Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1510 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια. Σύγκρουση σκαφών. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατηγορουμένου οδηγού σκάφους, ως αβάσιμη. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Το δικαστήριο έλαβε υπόψη το βαθμό μόνο της αμέλειας και δεν απέβλεψε στην ένταση του δόλου του αναιρεσείοντος και στα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος και την αφορμή που δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε ο κατηγορούμενος όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αιτιολογικό, χωρίς να δημιουργείται από αυτό το λόγο ασάφεια ή αντίφαση, αφού προκύπτει ότι από πρόδηλη παραδρομή δεν διαγράφηκε από το ειδικό σκεπτικό επιμέτρησης της επιβλητέας ποινής, η έντυπη περικοπή των παραπάνω φράσεων που προσιδιάζουν στα εγκλήματα δόλου και όχι στα εξ αμελείας, όπως τα κριθέντα.




Αριθμός 1510/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2013με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μινέρβα Αντωνίου, για αναίρεση της υπ' αριθ 140-154/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Δ. Μ. του Ι., 2 Ι. Μ. του Α., αμφότεροι κάτοικοι ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν και 3. Π. Χ. ’. Μ., κάτοικο ..., η οποία δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2013 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 18 Οκτωβρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/2013.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος (βλ. Ολ.ΑΠ 3/2012). Τα ίδια ισχύουν ως προς την αμέλεια και στο έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια του άρθρου 314 ΠΚ, που στην παρ. 1 εδάφ. α' αυτού ορίζει ότι " όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 140-154/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος στις 24-4-2006 και περί ώρα 05.30 οδηγώντας το ταχύπλοο σκάφος " …" Τ. Λεμβολογίου Αστακού 37 εκινείτο από το Μύτικα Αιτωλ/νίας με κατεύθυνση] προς το νησί Κάλαμπο που ευρίσκεται απέναντι από τον Κάλαμο. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Γεν. Κανονισμού Λιμένα (αριθ. 20) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 156 του Ν.Δ. 187/1973 (Α 261) περί ΚΔΝΔ και ισχύει στη θαλάσσια έκταση της περιοχής δικαιοδοσίας κάθε λιμενικής Αρχής της χώρας η κυκλοφορία του ταχύπλοου σκάφους, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις του Κανονισμού απαγορεύεται α) σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από το εξωτερικό μέρος των πλωτών σημαντήρων του άρθρου 26, που επισημαίνουν τα όρια μέχρι τα οποία φθάνουν συνήθως κολυμπώντας οι λουόμενοι στις λουτρικές εγκαταστάσεις, β) σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από το συνηθισμένο σημείο στο οποίο φθάνουν κολυμπώντας οι λουόμενοι στις θαλάσσιες περιοχές που δεν επισημαίνονται με πλωτούς σημαντήρες, γ) σε κάθε περίπτωση με ταχύτητα μεγαλύτερη των 5 κόμβων, σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από την ακτογραμμή στις περιοχές που δεν υπάρχουν λουόμενοι. Ο κατηγορούμενος κατά τον χειρισμό του σκάφους από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής της οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει από τις περιστάσεις, καθόσον εκινείτο σε θαλάσσια περιοχή από όπου διέρχονται και άλλα σκάφη, ήταν νύχτα με περιορισμένη ορατότητα και ευρισκόμενος από την επίδραση αλκοόλ, καθόσον έφερε στο αίμα του ποσότητα αλκοόλ 35 gr/l αίματος, η οποία δεν εμπίπτει στο όριο του ποινικώς αξιόποινου, συνεκτιμάται όμως για την αξιολόγηση της εν γένει συμπεριφοράς του, ενισχύουσα την περί αμελείας αυτού κρίση δεν τήρησε τους κανόνες ασφαλούς ναυσιπλοΐας, δεν απομακρύνθηκε από την παράλια γραμμή του Μύτικα, ούτε κινήθηκε αρχικώς ανοικτά της παραλίας ώστε να αποφύγει τυχόν εμπόδια στην πορεία του. Ειδικότερα σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του Κανονισμού Λιμένα όφειλε να κινηθεί ανοικτά και κάθετα προς το πέλαγος και αφού φθάσει σε απόσταση τουλάχιστον 200 μέτρων από την ακτή να στρίψει προς νότο. Πλησίον δε της ακτής και σε απόσταση 200 μ. από αυτή, ανεξαρτήτως του νομίμου της διελεύσεως του από αυτή, ανεξαρτήτως του νομίμου της διελεύσεως του από αυτή η ταχύτητα του σκάφους δεν έπρεπε να υπερβαίνει τους πέντε (5) κόμβους. Αντιθέτως αυτός κινούμενος με ανεπίτρεπτη ταχύτητα 28 μιλίων (αφού η μηχανή του σκάφους είχε 5.000 στροφές) αντί της επιτρεπόμενης των 5 κόμβων ήτοι των 5 μιλίων περίπου (1 ναυτικό μίλι=1.851,85 μ., 1 κόμβος=1.862 μέτρα) χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα ναυσιπλοΐας, κινήθηκε παράλληλα προς τη θαλάσσια γραμμή του Μύτικα σε απόσταση 30-50 μέτρων από αυτή. Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του ήταν να μη μπορέσει να εντοπίσει εγκαίρως το ευρισκόμενο με αναμμένα τα φώτα ακυροβολίο σε προσωρινή στάση έξω από το λιμάνι του Μύτικα σκάφος " …" λεμβολογίου Λευκάδας 2082, ιδιοκτησίας Δ. Μ. οδηγούμενο από τον Ιδιο στο οποίο επέβαιναν οι Δ. Μ. και ’. Μ. να επιπέσει επί της αριστερής πλευράς του σκάφους αυτού και να τραυματίσει θανάσιμα τον ’. Μ. και προκαλέσει σωματική βλάβη στον Δ. Μ. κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι με την 9/2008 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Λευκάδος, που εκδόθηκε επί της από 21-6-2006 (με αύξ. αριθ. κατ. 30/2006) αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία των Δ. Μ. κλπ. κρίθηκε, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο οδηγό σκάφους, σε ποινή φυλακίσεως εικοσιτεσσάρων (24) μηνών για την ανθρωποκτονία από αμέλεια και σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για την σωματική βλάβη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως εικοσιοκτώ (28)μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του ’. Μ. και για σωματική βλάβη του Δ. Μ., σε βάρος του αναιρεσείοντος οδηγού ταχύπλοου σκάφους, για τα οποία καταδικάστηκε. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 28, 51, 53, 79, 94, 302 παρ. 1, 314 παρ.1, 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό, το οποίο δεν συνιστά αντιγραφή του κατηγορητηρίου, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης, από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του, ως οδηγού ταχύπλοου σκάφους, χαρακτηρίζεται η αμέλειά του ως μη συνειδητή και αναφέρεται ότι η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση, συνάγεται από την εγγυητική θέση αυτού, ως εκ του επαγγέλματός του ως οδηγού ταχύπλοου σκάφους, υπόχρεου σε τήρηση των κανόνων ασφαλούς ναυσιπλοΐας, που ορίζει ο Γεν. Κανονισμός Λιμένος και ο ΚΔΝΔ, β) στο αιτιολογικό πράγματι αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το σκάφος του υπό την επίδραση αλκοόλ, καθόσον στο αίμα του ανιχνεύθηκε ποσότητα αλκοόλ 35 γραμμ/λίτρο αίματος, πλην όμως δεν δέχεται ότι βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού ρητά αναφέρει ότι η ποσότητα αυτή δεν εμπίπτει στο όριο του ποινικά αξιοποίνου και απλά θα συνεκτιμηθεί το γεγονός τούτο για την αξιολόγηση της εν γένει συμπεριφοράς του, στη συνέχεια δε εντοπίζει την αμελή συμπεριφορά του για την πρόσκρουση του σκάφους του σε άλλο σκάφος και την προξενηθείσα αντίστοιχα ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη δύο επιβατών του τελευταίου σκάφους, σε άλλες παραλείψεις αυτού, (οδήγηση σε ώρα νύχτας με μεγάλη ταχύτητα 28 μιλίων αντί του επιτρεπόμενου ορίου 5 μιλίων την ώρα και κίνηση αντικανονική σε απόσταση 30-50 μ. από τη θαλάσσια γραμμή, κατά παράβαση των κανόνων ασφαλούς ναυσιπλοΐας και χωρίς αναμμένα τα φώτα ναυσιπλοΐας και οδήγηση χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του), γ) στο αιτιολογικό προσδιορίζονται με σαφήνεια οι συνθήκες του θαλάσσιου ατυχήματος πρόσκρουσης του σκάφους του κατηγορουμένου στο βρισκόμενο σε προσωρινή στάση, αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι του Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας, 30-35 μ. από την ακτή, σκάφος που επέβαιναν οι παθόντες, καθώς και οι θέσεις των δύο σκαφών και η πορεία του σκάφους του κατηγορουμένου τη στιγμή της πρόσκρουσης "από το Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας με κατεύθυνση προς το νησί Κάλαμπος που βρίσκεται απέναντι από τον Κάλαμο (Λευκάδος) και στοιχειοθετείται κατά τα παραπάνω πλήρως η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού και δεν χρειαζόταν παράθεση άλλων στοιχείων και περιστατικών για τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος το αγκυροβολημένο σκάφος και δυνατότητα αποφυγής του ατυχήματος, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, η δε τυχόν λανθασμένη αναφορά ως άνω της νήσου Κάλαμπος, αντί του ορθού Κάλαμος ή τυχόν άλλου ονόματος της νήσου αυτής προς την οποία κατευθύνετο το σκάφος του κατηγορουμένου, ουδόλως επηρεάζει την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και αρνητικά της αμέλειάς του υπερασπιστικά επιχειρήματα, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1, 2 και 4 του ΠΚ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, οφείλει να διαλαμβάνει στην απόφασή του ρητά, τους λόγους που δικαιολογούν την κρίση του γι' αυτή, λαμβάνοντας υπόψη και τις οδηγίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου τούτου, για την εκτίμηση αντίστοιχα της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του εγκληματία, ανάλογα αν το έγκλημα που τελέσθηκε απ' αυτόν τιμωρείται από δόλο ή από αμέλεια, γιατί τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο κριτήρια δεν είναι τα ίδια για κάθε έγκλημα τελούμενο είτε από δόλο είτε από αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι αυτονόητο ότι για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος αυτού, κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη το βαθμό μόνο της αμέλειας, όπως ρητά αναφέρει στο αυτοτελές αιτιολογικό του (στη σελ. 18) και δεν απέβλεψε στην ένταση του δόλου του αναιρεσείοντος και στα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος και την αφορμή που δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε ο κατηγορούμενος, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αιτιολογικό, χωρίς να δημιουργείται από αυτό το λόγο ασάφεια ή αντίφαση, αφού προκύπτει ότι από πρόδηλη παραδρομή δεν διαγράφηκε από το ειδικό σκεπτικό επιμέτρησης της επιβλητέας ποινής, η έντυπη περικοπή των παραπάνω φράσεων που προσιδιάζουν στα εγκλήματα δόλου και όχι στα εξ αμελείας, όπως τα κριθέντα.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ συναφείς πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την επιβλητέα ποινή διατυπώνεται αντιφατική κρίση του δικαστηρίου, συνεκτιμήθηκαν περιστάσεις που κατά το άρθρο 79 ΠΚ δεν είναι συνεκτιμητέες και από την αντίφαση αυτή που φαίνεται, ότι το δικαστήριο απέβλεψε στο βαθμό της αμέλειας, αλλά και στην ένταση του δόλου του αναιρεσείοντος, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής του άνω άρθρου 79 του ΠΚ, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των από 18-10-2013 προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2013 αίτηση-δήλωση του Γ. Κ. του Π., μετά των από 18-10-2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αρ. 140-154/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή