Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1990 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Πλημμεληματική απάτη. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως αβάσιμος στην ουσία, και ο δεύτερος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως παντελώς αόριστος. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1990/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη, για αναίρεση της 387/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 Π.Κ. " όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α] σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β] εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, σαν παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ] βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 387/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε στις 8/6/2001, από κοινού [κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο] με τον συγκατηγορούμενό του Ψτην πράξη της απάτης σε βάρος του ..., παριστάνοντας σ' αυτόν τις ίδιες ψευδείς βεβαιώσεις [όπως και ο συγκατηγορούμενός του], εν γνώσει του, ότι δηλαδή ο Ψ, τον οποίο συνέστησε στον μηνυτή ως αξιόπιστο και ικανό ασφαλιστή, είχε την δυνατότητα να αναλάβει την επένδυση χρημάτων του [μηνυτή] σε επενδυτικό ομόλογο της Εθνικής Ασφαλιστικής, [διάρκειας 45 ημερών, με απόδοση ετήσιου τόκου 6,5%, μέσω καλής πληροφόρησης που εκείνος διέθετε], ενώ γνώριζε από την μεταξύ τους στενή φιλία και επαγγελματική συνεργασία ότι τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε πλέον γιατί είχε ήδη καταγγελθεί η σύμβαση του Ψ με την Εθνική Ασφαλιστική από 28/5/2001, και με τις ενέργειες του αυτές παρέσυρε και έπεισε τον μηνυτή να του καταβάλλει το ποσόν των 15.500.000 δρχ, [από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο σκεπτικό το ποσόν αυτό, αντί του ορθού 17.500.000 δρχ.], με ισόποση ζημία του. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος πλημ/κής απάτης, όπως πρωτόδικα, από την οποία επήλθε σε βάρος του μηνυτή ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, ποσού 15.500.000 δρχ., με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καθόσον μέχρι την πράξη αυτή διήγε έντιμο ατομικό, κοινωνικό και εν γένει επαγγελματικό βίο. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ. Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης [άρθρο 510 παρ. 1Δ του ΠΚ], πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που μ' αυτόν πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σημειωτέον ότι ο επικουρικώς προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστος και τούτο διότι από τα άρθρα 473 παρ.2, 474 παρ.2 και 509 παρ. 1α του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δικ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά, η αίτηση είναι απαράδεκτη ως αόριστη. Από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται ούτε ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ιδίου Κώδικα λόγος, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Έτσι, αποτελούν αόριστους και συνεπώς απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως οι σχετικές αιτιάσεις, που, χωρίς να συνοδεύονται από περαιτέρω εξειδίκευση του περιεχομένου τους, προσδιορίζονται στο αναιρετήριο απλώς ως: "εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως". Εν όψει τούτων, ο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται το σφάλμα του δικαστηρίου από το οποίο να προκύπτει, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα[ άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/3/2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 387/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή