Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1495 / 2018    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απαράδεκτο αναιρέσεως.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση κατηγορουμένου για έλλειψη
αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και υπέρβαση εξουσίας. Αόριστοι
οι λόγοι περί ελλείψεως αιτιολογίας, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής
ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και περί υπερβάσεως εξουσίας. Αόριστες και
απαράδεκτες και οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει αναίρεση ως
απαράδεκτη.





Αριθμός 1495/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Σιταράς, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Α. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζηλελέκα, για αναίρεση της υπ'αριθ. .../2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαίρη Διακολίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 363 του Π.Κ. "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή και την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η προερχόμενη ή από ίδια πεποίθηση, ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό που αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και την ευπρέπεια. Ως γεγονότα με την ανωτέρω έννοια θεωρούνται και οι εξυβριστικοί χαρακτηρισμοί εφόσον βρίσκονται σε άμεση σύνδεση με αυτά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Έτσι, στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από τα ως άνω άρθρα 362 και 363 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, η ύπαρξη του άμεσου αυτού δόλου (γνώση του ψευδούς), είτε πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση, είτε πρέπει να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν. Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, όταν υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του ως προς αυτά ή το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο αυτού είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αληθείας ή αναληθείας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κ.λπ., αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Επίσης, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. Α.Π. 2/2002, Ολ. Α.Π. 19/2001). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τις παραδοχές της ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποια είναι η αληθινή έννοια και ερμηνεία της διατάξεως αυτής. Και για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να προσδιορίζεται ποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις που συνιστούν υπέρβαση εξουσίας παρέβη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η μη άσκηση από το Δικαστήριο δικαιοδοσίας που του δίνει ο νόμος ή η άσκηση από το Δικαστήριο δικαιοδοσίας που δεν του δίνει ο νόμος, καθώς και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 26-1-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος, η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Δ. και για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό …2017 έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται η με αριθ. .../2016 κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν, και στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκτίθενται, κατά πιστή, επί λέξει, αντιγραφή, τα εξής: "1. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παράβαση των άρθρων 139 ΚΠοινΔ, 20 και 93 § 3 του Ελληνικού Συντάγματος, 6 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 510 § 1 στοιχείο Δ' ΚΠοινΔ. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Ελληνικού Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στην απόφαση όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, οι οποίες αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος, χωρίς να υπάρχει συσχέτισης και αξιολόγησης αυτών, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τα άρθρα 98 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της τυχόν καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής, στην εξάλειψη αυτής του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης κατ' άρθρο 139 ΚΠοινΔ υπάρχει (Βλ. Καρράς, Ποιν. Δικόν. Δίκαιο, σελ. 748) όταν αναφέρονται σε αυτήν: A) Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία συνάγεται θεμελίωση ή όχι της αντίστοιχης εγκληματικής πράξης, όπως περιγράφεται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις αντικειμενικές υποστάσεις της πράξης της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και ότι η πράξη αποφασίστηκε ή τελέστηκε με πρόθεση (δόλο). Β) Τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία γίνονται δεκτά από την απόφαση καθώς και το περιεχόμενο αυτών. Γ) Τις σκέψεις και τους συλλογισμούς βάση των οποίων το δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για την παραδοχή ή απόρριψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει λογική ακολουθία μεταξύ πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών μέσων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ή δεν υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση δόλος καθώς και πλήρωση των υπολοίπων στοιχείων που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ι' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό .../05-12- 2016, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, με κήρυξε ένοχο για την παράβαση των άρθρων 363-362 του Π.Κ. και με καταδίκασε για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και μου επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, με κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα στις 16-03-2009 ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψή του τελώντας σε γνώση της αναλήθειας αυτού και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατά την ανωτέρω ημερομηνία κατέθεσε την υπ' αριθμόν .../2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της τότε εν διαστάσει συζύγου του Α. Μ., στην οποία αιτούμενος την προσωρινή ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας της κόρης τους Κ. - Δ. και την μετοίκησή της από την συζυγική εστία, αναφέρθηκε στο πρόσωπο της εγκαλούσης, εκθέτοντας - μεταξύ άλλων-ότι είχε εμπλακεί σε "ροζ σκάνδαλο" στην υπηρεσία όπου εργάζεται (υπουργείο Εσωτερικών) για το οποίο υπήρχε δημοσίευμα στις 11-11-2008 στην ημερήσια εφημερίδα ... σχετικά με το ότι είχε νοικιάσει διαμέρισμα με νεαρή συνάδελφο όπου συναντιόντουσαν με τους εραστές τους, ισχυριζόμενος περαιτέρω ψευδώς ότι απογευματινές ώρες ενώπιον της κόρης τους, η εγκαλούσα τηλεφωνούσε στην συγκεκριμένη φίλη της για να συζητήσουν τις εμπειρίες από τις ερωτικές συνευρέσεις τους, ότι διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς κατά το διάστημα της συμβίωσης μαζί του και πριν την κατάθεση της αίτησης διαζυγίου, ότι τον ίδιο (τον κατηγορούμενο) και τους γονείς του, τους αποκαλούσε "κωλόβλαχους", ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 2723/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία της είχε επιδικασθεί διατροφή, μιλούσε επιτιμητικά γι' αυτόν προσβάλλοντας το πρόσωπό του εκφραζόμενη με χυδαίο τρόπο για τις σχέσεις της, ισχυρίσθηκε δε τα ανωτέρω προς υποστήριξη των αιτημάτων του και με σκοπό την υπέρ αυτού έκβαση της υπόθεσης, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν αναληθή, οι δε εν λόγω ψευδείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ως διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των οποίων γνώση έλαβε η εγκαλούσα με την επίδοση της αίτησης τον Ιούνιο του έτους 2009 και που διατυπώθηκαν ενώπιον των τρίτων, ήτοι όσων έλαβαν γνώση του περιεχομένου της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης". Στην προκειμένη περίπτωση το Ι' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών , που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με καταδίκασε με την παρακάτω αιτιολογία, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την ενοχή μου ως κατηγορούμην και ειδικότερα με το εξής σκεπτικό: "Η έφεση έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό κατά το τυπικό της μέρος και να εξετασθεί η υπόθεση κατ' ουσία. Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου στην Αθήνα, στις 16-03-2009, ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, τελώντας σε γνώση της αναλήθειας αυτού και συγκεκριμένα, κατά την ως άνω ημερομηνία κατέθεσε την υπ' αριθμό .../2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της τότε εν διαστάσει συζύγου του Α. Μ. στην οποία αιτούμενος την προσωρινή ανάθεση της αποκλειστικής επιμελείας της κόρης τους Κ. - Δ. και την μετοίκησή της από την συζυγική εστία αναφέρθηκε στο πρόσωπο της εγκαλούσης, εκθέτοντας - μεταξύ άλλων - ότι είχε εμπλακεί σε "ροζ σκάνδαλο" στην υπηρεσία όπου εργάζεται (υπουργείο Εσωτερικών) για το οποίο υπήρχε δημοσίευμα στις 11-11-2008 στην ημερήσια εφημερίδα ... σχετικά με το ότι είχε νοικιάσει διαμέρισμα με νεαρή συνάδελφο όπου συναντιόντουσαν με τους εραστές τους, ισχυριζόμενος περαιτέρω ψευδώς ότι απογευματινές ώρες ενώπιον της κόρης τους, η εγκαλούσα τηλεφωνούσε στην συγκεκριμένη φίλη της για να συζητήσουν τις εμπειρίες από τις ερωτικές συνευρέσεις τους, ότι διατηρούσε εξωσυζυγικούς δεσμούς κατά το διάστημα της συμβίωσης μαζί του και πριν την κατάθεση της αίτησης διαζυγίου, ότι τον ίδιο (τον κατηγορούμενο) και τους γονείς του, τους αποκαλούσε "κωλόβλαχους", ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 2723/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία της είχε επιδικασθεί διατροφή, μιλούσε επιτιμητικά γι' αυτόν προσβάλλοντας το πρόσωπό του εκφραζόμενη με χυδαίο τρόπο για τις σχέσεις της, ισχυρίσθηκε δε τα ανωτέρω προς υποστήριξη των αιτημάτων του και με σκοπό την υπέρ αυτού έκβαση της υπόθεσης, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν αναληθή, οι δε εν λόγω ψευδείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ως διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των οποίων γνώση έλαβε η εγκαλούσα με την επίδοση της αίτησης τον Ιούνιο του έτους 2009 και που διατυπώθηκαν ενώπιον των τρίτων, ήτοι όσων έλαβαν γνώση του περιεχομένου της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω κατηγορίας, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή εκείνων στη διάταξη που εφαρμόσθηκε και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. II. Η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς η κρίση: α. Αναφέρεται ανελέγκτως μεν σε πραγματικά περιστατικά την ορθότητα όμως των οποίων αμφισβητώ ως ένα συνονθύλευμα στοιχείων και ως αποτέλεσμα επαγωγικών συλλογισμών, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, όχι μόνο γιατί έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα εγώ υποστηρίζω, όσο γιατί αφενός δεν αναφέρεται ειδικά από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, αλλά συλλήβδην "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία. . . ." και αφετέρου οδηγείται σε συμπεράσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν λογικοί ακροβατισμοί. β. Η υπ' αριθ. .../05-12-2016 απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι προκύπτει ότι ως προς την διαμόρφωση της κρίσεώς του δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλα τα μέσα αποδείξεως κατ' είδος, που τέθηκαν στη διάθεση του και υπήρχαν στη δικογραφία της υποθέσεως. Ωστόσο το Δικάσαν Δικαστήριο με κήρυξε ένοχο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, χωρίς να αιτιολογήσει που βασίστηκε. γ. Η υπ' αριθ. .../05-12-2016 απόφαση του I' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι πρόκειται για δικαιολογημένη ανησυχία μου προκειμένου να φροντίσω, ως όφειλα, για την επιμέλεια και μόνο της ανήλικης τότε θυγατέρας μου. Κατόπιν τούτων, εύλογα το αίσθημα της ανησυχίας διατρανώθηκε μέσα μου και λειτούργησα προστατευτικά για την ανήλικη θυγατέρα μου, γεγονός το οποίο επισημάνθηκε και από την εισαγγελική έδρα κατά την αγόρευση του κ. εισαγγελέως, "λόγω του ότι ο κατηγορούμενος παρασύρθηκε από τον κ. Κ., προτείνοντας την αθώωσή του". Επικουρικά πρέπει να μου αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις του ρθρου 84 § 2 περ. α', γ' και ε' του ΠΚ. Συγκεκριμένα: α. Ωθήθηκα στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά της τέως συζύγου μου, ως αναφέρεται και ανωτέρω (84 § 2 εδ. γ'), ευρισκόμενος εν βρασμώ ψυχής, αφού αυτή (τέως σύζυγός μου) και ήδη εγκαλούσα εκείνο το χρονικό διάστημα είχε την επιμέλεια της τότε ανήλικης θυγατέρα μας. β. Έως και σήμερα έζησα και ζω έντιμη ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αυτό αποδεικνύεται και από το "λευκό" ποινικό μητρώο μου (84 § 2 εδ. α' και ε' ΠΚ) και από το ότι δεν έχω διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη (84 § 2 εδ. ε' ΠΚ). Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ,Ποιν.Δ.). III. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, η οποία απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επειδή ελλείπει παντελώς η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ,Ποιν.Δ. και η οποία υπάρχει, όταν περιέχονται σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Επειδή συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση (ΚΠοιν.Δ. 510 § εδ. Ε') εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επειδή περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε και επειδή εν προκειμένω υφίστανται άπασες οι προϋποθέσεις. IV. Υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 εδ. Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το Δικαστήριο είτε ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της, είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το Νόμο, αν και συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Διότι και στην τελευταία περίπτωση, παρά την υποχρέωση την οποία έχει να δικάσει και την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας, κάνει κάτι που ο νόμος δεν του το επιτρέπει. Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί αυτοτελών ισχυρισμών είτε τους απορρίπτει σιωπηρά ή και ρητά ΧΩΡΙΣ, όμως αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ούτε καν σχολίασε και ούτε αναφέρει στα αναγνωστέα έγγραφα την από 24-10-2008 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Κ. Σ. του Δ. ενώπιον του αρμοδίου υπαστυνόμου του Α.Τ. Συντάγματος, την οποία όχι μόνο προσκόμισε στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία η εγκαλούσα, αλλά και διαβάσθηκε τόσο από τον κ. Πρόεδρο, όσο και από την εκ δεξιών του κ. Προέδρου, κ. Πάρεδρο, ως και την από 02-06-2010 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον της Κας Πταισματοδίκη Αμαρουσίου του μάρτυρα Σ. Κ. του Δ., την οποία, προσκομίσαμε στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και αυτή διαβάσθηκε τόσο από τον κ. Πρόεδρο, όσο και από την εκ δεξιών του κ. Προέδρου, κ. Πάρεδρο, αλλά δια της σιωπής εξαφανίσθηκαν ως μη υπάρχουσες. Οι ανωτέρω ένορκες εξετάσεις μάρτυρα είναι η ουσία της όλης υποθέσεως, αφού ο ίδιος ο μάρτυρας με ενημέρωσε για όλα, εκθέτοντας - μεταξύ άλλων - ότι η τέως σύζυγός μου και ήδη εγκαλούσα, μαζί με την σύζυγό του είχαν εμπλακεί σε "ροζ σκάνδαλο" στην υπηρεσία όπου εργάζονται (υπουργείο Εσωτερικών) και μάλιστα υπήρχε και σχετικό δημοσίευμα στις 11-11-2008 στην ημερήσια εφημερίδα ..., το οποίο και μου προσκόμισε, σχετικά. Προ αυτής της καταστάσεως ανησύχησα για την ανήλικη τότε θυγατέρα μου. Αυτό έπραξα και τίποτα περισσότερο.
Εν προκειμένω το Δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοσία του να αποφανθεί επί των αυτοτελών ισχυρισμών μου, αλλά τους απέρριψε σιωπηρά. Άρα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τον ανωτέρω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άρθρο 510 § 1 εδ. Η' Κ.Ποιν.Δ.. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' υποπερ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). Ο αναιρεσίων δήλωσε ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκείται η παρούσα αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα κατά της υπ' αριθμ. .../05-12-2016 αποφάσεως του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 465 § 1, 474, 504 και Κ.Π.Δ. εντός της νομίμου χρονικής προθεσμίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 473 § 3 και ότι παραδεκτά συνεπώς εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η παρούσα αίτηση αναιρέσεως για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 § 1 λόγους, όπως πιο πάνω προτείνονται, καθώς επίσης και για τους τυχόν υπάρχοντες και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενους άλλους λόγους κατά το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.. Ακολούθως και για τους λόγους αυτούς ο αναιρεσείων, ζήτησε αφού γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί και εξαφανισθεί η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. .../05-12-2016 απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια δήλωσε ότι αν δεν αναφέρεται κάποιος λόγος στην αναίρεση, ο λόγος αυτός επικαλύπτεται από τους λοιπούς, ώστε όλοι μαζί οι λόγοι να αποτελούν ενιαίο σύνολο". Όμως, με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, αποτελούν απλώς αντιγραφή της έννοιας της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία και δεν προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος, σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικές πλημμέλειες και αιτιάσεις, ποιες οι ασάφειες, ποιες οι ελλείψεις, τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις και σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά τον λόγο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογία, η οποία αναφέρεται και στην έκθεση αναιρέσεως, ακόμη και ως προς τη γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών από μέρους του αναιρεσείοντος, που την στηρίζει και σε προσωπική του αντίληψη, για να είναι ορισμένος και επιδεκτικός δικαστικής εκτιμήσεως ο λόγος αυτός, θα έπρεπε να προσδιορίζεται με σαφήνεια στην αίτηση αναιρέσεως σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της ή οι τυχόν αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της, καθώς και ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και να μην αναφέρεται ο αναιρεσείων αορίστως στην κατά το νόμο έννοια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς να την εξειδικεύει σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως. Όσον αφορά τον λόγο περί εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε, ποια είναι η πλημμέλεια σε σχέση με τη διάταξη που παραβιάστηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τις παραδοχές της ή αν επικαλείται εκ πλαγίου παραβίαση, την διάταξη που παραβιάστηκε και σε τι συνίστανται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ή αν επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία, ποια διάταξη ερμηνεύτηκε εσφαλμένα και ποια είναι η αληθινή έννοια και ερμηνεία της, αλλ' αρκείται στο να αναφέρεται αορίστως στην κατά το νόμο έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Και όσον αφορά το λόγο περί υπερβάσεως εξουσίας, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η υπέρβαση εξουσίας, δηλαδή δεν προσδιορίζει σε τί συνίσταται η μη άσκηση από το Δικαστήριο δικαιοδοσίας που του δίνει ο νόμος ή σε τι συνίσταται η άσκηση από το Δικαστήριο δικαιοδοσίας που δεν του δίνει ο νόμος, καθώς και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, αλλ' αρκείται και πάλι στο να αναφέρεται αορίστως στην κατά το νόμο έννοια της υπερβάσεως εξουσίας, χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει πως και γιατί υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που υπέβαλε και που δεν αιτιολόγησε την απόρριψή τους η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου της ουσίας και τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε τούτο και δεν χρειαζόταν, όπως προαναφέρθηκε στην αρχή, να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικά και από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, οι αιτιάσεις περί δικαιολογημένης ανησυχίας του αναιρεσείοντος και περί παρασύρσεώς του από τον Κ. είναι απαράδεκτες και τούτο διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και το αίτημα για αναγνώριση από τον Άρειο Πάγο των ελαφρυντικών περιστάσεων της ωθήσεως στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας, του προτέρου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς(84 παρ. 2 περ. γ', α' και ε' Π.Κ.) είναι επίσης απαράδεκτο.
Επομένως, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση είναι αόριστοι και απαράδεκτοι, όπως απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις της που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων από τον Άρειο Πάγο, με συνέπεια να μη περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κανένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί (άρθρ. 476 και 513 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2017 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Α. Π. του Θ., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. …2017 έκθεση αναιρέσεως ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Δ., περί αναιρέσεως της .../2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος ο Αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ