτουσα απόφασή της, με την οποία απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, περί της οποίας στη συνέχεια θα αναφερθεί, για τη στοιχειοθέτηση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου παραπέμπει στις παραπάνω διατάξεις που αναλύθηκαν, των άρθρων 66,71 και 72 του άνω Β.Δ. 806/1970, οι οποίες προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου. Ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, επικαλούμενος ότι οι παραπάνω διατάξεις εσφαλμένα ερμηνεύτηκαν, καθόσον αυτές δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού προβλέπουν την ευθύνη του Α' Μηχανικού του πλοίου και δεν αναφέρονται στην ευθύνη του Αρχιμηχανικού, ιδιότητα που προσέδωσε η προσβαλλομένη απόφαση στον αναιρεσείοντα. Σε κάθε περίπτωση, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου. Η εν λόγω αιτίαση, κατά το πρώτο σκέλος της, είναι αβάσιμη, καθόσον τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις που προβλέπουν και επιβάλλουν οι παραπάνω διατάξεις για τον Α' Μηχανικό, πολύ περισσότερο, ισχύουν και για τον Αρχιμηχανικό. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα, κατά το δεύτερο σκέλος της ότι ο Αρχιμηχανικός, δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος ενός πλοίου, είναι αβάσιμη, καθόσον το μεν από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι είναι σύνηθες σε πλοίο να υπάρχει Αρχιμηχανικός, το δε, από την επισκόπηση της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, προκύπτει ότι και ο ίδιος με την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού, εργαζόταν στο παραπάνω πλοίο. Εξάλλου, και από τη νομολογία των δικαστηρίων, αντιμετωπίζεται η ευθύνη, Αρχιμηχανικού σε πλοίο, όπως ενδεικτικά προκύπτει από τη με αριθμό 1442/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε ο Αρχιμηχανικός πλοίου για ανθρωποκτονία από αμέλεια επιβαίνοντος σε αυτό και τη με αριθμό 1153/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του παραπάνω Β.Δ. 806/1970, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995, ορίζεται ότι "Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε Διεθνείς Συμβάσεις ή σε αυτή τη Σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα. Το πλοίο δεν μπορεί να αλλάξει τη σημαία του κατά τη διάρκεια ταξιδιού ή όταν προσεγγίσει σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται μεν δικαίωμα της Πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο να ασκεί (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων) αυτή και μόνη τη δημοσία εξουσία της επ` αυτού και όταν τούτο πλέει στην ανοικτή θάλασσα, θεωρουμένου τούτου και εις την περίπτωση αυτή ως μέρος του εδάφους της, και να λαμβάνει ποινικά και διοικητικά μέτρα επί του πλοίου και των επιβαινόντων αυτού, υπό την έννοια του αποκλεισμού της επεμβάσεως άλλης πολιτείας προς άσκηση εξουσίας επί του πλοίου και λήψη των μέτρων αυτών, δεν αποκλείεται όμως, το κράτος του οποίου ο δράστης είναι υπήκοος και το κράτος του οποίου το θύμα είναι υπήκοος, σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Ποινικού δικαίου που διέπουν τα ποινικά τους συστήματα να ασκήσουν συντρέχουσα δωσιδικία επί του αδικήματος που θα τελεστεί επί αλλοδαπού πλοίου στην ανοικτή θάλασσα. Κατά τη διάταξη 6 παρ.1 του Π.Κ. "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε...". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι καίτοι το ένδικο αδίκημα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης φέρεται ότι τελέστηκε στην αλλοδαπή, ήτοι εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου " Β.
ΙΙ", στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, (ανοικτά του κόλπου Ομάν), εν τούτοις η παραπάνω απόφαση δε διαλαμβάνει ότι η παραπάνω πράξη είναι αξιόποινη και κατά τον Ποινικό Κώδικα της Λιβερίας, της οποίας τη σημαία έφερε το πλοίο και συνεπώς θεωρείται έδαφός της. Η παραπάνω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές της, που στηρίζονται στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, η κρινόμενη πράξη, είναι αξιόποινη και από τον Π.Κ. της Λιβερίας, καθόσον στη σελίδα 56 αυτής, στην οποία γίνεται μνεία των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται μνεία και του άρθρου 233 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα της Λιβερίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Η' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος με στοιχείο Δ' του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, και πρώτος των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, με την παραπάνω αιτίαση και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά τον νόμο συστατικά στοιχεία του. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠΔ), ενώ αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα.
Στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως, όπως εν προκειμένω, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υπέβαλε, την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία κατέθεσε εγγράφως και την ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, και, σχετικά με τη θεμελίωσή της επικαλέστηκε κατά λέξη τα παρακάτω: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 παραγρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, το επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Αν δεν περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 4 του ιδίου άρθρου, είναι ΑΚΥΡΟ. Επιπροσθέτως, κατ1 άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων, λεπτομερώς, την κατηγορία που του αποδίδεται. Από τις ανωτέρω επιταγές του Νόμου συνάγεται ότι στο κλητήριο θέσπισμα, βάσει του οποίου ο κατηγορούμενος εισάγεται να δικασθεί, πρέπει να περιγράφονται κατά σαφή και ορισμένο τρόπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Δυνάμει του επιδοθέντος σε μένα υπ' αριθ. 12455/2009 κλητήριου θεσπίσματος του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατηγορούμαι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που φέρεται ότι τελέσθηκε στα διεθνή ύδατα μεταξύ Σιγκαπούρης και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ανοικτά του κόλπου του ΟΜΑΝ) και εντός του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου "Β.
ΙΙ", στις 28-9-2004. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα: "....Συγκεκριμένα, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πλοίαρχος του δεξαμενόπλοιου "Β.
ΙΙ", ο δεύτερος κατηγορούμενος υποπλοίαρχος του πλοίου αυτού, ο τρίτος κατηγορούμενος αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας με την επωνυμία "ESTORIL NAVIGATION COMPANY LTD" (και επιβαίνων στο πλοίο) και ο τέταρτος κατηγορούμενος Α' μηχανικός του και παρότι όλοι ήταν υπεύθυνοι να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εκτελούνται με ασφάλεια οι εργασίες αφαίρεσης των - μήκους 13.800 μέτρων σωληνώσεων Θέρμανσης φορτίου που βρίσκονται στις 16 δεξαμενές του προκειμένου να μην επηρεάζονται από το υλικό τους τα φορτία, τα οποία θα μετέφερε στο εξής το πλοίο, επέτρεψαν σε πενταμελές συνεργείο εφαρμοστών (που αποτελούνταν από τους Φ. Μ., Γ. Λ., Ε. Λ., Ν. Σ. και Α. Ν.) να εκτελεί ολόκληρο το προαναφερθέν έργο με ιδιαίτερη ταχύτητα, δηλ., στο μισό χρόνο (14 ημερών), αντί του αναγκαίου χρόνου (των 28 ημερών), χωρίς να είναι δυνατόν και εξ αυτού του λόγου να τηρείται η ασφαλής διαδικασία αφαίρεσης των σωληνώσεων, ήτοι χωρίς να λύνονται οι σωληνώσεις από τις φλάντζες τους και να καθαρίζονται με την υπό πίεση διοχέτευση εντός αυτών θαλασσινού νερού για την απομάκρυνση εύφλεκτων υπολειμμάτων παλαιότερων φορτίων που είχαν εισχωρήσει στις σωληνώσεις και χωρίς να πραγματοποιείται μέτρηση για την ανίχνευση των επικίνδυνων αερίων στις δεξαμενές αμέσως μετά τον ανωτέρω καθαρισμό, με απoτέλεσμα, ενώ οι τέσσερις πρώτοι εφαρμοστές έκοβαν τους ακάθαρτους σωλήνες στην 15η κατά σειρά δεξαμενή και σε σημείο ευρισκόμενο κάτω από τις προαναφερθείσες φλάντζες, να αναφλέγουν αιφνίδια από σπινθήρα τα εντός αυτών, σημαντικής ποσότητας, εναπομείναντα εύφλεκτα υλικά και να τους προκαλέσουν σοβαρότατα που οδήγησαν αιτιακά στο θάνατο των τριών εξ αυτών, ήτοι του Ε. Λ. (την 1.10.2004), του Φ. Μ. (την 2.10.2004) και του Ν. Σ. (την 20.11.2004), εντός Νοσοκομείου του ΟΜΑΝ. στο οποίο μεταφέρθηκαν για περίθαλψη. Για παράβαση των άρθρων 1, 6. 7, 14, 26 § 1, 28. 51, 53, 61, 63, 64, 79, 94, 302 § 1 ΠΚ, 233 § 1 Ποινικού Κώδικα Λιβερίας".
Συνεπώς, κατηγορούμαι ότι προκάλεσα το αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά των ανωτέρω παθόντων με σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του ανωτέρω αποτελέσματος η οποία συνίσταται κυρίως σε παραλείψεις τήρησης μέτρων ασφαλείας. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση του σχετικού εγκλήματος (μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης) από αμέλεια, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθ. 15 Π.Κ., κατά το οποίο, προϋπόθεση για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης ενός προσώπου για ορισμένο αξιόποινο αποτέλεσμα είναι να είχε το πρόσωπο αυτό ιδιαίτερη, δηλ. (ειδική και όχι γενική), νομική (και όχι ηθική ή άλλη) υποχρέωση να παρεμποδίσει με ενέργεια του την επέλευση του συγκεκριμένου αξιόποινου αποτελέσματος. Πηγές της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, μπορεί να είναι είτε ρητή διάταξη νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή σύμβαση ή συγκεκριμένη προηγούμενη του αποτελέσματος άδικη πράξη του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος (Νομολογία: Α.Π. 242/2010, Τρ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 317/2003, Πράξη § Λογ. Π.Δ., σελ. 198, Α.Π. 1583/87, Ποιν. Χρον. 1988, σελ. 241) Κατά παγία δε νομολογία, για την κατ' άρθ. 321 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. (και άρθ. 6 παραγρ. 3, εδ. α' και β' της Ε.Σ.Δ.Α.) πληρότητα και εγκυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που φέρεται ότι προκλήθηκε με σύνολο συμπεριφοράς, στην οποία περιλαμβάνεται παράλειψη, πρέπει αφενός μεν να αναφέρεται η διάταξη του άρθ. 15 Π.Κ. αφετέρου δε να προσδιορίζεται ειδικά η πηγή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης προς ενέργεια του φερομένου ως υπαιτίου και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο αυτή πηγάζει. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά από το κλητήριο θέσπισμα, τότε αυτό είναι ΑΚΥΡΟ, σύμφωνα με το άρθ. 321 παρ. 4 Κ.Π.Δ. (ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: Α.Π. 1505/2007, Ποιν. Χρον Λ/Η' σελ. 437, Α.Π. 84/2008, Ποιν. Χρον. ΝΗ' σελ. 883).
Συνεπώς, στην περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αμελής συμπεριφορά συνίσταται σε παράλειψη τήρησης μέτρων ασφαλείας, πρέπει υποχρεωτικά να παρατίθενται στο κλητήριο θέσπισμα και οι διατάξεις των κανόνων δικαίου που επιβάλλουν την τήρηση των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, καθώς αυτές συνιστούν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του να μεριμνήσει για την τήρηση τους, η παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας, εφόσον επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ανάγεται στο σχετικό έγκλημα ενέργειας (μη γνήσιας παράλειψης, κατά το άρθ. 15 Π.Κ.). Πέραν του ότι η ανωτέρω νομολογία έχει πλέον παγιωθεί, επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση που οι προϋποθέσεις ύπαρξης αξιόποινης πράξης ορίζονται σε ειδική διάταξη κανόνα δικαίου, μη αναφερομένη στον Π.Κ., πρέπει υποχρεωτικά στο κλητήριο θέσπισμα να αναγράφεται και αυτή η διάταξη, βάσει της οποίας καθίσταται αξιόποινη η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη. (Α.Π. 1887/1989, Ποιν. Χρον. Μ, σελ. 889, Α.Π. 309/1972, Ποιν. Χρον. KB, σελ. 524). Επομένως, σε κάθε περίπτωση που η αμελής συμπεριφορά που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αφορά σε τήρηση μέτρων ασφαλείας, πρέπει, για την πληρότητα του κλητηριου θεσπίσματος, να αναφέρονται ειδικά σ' αυτό οι διατάξεις των κανόνων δικαίου, οι οποίοι επιτάσσουν την τήρηση τους, καθώς οι διατάξεις αυτές αποτελούν τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων θα κριθεί αν είναι αξιόποινη ή όχι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συμπεριφορά. Στην υπό κρίση υπόθεση, το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα εντελώς αόριστα μου αποδίδει αναληθώς ότι ενώ ήμουν Αρχιμηχανικός (γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς δεν ήμουν και δεν επέβαινα στο εν λόγω δεξαμενόπλοιο ως Αρχιμηχανικός) του υπό σημαία Λιβερίας δεξαμενόπλοιου "Β. II" και ενώ αυτό έπλεε σε διεθνή ύδατα, δήθεν επέτρεψα μαζί με τους άλλους συγκατηγορουμένους μου, στο προαναφερθέν συνεργείο εφαρμοστών να εκτελεί με ιδιαίτερη ταχύτητα τις εργασίες αφαίρεσης των σωληνώσεων θέρμανσης φορτίου που βρίσκονταν στις 16 δεξαμενές του, χωρίς να τηρείται η ασφαλής διαδικασία για την εκτέλεση του έργου αυτού, δηλ. με παράλειψη των μέτρων ασφαλείας που αναφέρει (χωρίς να λύνονται οι σωληνώσεις από τις φλάντζες τους και να καθαρίζονται με την υπό πίεση διοχέτευση εντός αυτών θαλασσινού νερού για την απομάκρυνση εύφλεκτων υπολειμμάτων παλαιότερων φορτίων που είχαν εισχωρήσει στις σωληνώσεις και χωρίς να πραγματοποιείται μέτρηση για την ανίχνευση των επικίνδυνων αερίων στις δεξαμενές αμέσως μετά τον ανωτέρω καθαρισμό).
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ΔΕΝ αναφέρει ούτε τους κανόνες δικαίου, βάσει των οποίων ήμουν εγώ υπεύθυνος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών, ούτε τους κανόνες δικαίου που καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και επιτάσσουν την τήρηση τους ούτε τους κανόνες δικαίου που καθιστούν υπεύθυνο για την επίβλεψη της τήρησης τους τον Αρχιμηχανικό σε περίπτωση κατά την οποία είχα αυτήν την ιδιότητα, δηλ. ΟΥΔΟΛΩΣ προσδιορίζει τον κανόνα δικαίου βάσει του οποίου ανάγεται η αποδιδομένη σε μένα συμπεριφορά σε έγκλημα ΟΥΤΕ την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση μου νια τη λήψη και την τήρηση των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας που φέρεται ότι παραλείφθηκαν ΟΥΤΕ τον κανόνα δικαίου από τον οποίο απορρέει αυτή η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ως εκ τούτου είναι ΑΚΥΡΟ, κατ' άρθ. 321 παρ. 1 και 4 Κ..Π.Δ. Ενώ τέλος δεν αναφέρει από ποιο στοιχείο προέκυπτε, ότι είχα την ιδιότητα του Αρχιμηχανικού. Επειδή με βάση τα προαναφερθέντα το κλητήριο θέσπισμα δυνάμει του οποίου παραπέμπομαι ενώπιον Σας να δικασθώ ως κατηγορούμενος είναι ΑΚΥΡΟ".Το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αυτή, με την υπ` αριθμό 1265/2012, παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την οριστική απόφασή του, με την παρακάτω αιτιολογία: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠΔ η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμπεται σε δίκη ο κατηγορούμενος με κλητήριο θέσπισμα πρέπει να προσδιορίζεται σ'αυτό (κλητήριο θέσπισμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία. Τούτο δε, διότι, ο κατηγορούμενος πρέπει να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδόμενης σ'αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης κατηγορίας για να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Πλέον τούτου το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιλαμβάνει και το άρθρο του ποινικού νόμου το οποίο προβλέπει την πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από τις ως άνω διατάξεις πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α)να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους Ν. κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β)να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δε προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, επίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ)να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ το οποίο προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει το αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παραλείψεως ισοδυναμεί νομικώς με την δι'ενεργείας παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη στο νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος, με ενέργειες του δράστη, που επενεργούν αμέσως, και ο οποίος υπέχει θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του προσβαλλόμενου (με το ως άνω αποτέλεσμα) εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α)από ρητή επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη του νόμου β)από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια γ)από ειδική σχέση, που μπορεί να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, με την οποία αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον δ)από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Επί του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (ΠΚ 302) ο ποινικός νόμος διατυπώνει εξ υπαρχής την αντικειμενική υπόσταση ούτως ώστε περιλαμβάνει απευθείας σ'αυτή και την με παράλειψη τέλεση, χωρίς δηλαδή την ανάγκη συνδυασμού με το άρθρο 15 ΠΚ, το οποίο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι και ήδη εκκαλούντες Δ. Λ., Κ. Μ. και Β. Ε. πλοίαρχος, αρχιμηχανικός και Α'μηχανικός του δεξαμενόπλοιου "B. II", επί του οποίου, από αποδιδόμενη σ'αυτούς αμέλεια προκλήθηκε ο θάνατος του εργαζομένου σ'αυτό, Ε.Λ. προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, παραδεκτός, ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διότι δεν περιέχονταν σ'αυτό η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ καθώς και οι νομικές διατάξεις με τις οποίες προέκυπτε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους προς αποτροπή του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος (θάνατος εξ αμελείας) με τη λήψη και τήρηση των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και οι κατηγορούμενοι με ειδικό λόγο των ξεχωριστών εφέσεών τους, την επαναφέρουν και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή ορθώς απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (έστω και με ελλειπή αιτιολογία) διότι κατά τα προαναφερθέντα δε απαιτείτο η αναφορά του άρθρου 15 ΠΚ και όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συγκεκριμένου κλητηρίου θεσπίσματος (Α04/4257/2004) αναφέρονταν σ'αυτό οι ιδιότητες των κατηγορουμένων (πλοίαρχος, αρχιμηχανικός, Α' μηχανικός) από την οποία και απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 4 ΒΔ 806/1970 (πλοίαρχος) 66, 71, 72 ιδίου ΒΔ (μηχανικοί) (ΑΠ 660/2011, ΑΠ 1308/2011, ΑΠ 1341/2004). Ο λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος". Η παραπάνω αιτιολογία, της απορριπτικής της ενστάσεως παρεμπίπτουσας αποφάσεως, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι πλήρως αιτιολογημένη, αφού αναφέρονται σε αυτήν οι νομικές σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου για απόρριψη της ένστασης, με τις παραδοχές ότι στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου, η αμελής συμπεριφορά του και οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου από τους οποίους απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αποτροπής του ως άνω αποτελέσματος. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος των προσθέτων λόγων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για, έλλειψη αιτιολογίας, της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, περί απόρριψης της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 6841/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Γ. - Ι. κατοίκου ... και τους από 29-1-2013, Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1265/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή