Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2264 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ο πράκτωρ είναι και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Απορρίπτει αίτηση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 2264/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ράϊκο, περί αναιρέσεως της 2049/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1664/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Νόμου 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με τη νέα αυτή ρύθμιση, καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνο η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ, συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικές στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεση του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές, με την εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μίας πραγματικής καταστάσεως από μόνη τη διενέργεια εκ μέρους του, ανάλογων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή "εν τοις πράγμασι". Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που τελέσθηκε μετά την 3η Ιουνίου 1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Νόμου 2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ' αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, τα οποία εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία έχει καταρτίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/85 και του Π.Δ. 298/1986, σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι προμηθείας να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και τη εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορικού Νόμου, 713 επ. του Αστικού Κώδικα και 3 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως. Βέβαια, στο άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 298/1986, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Όμως η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση φέρει το χαρακτήρα μικτής συμβάσεως, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κύριας (πρακτορικής) συμβάσεως. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα, κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής συμβάσεως και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορικού Νόμου και 713 επ. του Αστικού Κώδικα. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2049/2007 απόφαση του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ως υπαίτιο του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και των οποίων η συνολική αξία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ. Ειδικότερα, υπό την ιδιότητα του ως ασφαλιστικού πράκτορα, με την από 4.5.99 σύμβαση πρακτόρευσης συμφώνησε με την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία "... Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών" να αναλάβει, έναντι προμήθειας, τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της παραπάνω εταιρείας και του κοινού στην περιφέρεια του Νομού Αττικής και συγκεκριμένα στους κλάδους πυρός και συνδυασμένων κινδύνων, αυτοκινήτων, προσωπικών ατυχημάτων και αστικής ευθύνης με την ειδικότερη υποχρέωση να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας τα ασφάλιστρα των συμβολαίων που καταρτίζονταν με τη μεσολάβηση του και να αποδίδει στην εταιρεία στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου, το ποσό των ασφαλίστρων που είχε εισπράξει κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, μετά την παρακράτηση της προμήθειας του, κι ενώ κατά το διάστημα της ισχύος της παραπάνω σύμβασης πρακτόρευσης εισέπραξε με την προαναφερόμενη ιδιότητα του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας το ποσό των 44.056.487 δρχ., οφείλοντας να αποδώσει στην εγκαλούσα, μετά την αφαίρεση της προμήθειας του εκ δρχ. 7.234.921, το ποσό των 36.821.566 δρχ. απέδωσε στην ως άνω εντολέα του εταιρεία μόνο το ποσό των 4.081.334 δρχ. ιδιοποιούμενος παρανόμως το υπόλοιπο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 32.740.232 δρχ. και ενσωματώνοντας αυτό στην ατομική του περιουσία" και αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών. Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να οδηγηθεί στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, διέλαβε στην απόφαση του την παρακάτω αιτιολογία: " ...Στην προκειμένη περίπτωση, από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εν γένει διαδικασία, αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως πρακτορεύσεως που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 4.5.1999 μεταξύ του κατηγορουμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία έχει ήδη τεθεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την ανάκληση της λειτουργίας της, ο κατηγορούμενος ανέλαβε να αντιπροσωπεύει την ενάγουσα ως ασφαλιστικός πράκτορας, ήτοι να μεσολαβεί έναντι προμηθείας, για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Νομού Αττικής. Βάση της σύμβασης αυτής, ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει το πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων του προηγουμένου διμήνου και να καταθέτει αυτά (ασφάλιστρα), μετά την παρακράτηση της προμήθειας του, στο ταμείο του καταστήματος της τελευταίας στο ..., άλλως, σε περίπτωση δηλαδή που δεν κατέβαλε τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα μέχρι το τέλος του μήνα, να θεωρούνται ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις της. Στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο 1999 μέχρι Οκτώβριο του ιδίου έτους, ο κατηγορούμενος μεσολάβησε για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων στους κλάδους πυρός και συνδυασμένων κινδύνων αυτοκινήτων, προσωπικών ατυχημάτων και αστικής ευθύνης και εισέπραξε συνολικά για λογαριασμό της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας το ποσό των 44.056.487 δρχ., όφειλε δε με βάση τους όρους της σύμβασης να αποδώσει μετά την αφαίρεση της προμήθειας του (7.234.921) το ποσό των 36.821.566 δρχ. πλην όμως ο κατηγορούμενος απέδωσε στην εταιρεία μόνο το ποσό των 4.081.334 δρχ. και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 32.740.232 δρχ., αρνούμενος να το αποδώσει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα, ουδέν ποσό έχει αποδώσει σ' αυτήν έναντι των οφειλομένων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, αφού εισέπραξε για λογαριασμό και κατ' εντολήν της ασφαλιστικής εταιρείας το παραπάνω ποσό, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και άνω τω ν 25.000.000 δρχ. και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, αρνούμενος να το αποδώσει και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός του δε, ότι η πράξη του αυτή φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, γιατί το εισπραχθέν ποσό κατείχε ως θεματοφύλακας και όχι ως εντολοδόχος, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, χωρίς να έχει την υποχρέωση να προσδιορίζει τι ακριβώς προκύπτει από τον καθένα και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 375 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες το Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς δέχεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας γενικότερα και εκείνος (αναιρεσείων) ειδικότερα δεν συνδέεται με σχέση εντολής με την ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και είναι διαχειριστής αυτής, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι ευθύνεται μόνο ως θεματοφύλακας, είναι αβάσιμες, ενόψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω και η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση και ασάφεια μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της αποφάσεως, ως προς τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό της πράξεως, αφού στην κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, εφ' όσον αυτές έχουν τελεσθεί μετά την 3η Ιουνίου 1999, είναι αβάσιμη, διότι από την αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού με το αιτιολογικό, σαφώς προκύπτει ότι στο διατακτικό αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως το χρονικό διάστημα "από τον Αύγουστο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 1999", ήτοι μετά την 3η Ιουνίου 1999, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μεσολαβούσε για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων και εισέπραττε από τους ασφαλισμένους τα ασφάλιστρα, ήτοι από "Μάιο 1999 μέχρι Οκτώβριο του ίδιου έτους" και επομένως δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίφαση ή ασάφεια.
ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 108/21.9.2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2049/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή