Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 328 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 328/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 324/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 176/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 239/08.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 1/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X, κατοίκου δ.δ. ... του Δήμου ... του Ν. ..., κατά του υπ' αριθ. 324/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηλείας με το υπ' αριθ. 41/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης (άρθρα 26 παρ. 1α και 375 παρ. 1 και 2α του Π.Κ.).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθ. 2/7-9-2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 324/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α του Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003). Διαλαμβάνεται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτός της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ.
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (ΑΠ 431/2007 Π.Χρ.ΝΖ/502).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. Α' όπως ισχύει σήμερα, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα και ως τέτοιο, θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, τα οποία εισπράττει με βάση σχετική συμφωνία, ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης από τις ασφαλιστικές συμβάσεις που έχει συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο ή όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση (ΑΠ 493/2007 σε Συμβ., Α.Π. 1120/06 σε Συμβ., αδημ. σε νομικά περιοδικά, Α.Π. 769/2005 σε Συμβ., Ποιν.Λογ. 2005.679, Α.Π. 2141/2005 σε Συμβ., Ποιν.Λογ. 2005.1966, Α.Π. 492/2003 σε Συμβούλιο Π.Χρ.2004 σελ. 40), β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα, που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη εμφανίζουσα εξωτερίκευση της θέλησης του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 765/2000 Π.Χρ.ΝΑ'113, ΑΠ 975/2000 Π.Χρ.ΝΑ,211) τετελεσμένο δε, είναι το έγκλημα αφ' ης ο υπαίτιος επεχείρησε πράξη παράλειψη οφειλομένης ενέργειας, με την οποία εξωτερικεύεται ο σκοπός ιδιοποιήσεως. Ο χρόνος δε της ενέργειας αυτής ή της οφειλομένης παραλείψεως αποτελεί και τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (ΑΠ 979/98 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΘ σελ.554, ΑΠ 279/1993 Π.Χρ.ΜΓΊ74 ΑΠ 1698/90 Π.Χρ.ΜΑ Σελ.717). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 375 ΠΚ, που ορίζει ότι "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν ¦το αντικείμενο αυτής, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι εκείνες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια δε της ανωτέρω διατάξεως για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, ως και με τη δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεως με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, εξουσία που μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, ο πράκτορας δε ασφαλιστικής εταιρίας, φέρει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. (ΑΠ 1982/2001 σε Συμβούλιο Π.Χρ.ΝΒ/2002 σελ. 723, ΑΠ 1240/1989 NοB 37 σελ. 1461), ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 721 και 719 ΑΚ ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε κατά την εκτέλεση της, αυτός δε - εντολοδόχος δεν αποκτά την κυριότητα των λαμβανομένων από τον εντολέα ή των αποκτημένων κατά την εκτέλεση· της εντολής πραγμάτων (ΑΠ 481/2000 Π.Χρ.Ν' σελ. 933) . Για να υπάρχει δε, κακουργηματική υπεξαίρεση λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως εντολοδόχου, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του αυτής (ΑΠ 765/2000 ΠΧ ΝΑ σελ. 114, ΑΠ 975/2000, ΑΠ 481/2000 ΠΧρ Ν'σελ. 333). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1969/85 όπως αντικ. με άρθρο 11 παρ. 2 . του Ν. 2170/1993) ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου διαμεσολαβητών για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδαφ. α' του ιδίου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτορική σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ' αυτή, επέχει έναντι της εντολέως του επιχείρησης θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται, ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός ως θεματοφύλακας, πλην όμως, η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα, που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα της κυρίας υποχρέωσης του εντολοδόχου. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής σύμβασης και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ. Νόμου και 713 επ. Α.Κ. (ΑΠ 493/2007 σε Συμβ., Α.Π. 1120/06 σε Συμβ., αδημ. σε νομικά περιοδικά, Α.Π. 769/2005 σε Συμβ., Ποιν.Λογ. 2005.679, Α.Π. 2141/2005 σε Συμβ., Ποιν.Λογ. 2005.1966, Α.Π. 492/2003 σε Συμβούλιο Π.Χρ.2004 σελ. 40). Περαιτέρω, επί κατ' εξακολούθηση τελούμενης υπεξαιρέσεως κρίσιμα μεγέθη για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 375 ΠΚ (Κακουργηματικής υπεξαιρέσεως) είναι το ιδιαίτερα μεγάλο της αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως για το σύνολο (άθροισμα) των επί μέρους πράξεων υπεξαιρέσεως και όχι για κάθε μερικότερη πράξη υπεξαιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 324/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και τις διευκρινίσεις που έδωσαν ο εκκαλών και ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας-πολιτικώς ενάγουσας κατά τη μετά των συνηγόρων τους, που ανέπτυξαν προφορικά την υπόθεση, αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, που καταχωρήθηκαν στα συνταγέντα προς τούτο πρακτικά, προέκυψαν τα εξής:
Η μηνύτρια (πολιτικώς ενάγουσα) εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" έχει ως σκοπό, κατά το καταστατικό της, μεταξύ άλλων, και την ενέργεια στην ημεδαπή και αλλοδαπή ασφαλίσεων κλάδων ζωής, πυρός, μεταφορών, αυτοκινήτων, ατυχημάτων εν γένει, κλοπών, αστικής ευθύνης και άλλων συναφών κλάδων. Με την από 19-6-2003 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας και του κατηγορουμένου και που έχει χαρακτηριστεί από τους συμβαλλομένους, ως σύμβαση έργου, η πρώτη ανέθεσε στο δεύτερο τα καθήκοντα του ασφαλιστικού συμβούλου, με καθήκοντα τη μελέτη της αγοράς, την παρουσίαση και πρόταση λύσεων ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών για λογαριασμό της εταιρίας, την οποία και όφειλε να πληροφορεί ως προς τη φερεγγυότητα, τη συνέπεια και την ηθική κατάσταση του μέλλοντος να ασφαλιστεί, αντί αμοιβής που ορίστηκε σε προμήθεια επί των καθαρών εισπραχθέντων ασφαλίστρων, όπως ορίστηκε με το υπ' αριθμ. 1 προσάρτημα της ανωτέρω σύμβασης. Περαιτέρω, αυθημερόν, καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, δεύτερη σύμβαση, που επίσης χαρακτηρίστηκε απ' αυτούς ως σύμβαση έργου, με την οποία η μηνύτρια ανέθεσε στο κατηγορούμενο και τα καθήκοντα του διευθυντή (συντονιστή) καταστήματός της για την προσέλευση, την επιλογή και την εκπαίδευση νέων ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και το συντονισμό του καταστήματος της αυτού με σκοπό να επιτυγχάνεται ο ετήσιος στόχος της παραγωγής ασφαλίστρων αντί αμοιβής ποσοστού επί των προμηθειών παραγωγής των ασφαλιστικών συμβούλων διαφοροποιούμενου για κάθε κλάδο ασφάλισης και bonus παραγωγικότητας καθώς και αυξήσεως ενιαίου εν ισχύει χαρτοφυλακίου, κατά στο υπ' αριθμ. 1 προσάρτημα της ανωτέρω συμβάσεως, ανάλογα με το παραγόμενο έργο. Επιπροσθέτως, καταρτίστηκε μεταξύ του εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρίας και του κατηγορουμένου προφορική σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος είχε δικαίωμα να εισπράττει, για λογαριασμό της, τα ασφάλιστρα, από συμβάσεις ασφαλίσεως που κατήρτιζε ο ίδιος για λογαριασμό της εταιρείας, τα οποία και ανέλαβε την υποχρέωση και την ευθύνη να αποδίδει και να καταθέτει στο ταμείο της, φυλάσσοντας στο μεταξύ αυτά ως θεματοφύλακας. Τα ποσά των εισπραττόμενων ασφαλίστρων χρεώνονταν στον κωδικό αριθμό ... του κατηγορουμένου. Στις 20-1-2004, και μετά από έλεγχο που έγινε από τα αρμόδια όργανα της μηνύτριας, διαπιστώθηκε ότι από την έναρξη της συνεργασίας τους μέχρι την ως άνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος είχε εισπράξει, για λογαριασμό της μηνύτριας, από διάφορους ασφαλισμένους, ασφάλιστρα, ύψους 40.000 ευρώ, τα οποία είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί, αφού δεν τα είχε αποδώσει, ως όφειλε, σ' αυτήν, γεγονός το οποίο εγγράφως αναγνωρίστηκε από τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, η μηνύτρια, συνεπεία της ανωτέρω αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου σε βάρος της, κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις με την από 29-4-2004 εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 7-5-2004 (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηλείας), με την οποία τον καλούσε επίσης να επιστρέψει εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών τα υπεξαιρεθέντα. Τελικά, στις 30-11-2004, μετά από αλλεπάλληλους ελέγχους, κατά τους οποίους αφαιρέθηκαν οι αναλογούσες προμήθειες του κατηγορουμένου καθώς και τα ακυρωθέντα συμβόλαια, καθορίστηκε το ύψος του παρακρατηθέντος και ιδιοποιηθέντος από τον κατηγορούμενο ποσού ασφαλίστρων σε 19.439,44 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα υψηλό και το οποίο ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους των υπευθύνων της μηνύτριας εταιρείας αρνείτο να επιστρέψει. Με την εξωτερίκευση λοιπόν της προθέσεως του να ιδιοποιηθεί παράνομα το προαναφερόμενο ποσόν, η μηνύτρια, στις 16-6-2005 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μήνυση σε βάρος του, η οποία, λόγω του τόπου τελέσεως του αδικήματος και της κατοικίας του μηνυομένου, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας, ως κατά τόπον αρμοδίου, ο οποίος, μετά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα που του αποδίδεται και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, που περατώθηκε νομότυπα. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων σαφώς προκύπτει τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον εκκαλούντα. Διατείνεται βέβαια ο τελευταίος ότι το ανωτέρω ποσό προήλθε από οφειλές συνεργατών του, οι οποίοι δεν είχαν επίσημη σύμβαση-κωδικό με τη μηνύτρια εταιρεία και επομένως χρεώθηκαν σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι μέχρι και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου δεν προσκόμισε σχετικές καταστάσεις, που σε μια τέτοια περίπτωση θα τηρούσε, με τα ονόματα των συνεργατών του, τις ασφαλιστικές συμβάσεις που αυτοί κατήρτιζαν και τα εισπραχθέντα υπ' αυτών ποσά. Εξάλλου, με το από 14-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατήρτισαν ο κατηγορούμενος και ο εκπρόσωπος της μηνύτριας, ο πρώτος αναγνώρισε και πάλι ότι το ως άνω ποσό προέρχεται από εισπραχθέντα απ' αυτόν ασφάλιστρα πελατών που με τη διαμεσολάβηση του ασφαλίστηκαν στη δεύτερη (μηνύτρια εταιρία). Το γεγονός ότι με το ανωτέρω συμφωνητικό μεθοδεύτηκε η τμηματική εκ μέρους του κατηγορουμένου καταβολή στη μηνύτρια του υπεξαιρεθέντος ποσού, με την οποία συμφωνία ο τελευταίος είναι συνεπής δεν συνιστά περίσταση εξαλείφουσα το αξιόποινο, καθόσον εχώρησε μετά την από 16-5-2006 ανωμοτί εξέταση του και καθ' όσον χρόνο διενεργείτο κυρία ανάκριση. Συνακόλουθα, από τα προεκτεθέντα στοιχειοθετείται σε βαθμό αποχρωσών ενδείξεων, η εκ μέρους του εκκαλούντος-κατηγορουμένου αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η υπό κρίση έφεση, να καταδικαστεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., αφού δέχεται με την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι μεταξύ του εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρίας και του κατηγορουμένου καταρτίσθηκε προφορική σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος είχε δικαίωμα να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα από συμβάσεις ασφαλίσεως που κατήρτιζε ο ίδιος για λογαριασμό της εταιρείας, τα οποία ανέλαβε την υποχρέωση και την ευθύνη να αποδίδει και να καταθέτει στο ταμείο της, φυλάσσοντας στο μεταξύ αυτά ως θεματοφύλακας. Να ενεργεί δηλαδή ως ασφαλιστικός πράκτορας, εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Με την ιδιότητά του δε αυτή μετά από αλλεπαλλήλους ελέγχους, καθορίσθηκε το ποσό των ασφαλίστρων των 19.439,44 ευρώ που εισέπραξε ο αναιρεσείων, το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε και το οποίο δε αμφισβήτησε.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., για παράβαση της οποίας παραπέμπεται να δικασθεί με το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμος και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, διότι με το περιεχόμενο της αναίρεσής του, πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ' αριθ. 1/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X, κατοίκου δ.δ. ... του Δήμου ... του Ν. ..., κατά του υπ' αριθ. 324/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Ακόμη να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Αθήνα 14-2-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 375 § 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, εν σχέσει με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τοιαύτη περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει με βάση σχετική συμφωνία ο ασφαλιστικός πράκτορας ως ασφάλιστρα για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που έχει συνάψει, με την υποχρέωση να τα αποδώσει σε ορισμένο συμφωνημένο χρόνο η όταν του ζητηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη δέκα ετών εάν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και έχει εμπιστευθεί τούτο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1969/85, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2170/93, ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλιστικές συμβάσεις. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και του χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σ' αυτή, κατά τον συμφωνημένο χρόνο, επέχει έναντι της επιχείρησης η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου. Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως προς αυτά ως θεματοφύλακας, πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του εντολοδόχου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά ή εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως στο βούλευμα. Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης, την οποία πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό και ανάγεται στην ταυτότητα και τα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 324/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών τούτο, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος αναφέρονται, και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου καθώς και τις διευκρινίσεις που έδωσαν ο εκκαλών και ο νόμιμος εκπρόσωπος της μηνυτρίας - πολιτικώς εναγούσης κατά την μετά των συνηγόρων τους που ανέπτυξαν προφορικά την υπόθεση, αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, που καταχωρήθηκαν στα συνταγέντα προς τούτο πρακτικά, (εδέχθη) ότι προέκυψαν τα εξής: Η μηνύτρια (πολιτικώς ενάγουσα) εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", έχει ως σκοπό κατά το καταστατικό της, μεταξύ άλλων, και την ενέργεια στην ημεδαπή και αλλοδαπή ασφαλίσεων κλάδων ζωής, πυρός, μεταφορών, αυτοκινήτων, ατυχημάτων εν γένει, κλοπών, αστικής ευθύνης και άλλων συναφών κλάδων. Με την από 19-6-2003 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας και του κατηγορουμένου και που έχει χαρακτηριστεί από τους συμβαλλομένους, ως σύμβαση έργου, η πρώτη ανέθεσε στο δεύτερο τα καθήκοντα του ασφαλιστικού συμβούλου, με καθήκοντα τη μελέτη της αγοράς, την παρουσίαση και πρόταση λύσεων ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών για λογαριασμό της εταιρίας, την οποία και όφειλε να πληροφορεί ως προς τη φερεγγυότητα, τη συνέπεια και την ηθική κατάσταση του μέλλοντος να ασφαλιστεί, αντί αμοιβής που ορίστηκε σε προμήθεια επί των καθαρών εισπραχθέντων ασφαλίστρων, όπως ορίστηκε με το υπ' αριθμ. 1 προσάρτημα της ανωτέρω σύμβασης. Περαιτέρω, αυθημερόν, καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, δεύτερη σύμβαση, που επίσης χαρακτηρίστηκε απ' αυτούς ως σύμβαση έργου, με την οποία μηνύτρια ανέθεσε στο κατηγορούμενο και τα καθήκοντα του διευθυντή (συντονιστή) καταστήματος της για την προσέλευση, την επιλογή και την εκπαίδευση νέων ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς το συντονισμό του καταστήματός της αυτού με σκοπό να επιτυγχάνεται ο ετήσιος στόχος της παραγωγής ασφαλίστρων αντί αμοιβής ποσοστού επί των προμηθειών παραγωγής των ασφαλιστικών συμβούλων διαφοροποιούμενου για κάθε κλάδο ασφάλισης και bonus παραγωγικότητας καθώς και αυξήσεως ενιαίου εν ισχύι χαρτοφυλακίου, κατά το υπ' αριθμ. 1 προσάρτημα της ανωτέρω συμβάσεως, ανάλογα με το παραγόμενο έργο. Επιπροσθέτως, καταρτίστηκε μεταξύ του εκπροσώπου της μηνύτριας εταιρίας και του κατηγορουμένου προφορική σύμβαση, με την οποία ο τελευταίος είχε δικαίωμα να εισπράττει, για λογαριασμό της, τα ασφάλιστρα, από συμβάσεις ασφαλίσεως που κατήρτιζε ο ίδιος για λογαριασμό της εταιρείας, τα οποία και ανέλαβε την υποχρέωση και την ευθύνη να αποδίδει και να καταθέτει στο ταμείο της, φυλάσσοντας στο μεταξύ αυτά ως θεματοφύλακας. Τα ποσά των εισπραττόμενων ασφαλίστρων χρεώνονταν στον κωδικό αριθμό ... του κατηγορουμένου. Στις 20-1-2004, και μετά από έλεγχο που έγινε από τα αρμόδια όργανα της μηνύτριας, διαπιστώθηκε ότι από την έναρξη της συνεργασίας τους μέχρι την ως άνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος είχε εισπράξει, για λογαριασμό της μηνύτριας, από διάφορους ασφαλισμένους, ασφάλιστρα, ύψους 40.000 ευρώ, τα οποία είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί, αφού δεν τα είχε αποδώσει, ως όφειλε, σ' αυτήν, γεγονός το οποίο εγγράφως αναγνωρίστηκε από τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, η μηνύτρια, συνεπεία της ανωτέρω αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου σε βάρος της, κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις με την από 29-4-2004 εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 7-5-2004 (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηλείας), με την οποία τον καλούσε επίσης να επιστρέψει εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών τα υπεξαιρεθέντα. Τελικά, στις 30-11-2004, μετά από αλλεπάλληλους ελέγχους, κατά τους οποίους αφαιρέθηκαν οι αναλογούσες προμήθειες του κατηγορουμένου καθώς και τα ακυρωθέντα συμβόλαια, καθορίστηκε το ύψος του παρακρατηθέντος και ιδιοποιηθέντος από τον κατηγορούμενο ποσού ασφαλίστρων σε 19.439,44 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα υψηλό και το οποίο ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους των υπευθύνων της μηνύτριας εταιρείας αρνείτο να επιστρέψει. Με την εξωτερίκευση λοιπόν της προθέσεώς του να ιδιοποιηθεί παράνομα το προαναφερόμενο ποσόν, η μηνύτρια, στις 16-6-2005 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μήνυση σε βάρος του, η οποία, λόγω του τόπου τελέσεως του αδικήματος και της κατοικίας του μηνυομένου, διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας, ως κατά τόπον αρμοδίου, ο οποίος, μετά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα που του αποδίδεται και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, που περατώθηκε νομότυπα. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων σαφώς προκύπτει τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης -που αποδίδεται στον εκκαλούντα. Διατείνεται βέβαια ο τελευταίος ότι το ανωτέρω ποσό προήλθε από οφειλές συνεργατών του, οι οποίοι δεν είχαν επίσημη σύμβαση- κωδικό με τη μηνύτρια εταιρεία και επομένως χρεώθηκαν σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι μέχρι και την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου δεν προσκόμισε σχετικές καταστάσεις, που σε μια τέτοια περίπτωση θα τηρούσε, με τα ονόματα των συνεργατών του, τις ασφαλιστικές συμβάσεις που αυτοί κατήρτιζαν και τα εισπραχθέντα υπ' αυτών ποσά. Εξάλλου, με το από 14-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατήρτισαν ο κατηγορούμενος και ο εκπρόσωπος της μηνύτριας, ο πρώτος αναγνώρισε και πάλι ότι το ως άνω ποσό προέρχεται από εισπραχθέντα απ' αυτόν ασφάλιστρα πελατών που με τη διαμεσολάβησή του ασφαλίστηκαν στη δεύτερη (μηνύτρια εταιρία). Το γεγονός ότι με το ανωτέρω συμφωνητικό μεθοδεύτηκε η τμηματική εκ μέρους του κατηγορουμένου καταβολή στη μηνύτρια του υπεξαιρεθέντος ποσού, με την οποία συμφωνία ο τελευταίος είναι συνεπής, δεν συνιστά περίσταση εξαλείφουσα το αξιόποινο, καθόσον εχώρησε μετά την από 16-5-2006 ανωμοτί εξέτασή του και καθ' όσον χρόνο διενεργείτο κυρία ανάκριση. Συνακόλουθα, από τα προεκτεθέντα στοιχειοθετείται σε βαθμό αποχρωσών ενδείξεων, η εκ μέρους του εκκαλούντος-κατηγορουμένου αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Το προσβαλλόμενο βούλευμα που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Πατρών ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 §§ 1 και 2 Π.Κ., αφού εδέχθη το βούλευμα ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστικός πράκτορας κατόπιν προφορικής συμβάσεως με τον εκπρόσωπο της μηνυτρίας είχε εξουσία να ενεργεί όχι μόνο υλικές αλλά και νομικές πράξεις αφού εισέπραττε για λογαριασμό αυτής (μηνυτρίας) ασφαλιστικής εταιρίας τα ασφάλιστρα για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που ο ίδιος κατήρτιζε για λογαριασμό της και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας, ιδιότητα την οποία δεν αναιρεί η υποχρέωση αυτού από την σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία, να παρακρατεί τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας, μέχρι να τα αποδώσει και καταθέσει στο ταμείο της μετ' αφαίρεση της αμοιβής του. Το ότι, άλλωστε, προ της άνω συμβάσεως η εταιρία συνήψε συμβάσεις με τον αναιρεσείοντα, χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις έργου που του ανέθετε τα καθήκοντα του ασφαλιστικού συμβούλου και του συντονιστού καταστήματός της, κατ' ουδέν επηρεάζει την σχετική συμφωνία για είσπραξη των ασφαλίστρων από τον κατηγορούμενο εντολοδόχο για λογαριασμόν της εντολέως του ασφαλιστικής εταιρίας, αφού ακριβώς την απαίτηση αυτής εκ της τελευταίας αυτής συμβάσεως το ποσόν, δηλαδή, των ασφαλίστρων μετ' αφαίρεση της αμοιβής του αφορά η υπεξαίρεση, δι'ην παρεπέμφθη αυτός και όχι τις ανωτέρω προηγούμενες, απορριπτομένων των αντιθέτων αιτιάσεων του αναιρεσείοντος, εν εκτάσει υποστηριζομένων, εις το πλαίσιο του άνω αναιρετικού λόγου. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δι'ο και πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί, διότι ούτος με το περιεχόμενο της αναιρέσεώς του εξέθεσε πλήρως τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ώστε δεν υπάρχει ανάγκη διευκρινίσεως και διασαφήσεως επί της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του X για αναίρεση του υπ'αριθμ. 324/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Και
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
????????
328/2009 - σελ. 212

<< Επιστροφή