Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1632 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της απόφασης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Πότε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί αθωωτικής απόφασης. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται ως θετική ή αρνητική. Θετική υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ειδικά επί κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση αν δεν αποδειχθεί ότι το γεγονός είναι ψευδές, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν υπάρχει απλή δυσφήμιση ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε αυτή αν υπάρχει εξύβριση, άλλως υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του. Αναιρεί και παραπέμπει.





Αριθμός 1632/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 260/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 κάτοικο .... και 2) Χ2 κάτοικο .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ναθαναήλ και με πολιτικώς ενάγουσα τη ... κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 13/06.03.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 423/2008
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί συμφωνά με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Υπέρβαση δε εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ειδικά, επί κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση, αν δεν αποδειχθεί ότι το γεγονός είναι ψευδές, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν υπάρχει απλή δυσφήμιση και σε περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε αυτή, αν υπάρχει εξύβριση, άλλως αν χωρίς την έρευνα αυτή κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 260/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το Δικαστήριο τούτο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Η εγκαλούσα και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα στις ..., από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τη ..., που γεννήθηκε στις .... Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων στην αρχή ήταν αρμονική. Τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσής τους, οι διάδικοι εργάζονταν στο οδοντοτεχνικό εργαστήριο του Ο1 θείου της εγκαλούσας, ο κατηγορούμενος ως οδοντοτεχνίτης και η εγκαλούσα ως βοηθός. Λίγο μετά τη γέννηση της κόρης τους, η εγκαλούσα διέκοψε την εργασία της, προκειμένου να απασχοληθεί με την ανατροφή της κόρης τους. Όταν, όμως, το παραπάνω τέκνο τους μεγάλωσε και πήγε στο σχολείο, η εγκαλούσα έθεσε θέμα εκ νέου εργασίας της στο παραπάνω εργαστήριο του θείου της, πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς της, αντέδρασε ο κατηγορούμενος σύζυγός της, με συνέπεια η εγκαλούσα να προσπαθήσει να βρει άλλες διατάξεις και συγκεκριμένα δημιούργησε φιλικές σχέσεις με άλλες συνομήλικές της γυναίκες, για τις οποίες ο κατηγορούμενος αντέδρασε. Έτσι, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, από λόγους που αφορούν κυρίως το πρόσωπο του κατηγορουμένου, με περαιτέρω συνέπεια την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και τη μετοίκιση του συζύγου από τη συζυγική οικία στις 4-2-2000, στην οποία συμφώνησε και η εγκαλούσα. Έκτοτε, άρχισε μια σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους και κυρίως από την πλευρά της εγκαλούσας, η οποία, μεταξύ των άλλων, άσκησε εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου (συζύγου της) την από 20-6-2000 αγωγή της με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει διατροφή σε χρήμα, για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό της παραπάνω ανήλικης κόρης τους. Κατά τη συζήτηση της αγωγής της αυτής, ο εναγόμενος - δεύτερος κατηγορούμενος εξέτασε ως μάρτυρα τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1 βαπτηστήρι του θείου της εγκαλούσας, συνάδελφο για πολλά χρόνια του δευτέρου κατηγορουμένου και οικογενειακού φίλου των δύο διαδίκων, ο οποίος κατέθεσε τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο και φερόμενα ως ψευδή. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, αρκετά από τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο, είναι αληθινά και όχι ψευδή, πολλά δε από τα ανακριβή υποτιθέμενα είναι σαφές ότι συνιστούν κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου μάρτυρα. που δε συνιστούν ψευδορκία, ακόμη και αν κάποια από αυτά αφίστανται της πραγματικότητας. Ειδικότερα, τα κατατεθέντα ότι: "Στην αρχή δεν υπήρχαν προβλήματα (μεταξύ των διαδίκων). Ο Χ2 ήταν αφοσιωμένος στην οικογένειά του. Το 1991 η ενάγουσα (εγκαλούσα) σταμάτησε να εργάζεται. Ο μισθός του Χ2 (ο κανονικός μισθός αυτού, όπως υπέλαβε ο μάρτυρας ότι ερωτήθηκε από το δικαστήριο και όχι τα συνολικά εισοδήματα αυτού - υπερωρίες, εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες, κ.λ.π.) είναι 250.000 δραχμές το μήνα (τούτο δεν αμφισβητείται ούτε από την εγκαλούσα", είναι αληθινά και όχι ψευδή. Αληθινό είναι επίσης το κατατεθέν από τον κατηγορούμενο, ότι: "Από τότε που γέννησε το παιδί της (η εγκαλούσα) ζητούσε να βγαίνει έξω με τις φίλες της... και λογικό ήταν να αντιδράσει ο σύζυγος". Το ότι η εγκαλούσα δημιούργησε φιλικές σχέσεις με συνομήλικές της (και τούτο, φυσικά, δεν είναι επιλήψιμο) το κατέθεσαν και οι μάρτυρες - φίλες της, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες διαφοροποιούνται σε σχέση με την κατάθεση του κατηγορουμένου - μάρτυρα, ως προς το ότι αυτές καταθέτουν πως έβγαιναν με την εγκαλούσα τα μεσημέρια Σάββατο και Κυριακή και τις απογευματινές ώρες η ..., ενώ ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι η εγκαλούσα ξενυχτούσε με τις φίλες του. Περί του τελευταίου αυτού υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί της αναληθείας του. Αληθές είναι επίσης το κατατεθέν από τον κατηγορούμενο ότι: "Ο Χ2 δεν είχε φαγητό στη δουλειά του, ενώ έπρεπε, και μοιραζόμαστε το δικό μου". Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου ενισχύεται κυρίως από την κατάθεση του θείου της εγκαλούσας, Ο1 ο οποίος κατέθεσε πρωτόδικα: "Είμαι θείος της μηνύτριας και νονός του Χ1 (πρώτου κατηγορουμένου). Ήταν γνωστό ότι παραμελούσε το σπίτι της (η εγκαλούσα) και έβγαινε συνεχώς με τις φίλες της. Ήταν γνωστό ότι ο Χ2 (κατηγορούμενος σύζυγος της εγκαλούσας) δεν έφερνε φαγητό από το σπίτι του... Ο μισθός του είναι 250.000 δραχμές. Εγώ πλήρωνα και πληρώνω ακόμα τα δίδακτρα του παιδιού, γιατί έχω το Χ2 σαν παιδί μου... Όταν έβγαινε με τις φίλες της η μηνύτρια το παιδί ήταν 8-10 χρονών και το πήγαινε στη μητέρα της, στο ...". Τέλος, τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο, περί του ότι: "Δεν ήταν μια γυναίκα (η εγκαλούσα) που πήγαινες στο σπίτι της και ήταν νοικοκυρεμένο, αδιαφορούσε για το Χ2 και το φαγητό. Αυτό προκάλεσε τη ρήξη μεταξύ τους...", καθώς και το ότι: "Έχει την πείρα να εργαστεί τώρα (η εγκαλούσα) ως βοηθός οδοντοτεχνίτη... Δεν χρειάζεται πτυχίο ως υπάλληλος, εάν επιχειρηματίας χρειάζεται", συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περισσότερο κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου, ενόψει και του ότι, όσον αφορά το τελευταίο, το επάγγελμα του οδοντοτεχνίτη δικαιούνταν να αποκτήσουν και όσοι εμπειροτέχνες (χωρίς πτυχίο σχολής) είχαν συμπληρώσει εξαετία κατά τη δημοσίευση του ν. 1666/1986, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του οποίου προβλέφθηκε εξαετής μεταβατική περίοδος, μετά την παρέλευση της οποίας, ο εμπειροτέχνης που θα αποδείκνυε την εργασία του σε οδοντοτεχνικό εργαστήριο θα εδικαιούτο να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη, ανεξαρτήτως του ότι ο κατηγορούμενος, με την κατάθεσή του, διευκρινίζει ότι δεν χρειάζονται πτυχίο Σχολής για υπάλληλο και όχι για επιχειρηματία οδοντοτεχνίτη. Συνακόλουθα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο και κατ' ακολουθίαν της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, που αποδίδεται στο δεύτερο κατηγορούμενο και πρέπει να κηρυχθούν αυτοί Αθώοι των πράξεων τούτων. Ακολούθως, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφήμισης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξης (τον δεύτερο). Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στην απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ειδικότερα, ενώ δέχτηκε ότι "αρκετά από τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο είναι αληθινά και όχι ψευδή, πολλά δε από τα ανακριβή υποτιθέμενα είναι σαφές ότι συνιστούν κρίσεις και εκτιμήσεις του κατηγορουμένου μάρτυρα", στη συνέχεια αρκέστηκε στην αθώωση των κατηγορουμένων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν (τον δεύτερο) με την κρίση ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατ' ακολουθία της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφήμισης ή το έγκλημα της εξύβρισης ως κατά το νόμο όφειλε και έτσι υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, ενώ δέχτηκε ότι υπάρχουν αμφιβολίες περί της αναληθείας του περιεχομένου της περικοπής της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου Χ1 "ότι η εγκαλούσα ξενυχτούσε με φίλες της", δεν εκθέτει στο αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη των αμφιβολιών ως προς την αναλήθεια του κατατεθέντος από τον κατηγορούμενο αυτό. Εξάλλου, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι "έτσι άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων από λόγους που αφορούν κυρίως το πρόσωπο του κατηγορουμένου (Χ2) με περαιτέρω συνέπεια τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και τη μετοίκηση του συζύγου από τη συζυγική οικία στις 4-2-2002, στην οποία συμφώνησε και η εγκαλούσα", εν τούτοις κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης (τον πρώτο) και της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις (τον δεύτερο) και ως προς το περιλαμβανόμενο στην υπό κρίση ένορκη κατάθεση του πρώτου ότι "...αυτή απαίτησε να φύγει ο Χ2 από το σπίτι...η αιτία που χώρισαν είναι ότι του είπε η σύζυγος του, δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου. Σήκω και φύγε, δεν αντέχω άλλο", παραδοχή, η οποία έρχεται σε αντίφαση με τα άνω περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από τη διαδικασία. Πλέον τούτων, ενώ κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους των άνω πράξεων και ως προς τα περιλαμβανόμενα στην κρινόμενη ένορκη κατάθεση του πρώτου ότι "αυτή απαίτησε να φύγει ο Χ2 από το σπίτι... η αιτία που χώρισαν είναι ότι του είπε η σύζυγος του, δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου. Σήκω και φύγε, δεν αντέχω άλλο", στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων ως προς τα ανωτέρω μέρη της εις βάρος τους κατηγορίας ούτε οι σκέψεις βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση της αθωότητας των κατηγορουμένων ως προς τα ως άνω μέρη της κατηγορίας. Επομένως, λόγω των άνω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν η προσβαλλόμενη απόφαση υπήγαγε ορθά τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224, 363-362 του ΠΚ και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 260/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή