Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1141 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (ενσυνείδητη) παρ' ιατρών. Στοιχεία της πράξης αυτής. Συνεκδίκαση αιτήσεων αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης και για απόλυτη ακυρότητα. Επάρκεια ταυτότητας εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Πότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Δήλωση παράστασης πολιτικώς εναγουσών για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη αντί για ψυχική οδύνη, από το θάνατο συζύγου και πατέρα τους, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Μη χειροτέρευση θέσης εκκαλούντος - κατηγορουμένου με τον ακριβέστερο προσδιορισμό της ενσυνείδητης αμέλειας του με την παραδοχή πρόσθετων περιστατικών και την καταδίκη του για την ίδια πράξη (ανθρωποκτονία από αμέλεια) και την επιβολή μικρότερης ποινής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης στο σύνολό τους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1141/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 4367/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Φεβρουαρίου 2009 και 3 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 323/09.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 23-2-2009 και 3-3-2009 αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, με τις οποίες ζητούν οι ως άνω κατηγορούμενοι την αναίρεση της υπ' αριθ. 4367/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της συνάφειας τους, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγω αναίρεσης, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης του για άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των μελών της οικογένειας του θύματος, νομιμοποιούνται όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ'αριθ. 1202/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εμφανίστηκαν, εκτός των άλλων προσώπων, και 1) η Ψ1 και 2) η Ψ2 και δήλωσαν για λογαριασμό τους παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσό 50 ευρώ με επιφύλαξη για το επιπλέον ποσό λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την θανάτωση του Ζ συζύγου και πατέρα αντίστοιχα αυτών, που αποδιδόταν σε αμέλεια των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, Επίσης στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής και εκ μέρους της τότε απολιπόμενης Ψ3, για το ίδιο ποσό και για την ίδια αιτία, προσκομίστηκε δε σχετικό προς τούτο το από 25-9-2006 πληρεξούσιο αυτής προς τους δικηγόρους Θεσσαλονίκης Ηλία Ανδρέου και Αθανάσιο Τσιμπιλέκη και καταβλήθηκε από όλες τις πολιτικώς ενάγουσες το ανάλογο δικαστικό ένσημο. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι κατά της παράστασης των ως άνω τριών γυναικών ως πολιτικώς εναγουσών δεν έφερε κανείς αντίρρηση (βλ. τέλος 1ης παραγράφου 2ας σελίδας των ως άνω πρακτικών). Στη συνέχεια την αυτή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής έκαναν οι παραπάνω τρεις (3) γυναίκες ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στο οποίο παρέστησαν και οι τρεις, διευκρινίζοντας ότι την χρηματική ικανοποίηση των 50 ευρώ, με επιφύλαξη ζητούν να τις επιδικασθεί λόγω της ψυχικής οδύνης της για το θάνατο του συζύγου και πατέρα της αντίστοιχα (βλ. 2α σελίδα των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4367/2008 απόφαση πρακτικών του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα των πολιτικώς εναγουσών στο σύνολό τους, ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οι αναιρεσείοντες και τότε εκκαλούντες πρόβαλαν την ένσταση της μη έννομης παράστασης αυτή των πολιτικώς εναγουσών, το μεν λόγω της μη νόμιμης δήλωσης της Ψ3, προβάλλοντας ότι αυτή εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δε λόγω μετατροπής του λόγου παράστασης τους (για ηθική βλάβη που ζήτησαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο ορθό για ψυχική οδύνη που ζήτησαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο). Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε την ως άνω ένσταση των κατηγορουμένων ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αφενός και η Ψ3 είχε δηλώσει νόμιμα παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφετέρου στην έννοια της ηθικής βλάβης που είναι ευρύτερη περιλαμβάνεται και αυτή της ψυχικής οδύνης και εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα επήλθε ως προς την παράσταση των τριών προαναφερόμενων γυναικών ενώπιόν του (Τρμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης - βλ. 4η σελιδα προσβαλλόμενης απόφασής του). Η παραπάνω αιτιολογία ως προς την παράσταση των τριών πολιτικώς εναγουσών είναι ορθή, ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ η αμέλεια διακρίνεται σε μή συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει, της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ, 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών που τα θεμελιώνουν και οι νομικές στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική αιτιολογίας είναι παραδεκτή η διατακτικό που αποτελούν ενιαίο προκύπτει από το σκεπτικό της στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4367/2008 αποφάσεως του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος: "Ο Ζ, κάτοικος εν ζωή ... επισκέφθηκε στις 28-11-2003 την ιδιωτική κλινική "..." της ..., παραπονούμενος για πόνους που ένοιωθε στη δεξιά κοιλιακή χώρα με αντανάκλαση στην ωμοπλάτη του και ζήτησε να εξετασθεί ώστε να διαγνωσθεί η αιτία τους. Τις προηγούμενες ημέρες εξ αιτίας του ίδιου προβλήματος, είχε επισκεφθεί το Νοσοκομείο ... και τα ιατρεία του ΙΚΑ όπου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις καθ' υπόδειξη του ιατρού παθολόγου .... Ο πρώτος κατηγορούμενος που υπηρετούσε ως χειρουργός ιατρός στην παραπάνω κλινική, αφού εξέτασε κλινικά τον κατηγορούμενο διέγνωσε ότι έπασχε από οξεία χολοκυστίτιδα και έκρινε ότι για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα, έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα την επόμενη ημέρα. Έτσι έγινε άμεση εισαγωγή του ασθενούς στη παραπάνω κλινική προκειμένου αυτός να υποβληθεί σε χολοκυστεκτομή με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης, η οποία αποτελεί μια από τις ιατρικώς παραδεκτές μεθόδους επέμβασης. Όπως προέκυψε όμως ο εν λόγω ιατρός αρκέσθηκε στην κλινική εξέταση του ασθενούς, χωρίς να δώσει εντολή για περαιτέρω εξετάσεις, όπως επιβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για να εξασφαλισθεί ασφαλέστερη διάγνωση. Συγκεκριμένα παρέλειψε να διενεργήσει στον ασθενή υπερηχογράφημα και να δώσει εντολή για να υποβληθεί αυτός σε νέες βιοχημικές αιματολογικές εξετάσεις, δεδομένου ότι χα αποτελέσματα αυτών, σε προηγηθείσα προ δύο ημερών [26/11/2003] σχετική έρευνα, που του είχαν τεθεί υπόψη από τον ίδιο τον ασθενή, ήταν απολύτως φυσιολογικά και ειδικότερα σης τιμές των τρανσαμινασών SGOT και SGPT και της γ.GT, οι οποίες κατά τα κρατούντα στην ιατρική επιστήμη, επηρεάζονται αυξητικά, σε περίπτωση χολολιθίασης και χολοκυστίτιδος και αποτελούν μία σαφή ένδειξη της ύπαρξης της παθολογικής αυτής κατάστασης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί όχι στο φύλλο νοσηλείας του ασθενούς που συντάχθηκε στη κλινική "...",αναγράφεται ότι έγινε υπερηχογράφημα κοιλίας στις 28-11-2003 και ότι βρέθηκε "λάσπη" στη χοληδόχο κύστη, πλην όμως, όπως προέκυψε, ο ασθενής ουδέποτε υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα, όπως και ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος δέχεται, επειδή "είχε έντονους πόνους και δεν μπορούσε να πιεσθεί η περιοχή", εξήγηση όμως που δεν γίνεται αποδεκτή από ιατρικής πλευράς. Προέκυψε επίσης ότι σε περίπτωση οξείας χολοκυστίτιδος, η οποία αποτελεί μορφή φλεγμονής, αντεδείκνυται η υποβολή του ασθενούς σε άμεση χειρουργική επέμβαση και αντιμετωπίζεται μέχρι να υποχωρήσει με φαρμακευτική αγωγή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και η δεύτερη κατηγορουμένη ιατρός αναισθησιολόγος της ίδιας κλινικής, που θα συνεργάζονταν μαζί του κατά την επέμβαση και τον επισκέφθηκε το ίδιο βράδυ, αρκέσθηκαν σε όσα αυτός προφορικά τους εξέθεσε σχετικά με τη γενική κατάσταση της υγείας ίου και τη τυχόν λήψη εκ μέρους του φαρμακευτικής αγωγής, χωρίς να συμβουλευθούν όπως όφειλαν το βιβλιάριο υγείας ίου ώστε να έχουν πλήρη ενημέρωση για την προηγούμενη κατάσταση της υγείας του, αφού είναι εύλογο ο ασθενής κάτω από την πίεση της συγκεκριμένης στιγμής που εξετάζεται, να μην θυμάται ή να μην αξιολογεί κάποιο προηγούμενο πρόβλημα υγείας που του είχε παρουσιασθεί. Ειδικότερα θα πρέπει να λεχθεί ότι η δεύτερη κατηγορουμένη παρέλειψε να προβεί στη λήψη πλήρους αναισθησιολογικού ιστορικού, όπως επιβάλλεται από την ιατρική επιστήμη και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, να προβεί σε εξέταση της κεφαλής και του τραχήλου ίου ασθενούς, να παρατηρήσει το μέγεθος της γλώσσας και το άνοιγμα του στόματος και να ταξινομήσει τον ασθενή σύμφωνα με τη κλίμακα Mallampati, να παρατηρήσει τη κινητικότητα και το μέγεθος της ΑΜΣΣ, την απόκλιση της τραχείας από τη μέση γραμμή τις τυχόν μάζες ή διογκώσεις του τραχήλου, τις σφαγίτιδες καθώς και τα φυσήματα των καρωτίδων κατόπιν σχετικής ακρόασης. Με τις ενέργειες αυτές η δεύτερη κατηγορουμένη ασφαλώς και θα είχε συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες που θα εξασφάλιζαν πλήρως την επιτυχή χορήγηση αναισθησίας στον ασθενή και την αποφυγή παρενεργειών, αφού αυτή θα είχε υπόψη της στο πως απαντά ο ασθενής στα κατασταλτικά και αναλγητικά φάρμακα, την ευκολία αερισμού και την βατότητα των αεραγωγών αυτού, τα μεγέθη της λάμας του λαρρυγγοσκοπίου και του τραχεχοσωλήνα που θα χρησιμοποιηθεί κατά την νάρκωση, τις τυχόν δυσκολίες σε καθετηριασμούς, περιαναισθητικές επιπλοκές, όπως φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις - εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, καρδιοπνευμονικά συμβατά και παρατεταμένο χρόνο αφύπνισης - ανάνηψης και εμφάνιση μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου. Στη συνέχεια, την επόμενη ημέρα και στις 8.30 περίπου, έγινε εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο, αφού προηγουμένως η δεύτερη κατηγορουμένη τον υπέβαλε σε προνάρκωση, χορηγώντας στον οργανισμό του φάρμακα [ατροπινη] σε μικρή δόση. Κατά τη διάρκεια της αναμονής της επίδρασης αυτών, η δεύτερη κατηγορουμένη, με τη χρήση του λαρρυγγοσκοπίου, προσπάθησε να εισαγάγει δια της αναπνευστικής οδού τον τραχειοσωλήνα ώστε να συνεχίσει να αναπνέει ο ασθενής με τη παροχή οξυγόνου, πλην όμως κατά την εκτέλεση της εν λόγω ιατρικής πράξης, του προκάλεσε οπισθοφαρρυγγικό αιμάτωμα το οποίο έφραξε την αναπνευστική οδό του ασθενούς, με αποτέλεσμα αυτός να εμφανίσει μεγάλη βραδυκαρδία και μεγάλη πτώση της πίεσης. Προ αυτής της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει ο ασθενής και προκειμένου να αποφευχθούν χειρότερα αποτελέσματα που θα οδηγούσαν στη κατάληξη του ασθενούς, η δεύτερη κατηγορουμένη του χορήγησε αδρεναλίνη και προσπάθησε να του χορηγήσει οξυγόνο με διασωλήνωση, πλην όμως λόγω του ότι αυτή δεν είχε ορατότητα στον λάρυγγα συνεπεία του προκληθέντος αιματώματος σε συνδυασμό με ανατομικό πρόβλημα του ασθενούς [κοντόλαιμος], που αυτή όφειλε να διαπιστώσει κατά την λήψη του αναισθησιολογικού ιστορικού κατά τα προ-διαληφθέντα, εισήγαγε τον σωλήνα στον οισοφάγο του ασθενούς και όχι στην τραχεία. Την λανθασμένη αυτή ενέργεια της, η δεύτερη κατηγορουμένη, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως, ήτοι εντός δύο το πολύ λεπτών, γεγονός που είχε σαν συνέπεια την μη έγκαιρη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς, εξ αιτίας της οποίας αυτός οδηγήθηκε σε κατάσταση κυάνωσης που με τη σειρά της κατέστησε επιτακτική την ανάγκη επέμβασης του χειρουργού ιατρού, δηλαδή του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου με την εκ μέρους του διενέργεια τραχειοτομής, να επιτευχθεί τελικά η παροχή οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς και η με το τρόπο αυτό [που είναι ιατρικά ενδεδειγμένος] να επιτευχθεί η ανάνηψη αυτού. Στο σημείο αυτό και προς επίρρωση των αμέσως πιο πάνω λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι όπως προκύπτει από την συνταχθείσα ιατροδικαστική έκθεση του ..., οι πνεύμονες του ασθενούς βρέθηκαν "κολλαψαρισμένοι", γεγονός που δείχνει ότι ο ασθενής είχε κανονική λειτουργία της καρδιάς του όχι όμως και της λειτουργίας της αναπνοής. Η δεύτερη κατηγορουμένη αντιληφθείσα πλέον τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του ασθενούς, ζήτησε την άμεση παρέμβαση του πρώτου κατηγορουμένου που βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο, ο οποίος αντιληφθείς το κρίσιμο της κατάστασης, έσπευσε πλησίον του ασθενούς και χρησιμοποιώντας το χειρουργικό νυστέρι, άρχισε άμεσα την διενέργεια τραχειοστομίας, ώστε μέσω αυτής να επιτευχθεί η άμεση παροχή οξυγόνου στον ασθενή. Λόγω όμως του προηγηθέντος αιματώματος, ήταν δύσκολη η ανεύρεση της τραχείας από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος κατά τη διενέργεια της εν λόγω ιατρικής πράξεως, που γινόταν όπως είναι φανερό σε κατάσταση βιασύνης και ίσως πανικού, σε κάθε δε περίπτωση όχι με την απαιτούμενη ψυχραιμία, προέβη σε αδέξιο χειρισμό του χειρουργικού εργαλείου [νυστεριού], με συνέπεια να τρωθεί η καρωτίδα και η σφαγίτιδα φλέβα του ασθενούς, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν αιμορραγικό σοκ που τον οδήγησε στον θάνατο. Ενόψει των αποδειχθένχων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι το επελθόν αποτέλεσμα [θάνατος του προαναφερθέντος ασθενούς], οφείλεται σε αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων, η οποία συνίσταται στο ότι αυτοί κατά την εκτέλεση των παραπάνω ιατρικών πράξεων, ενήργησαν κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και οι ενέργειες τους δεν ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, συνδέονται δε αταωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ενόψει και του ότι, όπως γίνεται δεκτό, η προηγηθείσα αμελής συμπεριφορά της δεύτερης κατηγορουμένης [που θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο θάνατο του ασθενούς και κατέστησε υποχρεωτική την άμεση παρέμβαση του πρώτου],χαρακτηρίζεται ως αιτία ακόμη και στη περίπτωση που για τη παραγωγή του αποτελέσματος συνέτρεξε και άλλη μεταγενέστερη αμελής ανθρώπινη ενέργεια, όπως εν προκειμένω του πρώτου κατηγορουμένου, αφού χωρίς την προηγηθείσα δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί η μεταγενέστερη. Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι συνέστησε την υποβολή του ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση, χωρίς προηγουμένως, με τη χρήση τον κατάλληλων επιστημονικών μεθόδων, να έχει σαφή γνώση της κατάστασης αυτού που θα καταστούσε αναγκαία την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση, επί πλέον δε κατά την διενέργεια τραχειοστομίας προκάλεσε με το νυστέρι του τρώση της καρωτίδος και της σφαγίτιδας φλέβας αριστερά, με συνέπεια να προκληθεί στον ασθενή αιμορραγικό σοκ, η δε δεύτερη κατά την διενέργεια της ναρκώσεως, δεν κατάφερε να διασωληνώσει επιτυχώς των ασθενή ώστε να εξασφαλισθεί η παροχή οξυγόνου σ' αυτόν, γεγονός που αυτή αντιλήφθηκε καθυστερημένα και κατέστησε επιτακτική την ανάγκη παρέμβασης του πρώτου κατηγορουμένου. Τη κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο ιδιαίτερα στην αναγνωσθείσα με αριθμό 3608/2003 ιατροδικαστική έκθεση, τα ευρήματα της οποίας, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, όχι μόνον δεν αναιρούνται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αντίθετα ενισχύονται και από τη κατάθεση των ιατροδικαστών ... και ..., αποκαλύπτουν κατά τρόπο σαφή την αμελή πιο πάνω συμπεριφορά αμφοτέρων των κατηγορουμένων και την αιτία θανάτου προδιαληφθέντος. Τέλος ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι κατά την έναρξη εκτέλεσης εκ μέρους του της τραχειοστομίας, ο ασθενής ήταν ήδη νεκρός από τις προηγηθείσες ενέργειες της δεύτερης κατηγορουμένης με τις οποίες επήλθε τρώση της καρωτίδας και της σφαγίτιδας φλέβας αριστερά, απορρίπτεται ως αβάσιμος, καθόσον αν πράγματι τούτο είχε συμβεί, τότε θα είχε διαπιστωθεί μη λειτουργία της καρδιάς [ασυστολία], συνέπεια όμως που δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα εύρημα και συνεπώς αποκλείεται να είχε συμβεί. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τους αποδίδεται όπως εκτίθεται και στο διατακτικό της παρούσας". Κατόπιν αυτών το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους ιατρούς, ήδη αναιρεσείοντες του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδίκασε τους κατηγορημένους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στα οποία περιλαμβάνονται και οι ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, (χωρίς να δημιουργείται ασάφεια ή έλλειψη από την αναφορά στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα το Εφετείο εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά καθενός αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενη σε παράλειψη του μεν αναιρεσείοντος ιατρού Χ2 να προβεί πριν ενεργηθεί η χειρουργική επέμβαση στο Ζ, πάσχοντα από οξεία χολοκυστίτιδα, σε πλήρη και ενδελεχή έλεγχο της κατάστασης της υγείας του, με τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων και την υποβολή αυτού (ασθενούς) σε υπερηχογράφημα, της δε δεύτερης αναιρεσείουσας ιατρού Χ1 να προβεί στη λήψη πλήρους αναισθησιολογικού ιστορικού του ως άνω ασθενούς, ώστε να έχει πλήρη εικόνα της ανατομικής του κατάστασης, αλλά και σε αδέξιες ενέργειες καθενός των αναιρεσειόντων κατά τη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης στον ασθενή στις 29-11-2003 και ειδικότερα όσο αφορά τη δεύτερη ως άνω ιατρό α) στην αδέξια χρήση του λαρυγγοσκοπίου και την πρόκληση έτσι στον ασθενή Ζ οπισθοφαρυγγίου αιματόματος και β) στη βεβιασμένη και άτεχνη διασωλήνωση του ασθενούς, με την εισαγωγή του τραχειοσωλήνα στον οισοφάγο και όχι στην τραχεία αυτού, γεγονός που αντιλήφθηκε καθυστερημένα, με αποτέλεσμα τη μη έγκαιρη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό του ασθενούς, εξ αιτίας της οποίας αυτός εκδήλωσε μεγάλη βραδυκαρδία, πτώση πίεσης και κάκωση, συμπτώματα που επέβαλαν πλέον την άμεση επέμβαση του ετέρου αναιρεσείοντος ιατρού Χ2 για τη διενέργεια τραχειοστομίας, όσο δε αφορά τον τελευταίο, με το να ενεργήσει, κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, την τραχειοστομία με τη χρήση του χειρουργικού νυστεριού, βεβιασμένα και άτεχνα, καθόσον στην προσπάθεια του να αποκαλύψει την τραχεία του ασθενούς προκάλεσε με το νυστέρι του τρώση της καρωτίδας και της σφαγίτιδος φλέβας αριστερά αυτού, γεγονός που είχε ως συνέπεια να προκληθεί στον ασθενή αιμορραγικό σοκ, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος αυτού. Το αποτέλεσμα δε αυτό επισημαίνεται ότι συνδέεται ουσιωδώς με τις ως άνω συγκλίνουσες διαδοχικά αμελείς (ενσυνείδητες) συμπεριφορές (παραλείψεις και ενέργειες) αμφοτέρων των κατηγορουμένων, που τελούν όλες ανεξαιρέτως σε αιτιώδη συνάφεια για την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, χωρίς να μπορούσε κάποια από τις εν λόγω συμπεριφορές μόνη της και αυτοτελώς να επιφέρει αυτό. Δηλονότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο και προσδιόρισε σαφώς και χωρίς αντίφαση τη μορφή της αμέλειας ως συνειδητής δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης του και της παραδεκτής συμπληρώσεως χωρίς κάποια αντίθεση ως προς το είδος της αμέλειας των κατηγορουμένων ιατρών του σκεπτικού της με το διατακτικό αυτής. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε'του ΚΠΔ με τους οποίους υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ασάφειας ως προς το είδος της αμέλειας που δέχεται ότι συνέτρεξε σε καθένα των αναιρεσειόντων και δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, οι δε αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί των αναιρεσείοντων που πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β, 329, 331 παρ. 2, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχομένου στον τελευταίο από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, Όμως η ανάγνωση του εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος του πρακτικού που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. μέσο 5ης σελίδας αυτών), τα οποία έλαβε υπόψη του μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην καταδικαστική γι' αμφότερους τους αναιρεσείοντες κρίση (βλ αρχή 43ης σελίδας των ίδιων πρακτικών) Επίσης ανέγνωσε την από 19-9-2006 ένορκη βεβαίωση του ... (βλ. 24 των ως άνω πρακτικών, όπου αυτή αναφέρεται ως υπ' αριθ. 36 έγγραφο). Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν πρόκειται περί έκθεσης πραγματογνωμοσύνης για να αναφερθεί ιδιαίτερα στο αιτιολογικό, και ότι ο ανωτέρω, όντας ιατροδικαστής, εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας (βλ. σελ 27-29 πρακτικών δευτεροβάθμιας δίκης), περαιτέρω δε η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, συνεκτιμήθηκε και συναξιολογήθηκε μαζί με τα άλλα έγγραφα, όπως και η μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω προσώπου, που τονίζεται ιδιαίτερα για να καταλήξει το δικαστήριο στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση (βλ. αρχή της 48ης σελίδας της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
Επίσης, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αναφέρονται η υπ' αριθ. 32/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και η υπ' αριθ. 205/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) - βλ υπ' αριθ. 5 και 6 έγγραφα στη σελ 22 της προσβαλλόμενης απόφασης. Το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση των δύο αυτών αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, επαρκώς προσδιοριζόμενων, χωρίς την αντίρρηση των παριστάμενων κατηγορουμένων και των συνηγόρων της ή η προβολή ισχυρισμού των περί μη ισχύος αυτών με την έκδοση νεότερων αντίθετων αποφάσεων επί των θεμάτων που οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται με την αυτονόητη παραδοχή ότι η ανάγνωση του ήταν χρήσιμη για να σχηματίσει την κρίση του επί της συνοχής ή μη των κατηγορουμένων. Εξάλλου η ανάγνωση μη αμετάκλητων αποφάσεων ουδεμία ποινική ακυρότητα συνεπάγεται ούτε δημιουργεί κάποιο λόγο αναίρεσης. Τέλος, όσον αφορά τα υπ' αριθ. 18 και 19 έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στη σελίδα 23 της προσβαλλόμενης απόφασης με τον τίτλο "Δημοσιεύματα σχετικά με την χολολιθίαση" και "Σχετική νομολογία", δεν δημιουργείται καθεμία αμφιβολία για την ταυτότητάς τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση της δε κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους σε όλους και ειδικότερα και στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία αν και είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις γι' αυτά ουδεμία τοιαύτη υπέβαλε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγος περί απολύτου ακυρότητας που προβάλλεται από αμφοτέρους της αναιρεσείοντες με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο ή των οποίων δεν προέκυπτε η ταυτότητα, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο ενώπιον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον καταδικασθέντα, το δικάζον Εφετείο δεν έχει εξουσία να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορούμενου, υπό την έννοια ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα να επαυξήσει την επιβληθείσα ποινή ή να ανακαλέσει ευεργετήματα αναγνωρισθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν συνιστά όμως χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου, όταν το Εφετείο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του καταδικασθέντος για έγκλημα που τέλεσε από αμέλεια, με την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος καταδικάζεται και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την ίδια πράξη, πολύ δε μάλλον όταν τελικά επιβάλλεται από το τελευταίο δικαστήριο μικρότερη ποινή στον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή μεταξύ του σκεπτικού, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, της πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, και της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε από αμφότερα τα παραπάνω δικαστήρια για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την πρόσθετη παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η ενσυνείδητη αμέλεια της συνίστατο, εκτός από την παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και σε εσφαλμένη ενέργεια της κατά τη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης στον ατυχή Ζ και την καταδίκασε, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ σε φυλάκιση 20 μηνών που ανέστειλε για τρία (3) έτη, αντί της ποινής των δύο (2) ετών που της είχε επιβάλλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Χ1 περί χειροτερεύσεως της θέσης της και περί υπέρβασης της εξουσίας από το δεύτερο δικαστήριο (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση της Χ1, με την από 3 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4367/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα αυτών, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή