Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1028 / 2012    (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




Αριθμός 1028/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερωτόκριτο Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερη μέλος στη σύνθεση, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Στυλιανή Γιαννούκου και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιουλίου 2012 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2) Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά, 3) Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 4) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά και 5) Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά, για αναίρεση της υπ'αριθ.368, 1706, 3983/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Απριλίου 2012 αιτήσεις αναιρέσεως των Γ. Κ., Γ. Κ., Γ. Λ. και Ι. Α. και στην από 6 Απριλίου 2012 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Σ. οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 9 Απριλίου 2012 κοινή αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων Γ. Κ. και Γ. Λ. και β) να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Γ. Κ., Γ. Σ. και Ι. Α..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 9-4-2012 αιτήσεις των, 1) Γ. Λ., του Σ. 2) Γ. Κ. του Α. 3) Γ. Κ. του Θ., 4) Ι. Α. του Ν., υπ' αριθμό πρωτ. 827, 828, 826/ 9-4-2012, αντίστοιχα, και 5) η από 6-4-2012 αίτηση του Γ. Σ. του Ι. υπ' αριθμό πρωτ. και 829/9-4-2012, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 368/9-1-2012, 1706/13-1-2012, 3983/23-1-2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ). Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 30-5-2012 και 31-5-2012 αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελήτριας Δικ/ων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., και του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ..., αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες Γ. Λ. του Σ. (3ος αναιρεσείων κατά τη σειρά του εκθέματος) και Γ. Κ. του Α. (1ος αναιρεσείων κατά την αυτή ως άνω σειρά), αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Επίσης, από τα υπό ημερομηνία 6-6-2012 και επίσης 6-6-2012 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή δικ/ρίων του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, ..., προκύπτει ότι κλητεύθηκε και ο διορισθείς ως αντίκλητος δικηγόρος των ως άνω αναιρεσειόντων, Γεώργιος Στεργίου, (ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Λ., εκ περισσού, αφού ως προς αυτόν η κοινοποίηση της κλήσης έγινε στη σύνοικό σύζυγό του). Οι παραπάνω όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση, κοινή αίτηση αναίρεσης των παραπάνω, Γ. Λ. του Σ., 3ου αναιρεσείοντα και Γ. Κ. του Α., 1ου αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία άλλες διατάξεις", υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση, την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π, δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση, που δεν ήλθε να καλύψει νομοθετικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19, από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως εν προκειμένω, στα προαναφερθέντα εγκλήματα του άρθρου 19, του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 368/9-1-2012, 1706/ 13-1-2012, 3983/23-1-2012 απόφαση, το Τριμελούς Πλημ/κείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 20-11-2002, συνεργείο ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., αξιοποιώντας πληροφορίες για ύπαρξη κυκλώματος έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, διενήργησε, σύμφωνα με την γραπτή 18324/20-11-2002 εντολή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας αυτής, έλεγχο στην έδρα της επιχείρησης με την επωνυμία "AMORG A.E.", στην οδό ... . Παρότι ουδείς ανταποκρίθηκε στην κρούση του κουδουνιού από τα όργανα, θόρυβοι προερχόμενοι από το εσωτερικό των γραφείων πρόδιδαν την ύπαρξη ατόμων εντός αυτών. Μετά από προφορική ενημέρωση ότι θα ειδοποιηθεί Εισαγγελέας και κλειδαράς, ο 2°ς κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν εντός των γραφείων της ελεγχόμενης επιχείρησης άνοιξε την πόρτα. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την συνταχθείσα έκθεση ελέγχου, ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, με την συνεργασία και άλλων προσώπων κατά περίπτωση, όπως εν προκειμένω του πρώτου κατηγορουμένου κατά τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα, σύστηναν επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας άλλα πρόσωπα ως νομίμους εκπροσώπους αυτών, όπως εν προκειμένω τον πέμπτο κατηγορούμενο, με σκοπό, τον οποίο άπαντες γνώριζαν, την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Μια από αυτές είναι η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "AMORG Α.Ε.", της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι φέρονται οι Ν. (Πρόεδρος Δ.Σ.) και Ε. (Αντιπρόεδρος Δ.Σ.) Α., τέκνα του 2ου κατηγορουμένου, αλλά στην πραγματικότητα ιθύνον νους και διαχειριστής εν τοις πράγμασι ήταν ο πατέρας τους, όπως και τα δύο τέκνα του ομολογούν στις από 5-12-2002 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τους ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του ΣΔΟΕ, κατά τα αναφερόμενα στην αναγνωσθείσα κατά το σημείο αυτό έκθεση ελέγχου. Οι ίδιοι αναφέρουν ότι η εν λόγω εταιρεία δεν διέθετε προσωπικό, πέραν του λογιστή, ούτε μηχανήματα οικοδομικών εργασιών. Κατά τον έλεγχο της εταιρείας αυτής διαπιστώθηκε, με βάση τα κατωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον δεύτερο κατηγορούμενο Ι.Α. και την εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", η οποία φερόταν να έχει ως αντικείμενο κατασκευαστικές εργασίες-χονδρικό εμπόριο οικοδομικών υλικών, έδρα την οδό ... και μοναδικό εταίρο και διαχειριστή βάσει του καταστατικού της τον 5° κατηγορούμενο. Η εταιρεία αυτή δεν είχε ποτέ θεωρήσει ημερολόγια, καθολικά ή ισοζύγια και δεν είχε προβεί ποτέ σε καταχωρίσεις λογιστικών γεγονότων σε θεωρημένα βιβλία, ενώ είχε θεωρήσει ιδιαίτερα μεγάλο πλήθος στοιχείων, τόσο μηχανογραφικά όσο και χειρόγραφα. Η εταιρεία του 2ου κατηγορουμένου AMORG A.E. είχε λάβει σχεδόν το σύνολο των φορολογικών στοιχείων αγορών-εξόδων της από την "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ" και την εταιρεία με την επωνυμία "TRUST ORION A.E.", με φερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο και των δύο τον 5° κατηγορούμενο Γ.Λ.. Για τα τιμολόγια αυτά είχαν εκδοθεί εξοφλητικές αποδείξεις, καμία από τις οποίες δεν είχε καταχωριστεί στα βιβλία της AMORG A.E., λόγω ταμειακής ανεπάρκειας σε αντίθεση με τα τιμολόγια, ενώ πλήθος αρχείων της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ (προσφορές, συμφωνίες) βρέθηκε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή της AMORG, καθώς επίσης και ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης επαγγελματικής μίσθωσης για την έδρα της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ, αλλά και εκτροπή του τηλεφωνικού αριθμού της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ (...) στην AMORG, όπως προκύπτει από αποδεικτικά αποστολής εγγράφων μέσω fax για τον αριθμό αυτό. Από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύονταν μια στενή σχέση των δύο επιχειρήσεων, με συνδετικό κρίκο τον δεύτερο κατηγορούμενο, οπότε δόθηκε άμεσα εντολή ελέγχου στην επιχείρηση ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ. Το συνεργείο ελέγχου διαπίστωσε ότι η έδρα της βρισκόταν στον 5° όροφο στην οδό ..., σε χώρο επιφάνειας 40 τ.μ., που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο ως γραφείο και όχι ως αποθηκευτικός χώρος, ενώ από πληροφορίες μισθωτών γραφείων του ίδιου ορόφου διαπιστώθηκε ότι για καιρό δεν εμφανιζόταν κανείς εκεί και ουδέποτε υπήρξε διακίνηση εμπορευμάτων από και προς τον χώρο αυτό. Επίσης, από αντίγραφο επιταγής που προσκομίστηκε από τον εκμισθωτή Ι.Γ. προέκυψε ότι αυτή είχε εκδοθεί με χρέωση τραπεζικού λογαριασμού του Ν. Α., υιού του δεύτερου κατηγορουμένου. Επιπλέον, από το ιδιωτικό συμφωνητικό που ο ίδιος εκμισθωτής προσκόμισε στα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. προκύπτει ότι μισθώτρια δεν ήταν η εταιρεία ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ αλλά ο ίδιος ο πέμπτος κατηγορούμενος, με αναφερόμενη διεύθυνση κατοικίας την οδό ..., στην οποία ουδέποτε διέμενε. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε επίσης ότι η εταιρεία αυτή δεν είχε ποτέ υποβάλει δηλώσεις εισοδήματος, προσωρινές ή οριστικές δηλώσεις Φ.Μ.Υ., συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών-προμηθευτών, εκκαθαριστικές δηλώσεις και περιοδικές από από τον 10° του 2002 και μετά, ούτε δηλώσεις μεταβολής ή διακοπής. Επιπλέον, από τις βεβαιώσεις του ΙΚΑ που κατατέθηκαν στο τμήμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων προέκυψε ότι η εταιρεία αυτή δεν απασχόλησε ποτέ προσωπικό και, εκ των πραγμάτων, δεν είχε δυνατότητα εκτέλεσης καμιάς εργασίας κατασκευαστικής ή εμπορικής, ούτε διέθετε μηχανήματα και πάγιο εξοπλισμό ή υλικοτεχνική υποδομή, κατασκευαστική ή άλλη, παρότι είχε εκδώσει σωρεία τιμολογίων για κατασκευαστικές και συναφείς εργασίες. Να σημειωθεί πως παρότι δεν είχε θεωρήσει τα προβλεπόμενα από τον Κ.Β.Σ. βιβλία, όπως ημερολόγια και καθολικά και από τον Σεπτέμβρη του 2002 αντ' αυτών ισοζύγιο γενικού και αναλυτικών καθολικών, είχε θεωρήσει από 5-3-2001 μέχρι 16-7-2002, δηλαδή μέσα σε 15 μήνες περίπου, 3.200 φύλλα ενιαίου μηχανογραφικού εντύπου (πολλαπλής χρήσης) και 600 φύλλα χειρόγραφων στοιχείων (Δ.Α., Τ.Δ.Α., Τ.Π.Υ.). Δηλαδή, μια νεοϊδρυθείσα εταιρεία, χωρίς προσωπικό και αποθηκευτικούς χώρους, εξέδιδε 1.000 περίπου φύλλα ενιαίου μηχανογραφικού εντύπου και 200 περίπου χειρόγραφα στοιχεία ανά επτάμηνο. Το γεγονός βέβαια αυτό είναι απολύτως "συμβατό" με το ότι η δραστηριότητα της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ φερόταν να καταλαμβάνει κάθε πιθανή εμπορική δραστηριότητα σε όλη την ελληνική επικράτεια, καλύπτοντας κάθε ανάγκη σε τιμολόγιο, παρά την έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής και προσωπικού, όπως αναλυτικά παρακάτω προσδιορίζεται. Η εν τοις πράγματι συμμετοχή του 2ου κατηγορουμένου Ι. Α. ως διαχειριστή και ελέγχοντα την δραστηριότητα της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ, προκύπτει και από τα παρακάτω στοιχεία: α) την από 14-4-2004 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του δικηγόρου Π. Χ., που φέρεται να συνέταξε το σχέδιο του καταστατικού της εταιρείας, ότι για την σύσταση της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΝ. ΕΠΕ μεσολάβησε ανάμεσα σε αυτόν και τον νόμιμο εκπρόσωπο της Γ. Λ. (5° κατηγορούμενο) ο Ι.Α. (2ος κατηγορούμενος), β) την 1023/2-9-2003 έκθεση κατάσχεσης, με την οποία κατασχέθηκαν από την αστική εταιρεία Σ.Α.Ζ. τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ν. Β. και των επιχειρήσεων AMORG A.E., ΤΕΧΝΙΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ και TRUST ORION A.E., για τις οποίες υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος ο Ι. Α. (2ος κατηγορούμενος), όπως ο Ν.Β. επιβεβαιώνει, γ) την από 16-9-2003 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του Σ. Π., διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΡΗΝ ΕΠΕ", με την οποία οι εν λόγω 3 εταιρείες είχαν υπογράψει αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά, στην οποία (κατάθεση) αναφέρει, σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου, ότι με τον Ι. Α. έχει υπογράψει συμφωνητικά και για τις τρεις αυτές εταιρείες, για τις οποίες ο Ι. Α. του είπε ότι είναι δικές του, δ) η ύπαρξη της υπογραφής του Ι.Α. σε πολλές από τις εκδοθείσες αποδείξεις είσπραξης της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΝ.ΕΠΕ, ενώ στην 480/21-12-2001 απόδειξη πληρωμής έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία EUROPEAN PROFILES Α.Ε." για πληρωμή ποσού 5.900.000 δρχ. προς την ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ, αναγράφεται και ολογράφως το όνομα Α., ε) την από 4-12-2002 προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. του Η. Κ., νομίμου εκπροσώπου των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΛΙ ΦΩΤΟ Α.Ε." και "ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", κατά την οποία ο Ι.Α. τον προσέγγισε και του πρότεινε, προκειμένου να ξεφύγει από το οικονομικό αδιέξοδο, να του δώσει φορολογικά στοιχεία τα οποία θα καταχωρούσε στα βιβλία του ώστε να παρουσιάζεται διόγκωση των αγορών, με συνέπεια τη μείωση του προς απόδοση ΦΠΑ, των ακαθάριστων εσόδων και συνακόλουθα των κερδών, με αμοιβή το ποσοστό του ΦΠΑ περίπου. Από τα παραπάνω προκύπτει με ασφάλεια η σχέση του πέμπτου κατηγορουμένου ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ" και του δεύτερου ως εν τοις πράγμασι διαχειριστή και ελέγχοντα την δραστηριότητα της. Η σχέση του τρίτου (3 κατηγορουμένου Γ. Κ. ως εν τοις πράγμασι διαχειριστή αυτής και ελέγχοντα την δραστηριότητα της προκύπτει από τα παρακάτω στοιχεία: α) την από 21-4-2004 προανακριτική κατάθεση στα αρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. του λογιστή Γ. Μ., ο οποίος ανέφερε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος του είχε ζητήσει κατά καιρούς να του θεωρήσει στοιχεία για κάποιες επιχειρήσεις του που ονομάζονταν ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ ΚΑΙ TRUST UNION A.E., θεώρηση στην οποία πράγματι αυτός προέβη, παραλαμβάνοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά με τον υπάλληλο του Α. Γ., ο οποίος το επιβεβαιώνει, από την οδό ..., δηλαδή την έδρα της εταιρείας με την επωνυμία "AMORG A.E.", β) από την από 11-12-2003 προανακριτική ενώπιον των αρμόδιων οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του Α. Κ., συζύγου της Α. Κ.-λήπτριας των αναφερόμενων παρακάτω δύο τιμολογίων έκδοσης ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΝ.ΕΠΕ, ο οποίος αναφέρει ότι παρουσιάστηκε σε αυτόν ο τρίτος κατηγορούμενος και του συστήθηκε ως εκπρόσωπος ομίλου εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η εκδότρια των εν λόγω τιμολογίων και γ) την από 3-12-2003 προανακριτική κατάθεση στο Σ.Δ.Ο.Ε. του Σ. Γ., λήπτη τριών τιμολογίων έκδοσης της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΝ.ΕΠΕ, στην οποία αναφέρει ότι ο τρίτος κατηγορούμενος του είπε ότι ο ίδιος ότι έχει μια εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ" και ότι θα συνεχίσουν τη συνεργασία τους μέσω αυτής, δ) την από 26-4-2004 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του Χ. Λ., μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της λήπτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΝΔΡΕΝ ΜΟΝ.ΕΠΕ", κατά την οποία, σε σχέση με την ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ, συναλλαγή είχε μόνο με τον τρίτο κατηγορούμενο, με τον οποίο συμφώνησε να τον προμηθεύει η εταιρεία με χαρτί και πρώτη ύλη και ότι προς αυτόν (3° κατηγορούμενο) γινόταν όλες οι παραγγελίες και οι πληρωμές, ε) την από 13-8-2003 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε, κατάθεση του Κ. Γ., νομίμου εκπροσώπου των ληπτριών εταιρειών με τις επωνυμίες "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", κατά την οποία ο τρίτος κατηγορούμενος του συστήθηκε σαν πωλητής μεταξύ άλλων και της εταιρείας ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ και μάλιστα για να τον πείσει του προσκόμισε και φωτοαντίγραφο του καταστατικού της και φωτοτυπίες υποβληθέντων δηλώσεων ΦΠΑ αυτής, καθώς και ότι στον κατηγορούμενο αυτό γινόταν η τοις μετρητοίς εξόφληση των τιμολογίων. Η σχέση του Γ. Σ. (4ου κατηγορουμένου) ως εν τοις πράγμασι διαχειριστή και ελέγχοντα τη δραστηριότητα της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ" προκύπτει με ασφάλεια από τα παρακάτω στοιχεία: α) την από 17-12-2003 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του Ι. Μ., υπεύθυνου των επιχειρήσεων ΕΝΤΑΣΙΣ ΜΟΝ. ΕΠΕ και WITEL ΑΕ., κατά την οποία ο τέταρτος κατηγορούμενος προσήλθε στην έδρα της WITEL ΑΕ και παρέλαβε, ως τεχνικός της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΝ ΕΠΕ, για λογαριασμό της, τα εμπορεύματα που αναφέρονταν σε εκδοθέν τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, β) το γεγονός ότι ο 4ος κατηγορούμενος παρήγγειλε τα μηχανογραφικά έντυπα των επιχειρήσεων TRUST ORION ΑΕ. και ΤΕΧΝΙΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ στον Θ. Λ., ο οποίος διατηρούσε εμπορικό κατάστημα με αντικείμενο εργασιών χαρτικά-φωτοτυπίες στην οδό ... αριθ. 125 Αθήνα, όπως ο τελευταίος προφορικά ενημέρωσε τον έλεγχο και γ) το γεγονός ότι στην τσάντα του 4ου κατηγορουμένου, που βρισκόταν στην έδρα της εταιρείας με την επωνυμία "Α.Τ.Μ. ΕΠΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, πρωτότυπα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής των επιχειρήσεων ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ και TRUST ORION ΑΕ προς διάφορους παραλήπτες, για χρονικό διάστημα από 23-1-2001 ως 17-2-2003, τα οποία, αν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές θα έπρεπε να συνοδεύουν τα εμπορεύματα που αναφέρουν και να μην βρίσκονται στα χέρια του, δ) την από 17-12-2003 προανακριτική ενώπιον του Σ.Δ.Ο.Ε. κατάθεση του Ι. Μ., εκπροσώπου της λήπτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΑΣΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με αντικείμενο μηχανές γραφείου, κατά την οποία ο 4ος κατηγορούμενος είχε συστηθεί ως τεχνικός της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ" και είχε παραλάβει για λογαριασμό της εμπορεύματα. Η σχέση του πρώτου κατηγορουμένου ως εν τοις πράγματι διαχειριστή και ελέγχοντα την δραστηριότητα της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ" αλλά και αυτής με την επωνυμία "TRUST ORION AE", προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός, σύμφωνα με πληροφορίες του ελέγχου από την εταιρεία με την επωνυμία "4 QUALITY HOTELS A.E.", που είχε λάβει από τις ανωτέρω εταιρείες τιμολόγια αξίας 3.540.000 ευρώ, ήταν το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο η εν λόγω λήπτρια εταιρεία είχε έρθει σε επαφή εκ μέρους των εν λόγω εκδοτριών εταιρειών. Αποδείχτηκε, περαιτέρω, ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, με τις ανωτέρω ιδιότητες τους, στην Αθήνα, στις 8-9-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 7-9-2004 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο Σ.Δ.Ο.Ε. Αττικής, α) κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2001 ως 3-3-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσαν με πρόθεση τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας κάτω από την υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο (Α) πράξη τιμολόγια, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που δόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης προς τις παρακάτω αναφερόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου να διευκολυνθούν αυτές και β) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος αυτών (ο τέταρτος απηλλάγη για την πράξη αυτή με την πρωτόδικη απόφαση) κατά το χρονικό διάστημα από 4-5-2001 ως 4-12-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχτηκαν με πρόθεση, δηλαδή ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρισαν στα βιβλία της ανωτέρω επιχείρησης, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας κάτω από την υπό στοιχείο βήτα κεφαλαίο (Β) πράξη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Το γεγονός ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν εικονικά κατά τα ανωτέρω προκύπτει, πέραν του γεγονότος ότι η εν λόγω εταιρεία λειτουργούσε με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τα προαναφερόμενα, και από τον έλεγχο των εταιρειών που έλαβαν τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τους κατηγορουμένους, κάποιες μάλιστα από τις οποίες, όπως το Ινστιτούτο της Γ.Σ.Ε.Ε., η εταιρεία με την επωνυμία "ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ" και "ΕΛΙ ΦΩΤΟ ΑΕ", υπεύθυνος των οποίων είναι ο Η. Κ. και "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", υπεύθυνος των οποίων είναι ο Κ. Γ., παραδέχτηκαν την εικονικότητα (εν όλω ή εν μέρει) των συναλλαγών και αποδέχτηκαν τα επιβληθέντα πρόστιμα, κατά τα παρακάτω ειδικά αναφερόμενα για καθεμιά. Ένα εκ των ενδεικτικών της εικονικότητας στοιχείων, τα οποία προσδιορίζονται αναλυτικά παρακάτω για καθένα από τους 47 λήπτες, είναι ότι παρά την υψηλή αξία των τιμολογίων, για την συντριπτική πλειοψηφία αυτών η εξόφληση έχει γίνει τοις μετρητοίς, κατά παρέκκλιση της συναλλακτικής πρακτικής σε περιπτώσεις συναλλαγών αυτού του ύψους, ενώ από τη στιγμή που θεσπίστηκε με τον ν. 2992/20-3-2002 η εξόφληση των τιμολογίων αξίας 15.000 ευρώ μέσω δίγραμμης επιταγής ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, οι κατηγορούμενοι άρχισαν να εκδίδουν τιμολόγια ελάχιστα μικρότερα του ποσού των 15.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στα τιμολόγια αυτά αποδείχτηκαν τα παρακάτω: 1) από τα τρία που αναφέρονται με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "AMORG ΑΕ", συνολικού ποσού 713.206,16 ευρώ, το με αριθμό 461/9-8-2002 αφορά εκτέλεση τεχνικών έργων που φέρεται να ανατέθηκαν από την εταιρεία με την επωνυμία "ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΉΣΕΙΣ ΕΠΕ" στην εταιρεία με την επωνυμία "AMORG ΑΕ" και από αυτήν στην εκδότρια "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ". Όμως, ο νόμιμος εκπρόσωπος της λήπτριας εταιρείας ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ, Η. Κ., στην από 4-12-2002 προανακριτική κατάθεση του ενώπιον του ΣΔΟΕ κατάθεσε, σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου, ότι οι εργασίες έγιναν από τα αδέλφια του δεύτερου κατηγορουμένου Ι. Α. οι οποίοι έχουν κατασκευαστική εταιρεία με συνεργεία διαμόρφωσης χώρων και όχι από την εκδότρια εταιρεία ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ. Περαιτέρω, τα άλλα δύο τιμολόγια με αριθμούς 468/23-8-2002 και 470/26-8-2003 αφορούν σε πραγματοποιήσεις τεχνικών έργων που είχαν ανατεθεί από την εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕ" στην Κω στους αδελφούς Γ. και Μ. Α., οι οποίοι είχαν αναθέσει το σχετικό έργο στην AMORG ΑΕ, που με τη σειρά της το ανέθεσε στην ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ. ΕΠΕ, η οποία δεν αποδείχτηκε ότι το εκτέλεσε. Η εικονικότητα των τιμολογίων αυτών ενισχύεται από το ότι παρά το τεράστιο ύψος τους τα ποσά φέρεται να εξοφλούντα με μετρητά, παρά την σχετική απαγόρευση του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 2992/20-3-2002, ενώ προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας από το γεγονός ότι η εκδότρια εταιρεία δεν διέθετε ούτε προσωπικό, ούτε μηχανήματα, ούτε άλλη υλικοτεχνική υποδομή για την εκτέλεση του έργου αυτού. Τις ίδιες ελλείψεις άλλωστε είχε και η εταιρεία AMORG ΑΕ. 2) για το τιμολόγιο με λήπτη τον Γ. Α., ύψους 70.800.000 δρχ., που αφορά σε κατασκευή γύψινων οροφών, χωρισμάτων και ειδικές κατασκευές βάσει του από 10-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δεν επιδείχθηκε στον έλεγχο, η εξόφληση φέρεται να έγινε αυθημερόν με την έκδοση του και τοις μετρητοίς, 3) για το τιμολόγιο με λήπτη τον Μ. Α., ύψους 88.240.400 δρχ., που αφορά σε κατασκευή γύψινων οροφών, χωρισμάτων και ειδικές κατασκευές βάσει του από 10-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο δεν επιδείχθηκε στον έλεγχο, η εξόφληση έγινε ομοίως αυθημερόν με μετρητά, 4) για τα 135 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ ή ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", που έχει ως αντικείμενο την επεξεργασία εικόνας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της με την από 4-12-2002 προανακριτική κατάθεση του στο Σ.Δ.Ο.Ε. ανέφερε, σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου, ότι προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, αποδέχτηκε σχετική πρόταση του δεύτερου κατηγορουμένου να αποδεχτεί τα αναφερόμενα παρακάτω φορολογικά στοιχεία, συνολικής αξίας 232.744/970 δρχ., πλέον 1.014.035,01 ευρώ, τα οποία φέρεται να εξοφλούντα με μετρητά, καταβάλλοντας ως αμοιβή ποσό ίσο με το 18% επί της αξίας των στοιχείων που λάμβανε, το οποίο αντιστοιχεί στο ΦΠΑ. Να σημειωθεί ότι τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν φωτοτυπικό χαρτί διαφόρων τύπων, φίλμ, μελάνια εκτυπωτών και διάφορα άλλα υλικά απαραίτητα για την επεξεργασίας εικόνας, επίσης παροχές υπηρεσιών σχετικές με την ψηφιακή επεξεργασία εικόνας και την φωτογράφηση, όπως χημικές εμφανίσεις οι οποίες όμως απαιτούν ειδικό εξοπλισμό και εξειδικευμένες γνώσεις, τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν διέθετε η εκδότρια εταιρεία, γεγονός που επιβεβαιώνει την εικονικότητα των σχετικών στοιχείων. 5) για τα 96 τιμολόγια, συνολικής αξίας 211.825.340 δρχ. πλέον 529.344,52 ευρώ, με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΙ ΦΩΤΟ ΑΕ", στην οποία πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι επίσης ο Η. Κ. ισχύουν όσα προεκτέθηκαν για την ομολογία της εικονικότητας τους από αυτόν. 6) για το τιμολόγιο με λήπτρια την αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Σ.Α.Ζ.", συνολικού ποσού 14.986 ευρώ, που αφορά αμοιβή της ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗΣ για χειρισμό μηχανημάτων ήχου και εικόνας μουσικών εκδηλώσεων ATHENS DANCE FESTIVAL, ο Ν. Β., διοργανωτής του φεστιβάλ, ερωτηθείς δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και δεν θυμάται τίποτα σχετικά. 7) για τα 28 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΦΡΗΝ ΕΠΕ", που αφορούν αμοιβές για χειρισμό μηχανημάτων ήχου και εικόνας, σκηνογραφία και κατασκευή μουσικής σκηνής για διάφορες μουσικές εκδηλώσεις σε όλη την επικράτεια με τη συμμετοχή διαφόρων τραγουδιστών, με τα οποία φέρεται να έχουν διακινηθεί διάφορα υλικά για την κατασκευή μουσικών σκηνών, όπως ξύλα, δοκάρια, σιδηρογωνίες, γυψοσανίδες, λάμες κ.α., αναφέρεται στα Δ.Α. ως όχημα μεταφοράς το ..., το οποίο είναι χωματουργικό ανατρεπόμενο και δεν μπορεί να πραγματοποιήσει μεταφορές, δεν ανήκει ούτε στη λήπτρια επιχείρηση, ούτε στην εκδότρια, η οποία κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν διέθετε και ουδέποτε πραγματοποίησε τις σχετικές μεταφορές. 8) για τα 34 τιμολόγια που αφορούν σε αμοιβή για έρευνα αγοράς και ανεύρεση φωτογράφων και μοντέλων στο εξωτερικό, δημιουργικές εργασίες, προσχέδια-μακέττες, οργάνωση και επιμέλεια εκδηλώσεων στην Ελλάδα, εργονομικό και τεχνολογικό σχεδιασμό με σύστημα bar-code αποθήκης, κατασκευές χώρων και αμμοβολές υαλοπινάκων, πώλησης πάσης φύσεως επίπλων και δημιουργία web-site (ιστοσελίδα internet), με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΕΣΤΙΖ ΓΚΡΟΥΠ ΑΕ", που έχει ως αντικείμενο διαφημιστικές γραφικές εργασίες-εκπροσώπηση καλλιτεχνών, δεν υπάρχουν ιδιωτικά συμφωνητικά, ενώ τα Δ.Α. δεν αναγράφουν το μεταφορικό μέσο με το οποίο υποτίθεται πως διακινήθηκαν τα εμπορεύματα, έχουν δε εξοφληθεί τοις μετρητοίς αμέσως με την έκδοση των τιμολογίων, πράγμα ασυνήθιστο στην συναλλακτική πρακτική, ενώ οι εργασίες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποτελούν το αντικείμενο εργασιών της ίδιας της λήπτριας επιχείρησης. 9) τα 20 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "BULLET AE", δεν βρέθηκαν καταχωρημένα στα επίσημα βιβλία λόγω μη τήρησης τους, αλλά μόνο στα αντίστοιχα λογιστικά προγράμματα και αφορούν πάσης φύσεως υπηρεσίες. Πιο συγκεκριμένα αφορούν σε ανακατασκευές μαρμάρων και πατωμάτων 550 τ.μ., στο κτίριο που στεγάζεται η εταιρεία στη λεωφόρο ... αριθ. 154, μελέτη και δυναμική στατική για επέκταση ημιώροφου 250 τ.μ. στο ίδιο κτίριο, μελέτη διαμόρφωσης εσωτερικών χώρων ισογείου 350 τ.μ. και ημιώροφου 300 τ.μ., ανάπλαση πρόσοψης κτιρίου και περιβαλλόντων εξωτερικών χώρων, εικαστικό σχεδιασμό μακετών και προσχέδια εντύπων κάμερας ασφαλείας, εικαστικό σχεδιασμό διαφημιστικής καμπάνιας "ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2002-2003" και πληθώρα web site συνολικής αξίας 111.356,60 ευρώ για σχεδιασμό διαφόρων βάσεων δεδομένων, όπως viled streaning, zobe web server, linux debian distribution, postgre-relationship και πολλά άλλα, για τα οποία δεν υφίστανται συμφωνητικά. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της λήπτριας εταιρείας Λ. Δ. ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην κλήση του Σ.Δ.Ο.Ε. για παροχή διευκρινίσεων, ενώ η εταιρεία του δεν έχει υποβάλλει δηλώσεις ΦΠΑ, εισοδήματος, ΦΜΥ κτλ. από το φορολογικό έτος 2001 και εντεύθεν και δεν τηρεί βιβλία, λόγω μη δυνατότητας θεώρησης από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. 10) για το τιμολόγιο με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "EUROPEAN PROFILES A.E." που αφορά γενικόλογα και αόριστα σε "διάφορες εργασίες και συντήρηση γραφείων εταιρείας", αξίας 5.000.000 δρχ., φέρεται να εξοφλήθηκε με μετρητά, ο δε ΦΠΑ αξίας 900.000 δρχ. με επιταγή, πρακτική συνήθης στην περίπτωση εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπου ο ΦΠΑ αποτελεί συνήθως την αμοιβή του εκδότη τους, ενώ και στην περίπτωση αυτή ο νόμιμος εκπρόσωπος της λήπτριας εταιρείας ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην κλήση του Σ.Δ.Ο.Ε. 11) για τα 2 τιμολόγια με λήπτρια την Α. Κ., που αφορούν σε πωλήσεις 3.300 μπλουζών και 335 φορμών, γεγονός που υπογραμμίζει την πολυμορφία των δραστηριοτήτων της εκδότριας εταιρείας, δεν αποδείχτηκε καμία σχετική υποδομή στην εκδότρια εταιρεία. 12) το αυτό ισχύει για τα 3 τιμολόγια με λήπτη τον Σ. Γ. που αφορούν σε πωλήσεις 1.800 παλετών με τόπο εκφόρτωσης τα Οινόφυτα, όπου όμως δεν υπήρχε εγκατάσταση της εκδότριας εταιρείας, 13) τα 76 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΝΔΡΕΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", συνολικής αξίας 1.157.838,42 ευρώ, που αφορούν σε πωλήσεις ειδών συναφών με το χαρτί, όπως χαρτί σε ρολό, χαρτοκιβώτια και χαρτοπετσέτες αλλά και ειδικά μηχανήματα επεξεργασίας χαρτιού και πιο συγκεκριμένα, 2 μηχανές ημιαυτόματες παραγωγής ρολών τύπου RC 2004, μηχανή ρολλοκοπτική χαρτιού-χαρτονιού, μηχανή επεξεργασίας χαρτοπετσέτας, αυτόματο τριβείο, πριόνιο αλουμινίου με ενσωματωμένο Η/Υ, στρωτήρι επικάλυψης, τούνελ σοκολάτας, σφολιατομηχανή, ψυκτικό θάλαμο, μίξερ, φούρνο και πλυντήριο, για τα οποία επιπλέον προκύπτει ότι από τα στοιχεία διακίνησης αυτών διαπιστώνεται ότι το συνολικό βάρος των εμπορευμάτων είναι πολλαπλάσιο του ωφέλιμου φορτίου του φορτηγού με το οποίο φέρεται να έχει πραγματοποιηθεί κάθε διακίνηση, όπως αναλυτικά τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στην έκθεση ελέγχου, ενώ ως τόπος φόρτωσης αναφέρονται πάλι αόριστα τα Οινόφυτα, όπου η εκδότρια δεν είχε εγκατάσταση. 14 και 15) για τα 19 και 2 αντίστοιχα τιμολόγια, συνολικής αξίας 36.991.643 και 4.215.668 δρχ. αντίστοιχα, με λήπτριες τις εταιρείες με τις επωνυμίες "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και "Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" αντίστοιχα, που αφορούν σε απορρυπαντικά, απολυμαντικά, χλωρίνες, σκούπες, ηλεκτρικές σκούπες, σφουγγαρίστρες, παρκετέζες, κάδους καθαρισμού, χαρτιά υγείας και τουαλέτας, vetex κλπ. σε ποσότητες χιλιάδων τεμαχίων, αναφέρεται πάλι ως τόπος φόρτωσης τα Οινόφυτα και πληρωμή τοις μετρητοίς. 16) για τα 29 τιμολόγια με λήπτρια εταιρεία την "Α.Τ.Μ. ΕΠΕ", διαχειριστής της οποίας ήταν ο 4ος κατηγορούμενος και αφορούν σε αγοραπωλησίες ηλεκτρονικών υπολογιστών, εξαρτημάτων τους και αναλώσιμων ειδών, το ένα εξ' αυτών (57/29-6-2001) αναφέρει ως αιτιολογία εγκατάσταση δικτύου Η/Υ και εγκατάσταση προγραμμάτων για server για τον φορέα "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" και εν συντομία "Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.", ο οποίος από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 1-12-2003 διαπιστώθηκε ότι γνώριζε μόνο για ελαιοχρωματισμούς και ηλεκτρολογικές εργασίες που φέρεται να είχε εκτελέσει η ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ και καμία πληροφορία δεν είχε για τις εργασίες που αναφέρονται στο ανωτέρω τιμολόγιο, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο εργασιών της Α.Τ.Μ. ΕΠΕ. Οι εργασίες που αναφέρονται στα υπόλοιπα 28 τιμολόγια προς την εταιρεία αυτή η φυσική διακίνηση εμπορευμάτων δεν καλύπτεται από φορτωτικά έγγραφα, τα οποία, άλλωστε, δεν διέθετε καμία από τις συμβαλλόμενες εταιρείες, ούτε γίνεται αναφορά των οχημάτων που υποτίθεται ότι πραγματοποίησης τις μεταφορές, ενώ ως τόπος φόρτωσης αναφέρεται γενικώς τα Οινόφυτα, όπου η εκδότρια εταιρείας δεν είχε εγκατάσταση (έδρα ή αποθήκη) και οι εξοφλήσεις, παρά το μεγάλο ύψος των ποσών, φέρονται να έγιναν με μετρητά σε αντίθεση με την κοινή πρακτική. 17) για τα δύο τιμολόγια με λήπτη τον Σ. Κ., η αιτία έκδοσης τους, δηλαδή ηλεκτρική μελέτη και εργασίες εγκατάστασης καναλιών και ηλεκτρονικών πινάκων, μπριζών και φώτων, προϋποθέτει την κατοχή εκ μέρους της εκδότριας ειδικής άδειας ηλεκτρολόγου-εγκαταστάτη την οποία δεν κατείχε, ούτε αναφέρεται σε αυτά παρακράτη-τη φόρου υπεργολάβων 3%. 18) για τα 9 τιμολόγια (συν ένα πιστωτικό) με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝΤΑΣΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", συνολικής αξίας 159.382.600 δρχ. (μείον 22.403.480 δρχ.), που αφορούν σε πώληση εκτυπωτών, φωτοτυπικών, ηλεκτρονικών υπολογιστών, server, σταθεροποιητών τάσης ups, προγραμμάτων διαφόρων εφαρμογών σε Η/Υ, καλωδίων κ.α. ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεν θυμόταν τα πρόσωπα των εκπροσώπων της εκδότριας με την οποία είχε τέτοιου ύψους συναλλαγές και δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει τον τρόπο διακίνησης των εμπορευμάτων, αναφερόμενος σε δημοσίας χρήσης αυτοκίνητα χωρίς να υφίστανται σχετικές φορτωτικές και, βέβαια η εξόφληση, παρά το μεγάλο ύψος των ποσών, φέρεται να γίνεται με μετρητά. 19) τα 35 τιμολόγια, συνολικού ποσού 203.245,51 ευρώ + 25.360.469 δρχ. + 13.327,20 ευρώ, που αφορούν σε εργασίες εγκατάστασης και αναβάθμισης δικτύων τηλεφωνικών κέντρων, γραμμών και τηλεφωνικών συσκευών, με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "WIT- TEL A.E." που έχει ως αντικείμενο την εμπορία συστημάτων επικοινωνίας-πληροφορικής, φέρεται να πληρώθηκαν μετρητοίς παρά το μεγάλο ύψος των επί μέρους ποσών, για υπηρεσίες η παροχή των οποίων δεν επιβεβαιώθηκε. Πέραν αυτών κατασχέθηκαν από τον έλεγχο και τα παρακάτω αναφερόμενα 27 τιμολόγια έκδοσης της "WIT-TEL AE" προς την ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ, συνολικού ποσού 25360.460 δρχ. + 13.327,20 ευρώ, για τα οποία δεν έχει δικαιολογηθεί η φερόμενη διακίνηση εμπορευμάτων λόγω έλλειψης φορτωτικών εγγράφων, τα οποία όχι μόνο δεν επιδείχθηκαν αλλά ούτε βρέθηκαν καταχωρημένα στα τηρούμενα βιβλία της εκδότριας εταιρείας) ενώ δεν υπάρχουν και μεταφορικά μέσα σε καμία από τις συναλλασσόμενες. 20) για τα δύο τιμολόγια με λήπτη το Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε., που αφορούν σε στοκαρίσματα-βαψίματα γραφείων, εγκατάσταση καναλιών και ηλεκτρολογικές εργασίες στην οδό ..., δεν αποδείχτηκε η παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών, καθόσον η διευθύντρια του εν λόγω ταμείου δεν γνώριζε με ποιόν ήρθαν σε επικοινωνία, ούτε τον υπάλληλο ο οποίος συνηλλάγη για λογαριασμό του ταμείου, ενώ η εξόφληση των τιμολογίων έγινε με μετρητά σε πρόσωπα που δεν γνωρίζει την ταυτότητα τους. 21) Το τιμολόγιο με αριθμό 358/30-10-2001, ποσού 3.221.400 δρχ. με λήπτη τον μάρτυρα υπεράσπισης Κ. Λ. δεν βρέθηκε καταχωρημένο στα βιβλία του τελευταίου, ενώ τα υπόλοιπα 72 με λήπτη τον ίδιο, ποσού 55.117.991 δρχ. + 401.164,46 ευρώ που αφορούν σε πωλήσεις εργαλείων και υλικών χρωματισμού, βίδες, δίσκους κοπής-λειάνσεως κ.α. σε ποσότητες χιλιάδων κιλών ή τεμαχίων, αναφέρουν ως τόπο φόρτωσης τα Οινόφυτα, όπου η εκδότρια δεν είχε κανενός είδους εγκατάσταση με δυνατότητα αποθήκευση υλικών χρωματοπωλείου, πολύ δε περισσότερο τις χιλιάδες ποσότητες που αναφέρουν τα εν λόγω στοιχεία, στα οποία δεν αναφέρεται ο αριθμός του χρησιμοποιηθέντος οχήματος, ούτε επιδείχθηκαν αντίστοιχες φορτωτικές παρότι οι συμβαλλόμενες δεν διαθέτουν κατάλληλα ίδια μεταφορικά μέσα. Η αξία των επί μέρους στοιχείων είναι πάντα κάτω από 15.000 ευρώ και η εξόφληση γίνεται μετρητοίς. 22) για τα 93 τιμολόγια με λήπτη τον Σ. Α. αποδείχτηκε ότι η έδρα του τελευταίου ήταν ένας ισόγειος χώρος ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων, με το μεγαλύτερο τμήμα του να καλύπτεται από ένα γραφείο, μια καρέκλα, έναν Η/Υ, έναν εκτυπωτή και από ντέξιον που περιείχαν κλασέρ, χωρίς δυνατότητα αποθήκευσης των ειδών που φέρεται να είχε προμηθευτεί από την εκδότρια εταιρεία, παρότι φερόταν να έχει πραγματοποιήσει αγορές ελάχιστον χρόνο πριν τη διενέργεια του ελέγχου, ενώ δεν διέθετε άλλη εγκατάσταση. Για τα τιμολόγια αυτά ισχύουν όσα ειπώθηκαν για τα αντίστοιχα με λήπτη τον Λ., όσον αφορά στην διακίνηση, την εξόφληση και στον τόπο φόρτωσης των εμπορευμάτων. 23) για τα 7 τιμολόγια που αφορούν σε διάφορα είδη σιδηρικών και εργαλείων, όπως βύσματα, τρυπάνια, βίδες, ηλεκτρόδια αστάρια κ.α., με λήπτη τον Γ. Τ., ισχύουν τα ίδια ως προς την φερόμενη διακίνηση τους, την εξόφληση τους και τον τόπο φόρτωσης, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν εκδοθεί σε διάστημα τεσσάρων ημερών. 24) Το τιμολόγιο που βρέθηκε στην τσάντα του 4ου κατηγορουμένου με στοιχεία 3 56/24-10-2001 και λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΤΑΡΤΗ Α.Τ.Ε.Ε." δεν βρέθηκε καταχωρημένο στα βιβλία της, ενώ για τα υπόλοιπα 116 με λήπτρια την ίδια εταιρεία, που αφορούν σε πωλήσεις οικοδομικών υλικών ποικίλου είδους, όπως σακιά τσιμέντου, πλάκες πεζοδρομίων, πλέγματα, χρώματα κ.α. αναφέρεται ως περιοχή φόρτωσης τα Οινόφυτα, δεν αναγράφεται ο αριθμός του αυτοκινήτου που πραγματοποίησε τις διακινήσεις, εκτός από αυτές που αφορούν στο διάστημα από τον 9° ως τον 10° μήνα του 2002, για τις οποίες αναφέρεται ως αριθμός κυκλοφορίας ο ..., που αντιστοιχεί σε όχημα που ανήκει στον αυτοκινητιστή Θ. Π. με έδρα τη Γραβιά Φωκίδας, χωρίς να βρεθεί στα βιβλία της λήπτριας εταιρείας καταχωρημένη καμία φορτωτική έκδοσης του, ούτε καμία από τις συμβαλλόμενες εταιρείες διαθέτει μεταφορικό μέσο δικό της. 25) Τα 33 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "REPRO ΑΤΗΙΝΕ ΕΠΕ", που αφορούν σε πωλήσεις χρωμάτων, οπτικών δίσκων και εργασίες διαχωρισμού χρωμάτων είναι ακριβώς το αντικείμενο εργασιών της λήπτριας εταιρείας. Η εξόφληση γινόταν με μετρητά, σε πρόσωπα που ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεν γνώριζε, όπως δε γνώριζε ούτε τους εκπροσώπους της εκδότριας και την έδρα της παρότι συνεργαζόταν με αυτήν από το 1998 όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 12-11-2003 προανακριτική εξέταση του. 26) για τα 4 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" που αφορούν σε πωλήσεις διαφόρων μηχανημάτων όπως ευθυγράμμισης, ράμπες κ.α. ισχύουν τα προαναφερόμενα ως προς τον τόπο φόρτωσης και τα μέσα μεταφοράς. 27) για τα 69 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που αφορούν σε πωλήσεις πρώτων υλών για παραγωγή μεταξοτυπιών διαφόρων ειδών και άλλων σχετικών υλικών ισχύουν τα προαναφερόμενα ως προς την άγνοια των εκπροσώπων της εκδότριας εταιρείας, παρότι αυτή φέρεται ως μια εκ των σημαντικότερων προμηθευτών της λήπτριας, των στοιχείων του οδηγού της την καταβολή σε μετρητά. 28) για το τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Π. Α.Ε.Β.Ε.", ύψους 3.569.500 ευρώ ισχύουν τα προαναφερόμενα για εξόφληση τοις μετρητοίς και άγνοια των εκπροσώπων της εκδότριας. 29) για τα 4 τιμολόγια που αφορούν σε εργασίες τοποθέτησης ψευδοροφών και επενδύσεων γυψοσανίδας στο νοσοκομείο Βούλας ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ και στο νοσοκομείο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, με φερόμενη ως λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Κ.-Κ. ΕΠΕ", που έχει ως αντικείμενο εργασιών μελέτες επί ακινήτων-οικονομοτεχνικές και φοροτεχνικές, δεν υφίστανται σχετικά δελτία αποστολής με τα οποία να δικαιολογείται η διακίνηση των υλικών, ούτε αποδείχτηκε συμφωνητικό υπεργολαβίας, ούτε ότι η λήπτρια είχε τη δυνατότητα ανάληψης και εκτέλεσης τεχνικών εργασιών, με άγνοια και εδώ της νομίμου εκπροσώπου της για τα πρόσωπα που εκπροσωπούσαν την εκδότρια εταιρεία. 30) για τα 7 τιμολόγια, που αφορούν σε πωλήσεις υαλοπινάκων για κατασκευή ενυδρείων σε ποσότητα 3.360 τ.μ. και πωλήσεις διαφημιστικών ειδών, όπως έντυπα, αναπτήρες, ατζέντες, ρολόγια τοίχου, στυλό και τασάκια, με λήπτη τον Ε. Χ. που ασχολείται με ενυδρεία ισχύει η εξόφληση τους με μετρητά (111.943.960 δρχ. και 17.697,05 ευρώ) και η άγνοια των εκπροσώπων της αντισυμβαλλομένης. 31) για τα 6 τιμολόγια με φερόμενη ως λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και αντικείμενο μεταξοτυπίες, που αφορούν σε πωλήσεις πρώτων υλών για μεταξοτυπίες, ισχύει η καταβολή μετρητοίς (26.235,88 ευρώ), εκτός από το πρώτο ύψους 8.022,58 ευρώ που έγινε με επιταγή και η άγνοια των εκπροσώπων της εκδότριας. 32) για τα 7 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "EVENT ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΕΠΕ", που αφορούν σε πώληση τελάρων και βάθρων δεν αναγράφεται στα Δ.Α. ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που έκανε τη διακίνηση των υλικών, οι συνδιαχειριστές της λήπτριας αγνοούσαν τους εκπροσώπους της εκδότριας και ενώ δήλωσαν ότι θα προσκομίσουν τα συμφωνητικά εκτέλεσης έργων ουδέν προσκόμισαν. 33) τα 12 τιμολόγια που αφορούν στην λήπτρια εταιρεία με την επωνυμία MULTICHOISE HELLAS AE" και αφορούν γενικά σε αμοιβή για διάφορες εγκαταστάσεις δεν ενισχύονται από συμβάσεις εκτέλεσης έργων, ενώ η λήπτρια εταιρεία απέφυγε να παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση. 34) για τα 5 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "VALUE CAPITAL Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ." που αφορούν σε μελάνια εκτυπωτών, κλασέρ, διαφάνειες, χαρτί μηχανογραφικό, φακέλους αλληλογραφίας κ.α. δεν υπήρξε παροχή πειστικών εξηγήσεων από τους εκπροσώπους της λήπτριας. 35) για τα 21 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ-ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α" που αφορούν σε ραφιέρες και ντουλάπια, αλλαγή μοκέτας, ραφιέρας, τοποθέτηση πλακών Καρύστου, επισκευή μπάνιου κ.α. οικοδομικές εργασίες αναφέρεται ως τόπος φόρτωσης τα Οινόφυτα, όπου η εκδότρια δεν διέθετε οποιαδήποτε εγκατάσταση ενώ δεν αποδείχτηκε η εκτέλεση των εργασιών. 36) για τα 13 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ASTRA INTERNATIONAL AE" που αφορούν σε δημιουργία μακετών, εκτύπωση και διανομή διαφημιστικών εντύπων γίνεται εξόφληση μετρητοίς και αυθημερόν με την έκδοση τους (συνολικό ποσό 176.410 ευρώ). 37) για τα 2 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "Φ. ΕΠΕ" με αντικείμενο καφετέρια, σνακ-μπαρ, που αφορούν σε πώληση υγρών και απορρυπαντικών καθαρισμού, χλωρίνη και απολυμαντικό τουαλέτας στην υπερβολική σε ποσότητα των 414 τεμαχίων συνολικής αξίας 11.776,05 ευρώ εντός 15 ημερών, η εξόφληση έγινε με μετρητά. 38) για τα 2 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΡΟΥΜ ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ", με αντικείμενο την διεξαγωγή σεμιναρίων, που αφορούν σε προμήθειας πώλησης σεμιναρίων γενικώς, δεν υπάρχει κάποιο συμφωνητικό και η εξόφληση του ποσού, συνολικού ύψους 70.133,30 ευρώ έγινε με μετρητά. 39) τα 12 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΟΔΟΜΗ Α.Β.Ε.Ε" που αφορούν σε επισκευή και μετατροπή καλουπιού υδραυλικής πρέσας για τη διατήρηση μεταλλικού ελάσματος, επίσης αμοιβή για εκπαίδευση στην χρήση και λειτουργία για τη συντήρηση και τον προγραμματισμό διαμόρφωσης μεταλλικού ελάσματος για την παραγωγή μεταλλικής σχάρας καλωδίων κλπ. φέρεται να εξοφλήθηκαν με μετρητά παρά το υψηλό ύψος τους, αξίας 111.736,56 ευρώ. 40, 41 και 42) τα τρία τιμολόγια με λήπτριες τις εταιρείες με τις επωνυμίες "Α.Π. ΚΑΙ Δ. Κ. Α.Ε", "TEXT & COLOR A.E.", και Ι. Γ., αφορούν το πρώτο συντήρηση και ελαιοχρωματισμό γραφείων β' ορόφου επί της οδού ... στην Κηφισιά χωρίς να παραπέμπει σε κάποια σύμβαση και χωρίς να αναγράφεται παρακράτηση 3% επί του τιμολογίου, το δεύτερο κατασκευή διαφημιστικού περιπτέρου διαστάσεων 2X4 από ξύλο και σίδερο χωρίς να παραπέμπει σε κάποια σύμβαση και χωρίς να αναγράφεται παρακράτηση 3% επί του τιμολογίου και το τρίτο επεξεργασία ήχου και εικόνας με μοντάζ μηνός Αυγούστου 2001 χωρίς να παραπέμπει σε κάποιο συμφωνητικό ενώ φέρεται να έχει εξοφληθεί με μετρητά. 43) για τα 25 τιμολόγια, συνολικού ποσού 177.000.000 δρχ., με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑ ΑΒΕΕ", που αφορούν σε επέκταση των χώρων αποθήκευσης και διανομής κατά 1.200 τ.μ. στο ισόγειο βάσει της από 10-10-2001 υπογραφείσας σύμβασης και σε βιομηχανικό δάπεδο-ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις - υδραυλικές εργασίες και υλικά - σιδηροκατασκευές - γυψοσανίδες - χωρίσματα - σοβαντίσματα - βαψίματα - θεμελίωση εξωτερικού ανελκυστήρα-μονώσεις ταρατσών-κατασκευή και τοποθέτηση πόρτων και παραθύρων από αλουμίνιο που φέρονται να πραγματοποιήθηκαν στην έδρα της λήπτριας στην οδό ..., δεν προσκομίστηκε πολεοδομική άδεια, δεν προέκυψαν τα στοιχεία του επιβλέποντα μηχανικού, ενώ τα υλικά, τα μηχανήματα και το προσωπικό που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση των εργασιών δεν ήταν της λήπτριας και η εκδότρια δεν διέθετε τίποτε από όλα αυτά. 44) οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τα 8 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΦΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΝΕΟΝ ΑΕΒΕ", που έχει απορροφηθεί από την εταιρεία "ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑ ΑΒΕΕ". 45) για τα 10 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΑΕ", που αφορούν σε ελαιοχρωματισμούς με υλικά της εκδότριας εταιρείας σε κτίριο που στεγάζεται η λήπτρια, η μεταφορά των υλικών φέρεται να έγινε με το ..., το οποίο, όπως προαναφέρεται, είναι χωματουργικό ανατρεπόμενο κυριότητας του Π. και καμία σχέση δεν έχει με μεταφορές εμπορευμάτων. 46) για το τιμολόγιο με λήπτη το ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ύψους 2.547,03 ευρώ, που αφορά σε πώληση χαρτιού η λήπτρια αποδέχτηκε την εικονικότητα και έχει ήδη καταβάλει το αναλογούν πρόστιμο μετά από διοικητική επίλυση της διαφοράς, ενώ 47) για τα 3 τιμολόγια με λήπτρια την εταιρεία με την επωνυμία "4 QUALITY HOTELS AE" που αφορούν σε οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες εσωτερικών και εξωτερικών χώρων βάσει υπογραφείσας σύμβασης, δεν επιδείχθηκαν δύο συμβάσεις με υπογραφή TOO 5ου κατηγορουμένου, δεν επιδείχθηκαν τιμολόγια αγοράς των υλικών που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν βάσει των συμβάσεων, δηλαδή κουφώματα αλουμινίου, υαλοπίνακες, φωτιστικά, χρώματα κ.α., ενώ η εκδότρια δεν διέθετε κανένα μηχάνημα από αυτά που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν, ούτε απασχόλησε ποτέ προσωπικό. Επίσης οι συμβάσεις φέρονται να έχουν συνταχθεί στις 20-9-2002 και 3-10-2002 ενώ τα σχετικά τιμολόγια έχουν εκδοθεί στις 17-9-2002, 4-10-2002 και 10-10-2002, παρότι στο άρθρο 6 των συμβάσεων αναφέρεται ότι το έργο θα παραδοθεί σε προθεσμία 70 ημερολογιακών ημερών αρχής γενομένης από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, για την οποία εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί χρονικό διάστημα 50 περίπου ημερών. Δηλαδή τα τιμολόγια εκδόθηκαν πριν ακόμα αρχίσουν οι εργασίες και πληρώθηκαν μετρητοίς, παρότι είναι αξίας μεγαλύτερης των 15.000 ευρώ και επομένως προβλέπεται η εξόφληση τους μόνο με δίγραμμες επιταγές ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό (άρθρο 16 παρ. 5 του Ν. 2992/20-3-2002). Να σημειωθεί εδώ ότι οι βεβαιώσεις της Εμπορικής Τράπεζας του καταστήματος Πατησίων που επισύναψε η λήπτρια στα εν λόγω ΤΟΥ, κατά τις οποίες στο λογαριασμό της που τηρείται στο συγκεκριμένο κατάστημα κατατέθηκαν τα ποσά που αναφέρονται στα τιμολόγια αυτά είναι πλαστές και ποτέ δεν εκδόθηκαν από το συγκεκριμένο κατάστημα, όπως προκύπτει από το 686/15-10-2003 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας. Ανακεφαλαιώνοντας, τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια τα οποία εξέδωσαν και αποδέχτηκαν οι κατηγορούμενοι ήταν εικονικά, όπως με ασφάλεια προκύπτει από τα εξής στοιχεία: α) η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΠΕ, της οποίας ο πέμπτος ήταν διαχειριστής και οι λοιποί ασκούσαν εν τοις πράγμασι την διαχείριση και τον έλεγχο της δραστηριότητας της είχε θεωρήσει διαδοχικά πλήθος φορολογικών στοιχείων (συνολικά 3.800) φύλλα) μέσα σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς ποτέ να θεωρήσει τα προβλεπόμενα βιβλία από τον Κ.Β.Σ. όπως ημερολόγια καταχώρησης πρωτογενών εγγραφών και καθολικά και από τον Σεπτέμβριο του 2002 ισοζύγιο γενικού και αναλυτικών καθολικών και κατά συνέπεια ουδέποτε καταχώρισε λογιστικά γεγονότα σε θεωρημένα βιβλία, β) ως έδρα της δηλώθηκε γραφείο 40 τ.μ. περίπου, το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε σχεδόν ποτέ, γ) δεν διέθετε αποθηκευτικούς χώρους παρότι σε πολλά από τα τιμολόγια αναφέρεται ως τόπος φόρτωση τα Οινόφυτα, δ) δεν απασχόλησε ποτέ προσωπικό και δεν διέθετε μηχανήματα, εργαστήριο, μεταφορικά μέσα ή οποιαδήποτε μορφή υλικοτεχνικής υποδομής, ε) οι κατηγορούμενοι δεν αιτιολόγησαν την διακίνηση των εμπορευμάτων που φέρεται να διακινήθηκαν, στ) η εταιρεία δεν έχει υποβάλει ποτέ δήλωση φορολογία εισοδήματος, εκκαθαριστικές ΦΠΑ, δηλώσεις ΦΜΥ, αμοιβών τρίτων, συγκεντρωτικές καταστάσεις κ.λ.π., ζ) δεν εμφανίστηκαν τα βιβλία, στοιχεία και οι δηλώσεις της, η) δεν υπάρχει χρονική ακολουθία στην έκδοση των στοιχείων, η) εκδίδονται στοιχεία για πάσης φύσης δραστηριότητα, και θ) το γεγονός ότι ουδείς εκ των ληπτών γνώριζε τους νόμιμους εκπροσώπους της, παρά την μακρά και υψηλού κόστους συνεργασία τους. Επομένως, Α) άπαντες οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξης της έκδοσης αναφερόμενων στο διατακτικό της παρούσας στην υπό στοιχείο Α κατηγορία εικονικών φορολογικών στοιχείων και Β) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος ένοχοι της αποδοχής των αναφερόμενων στο διατακτικό της παρούσας στην υπό στοιχείο Β κατηγορία εικονικών φορολογικών στοιχείων. Το αίτημα για αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθουν οι λοιποί μάρτυρες του κατηγορητηρίου πρέπει να απορριφθεί, γιατί το υπάρχον αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες και έγγραφα) είναι απολύτως επαρκές για τον σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης, κατά τα προαναφερόμενα." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, 2ο, 4ο και 5ο, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, της πράξεως της κατ' εξακολούθηση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, και της πράξεως της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών την 1η πράξη και ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών σε καθένα για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης για καθένα, έξι (6) ετών.
Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι: "Κηρύσσει άπαντες τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Α) Στην Αθήνα, στις 08-09-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 07-09-2004 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος κατ' άρθρο 2, παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 02-03-2001 έως 03-03-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέπραξαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα εξέδωσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα, τυγχάνοντες πραγματικοί υπόχρεοι ως de facto διαχειριστές και ελέγχοντες τις δραστηριότητες της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", εξέδωσαν προς διάφορες επιχειρήσεις τα αναφερόμενα αναλυτικά πιο κάτω φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αποδεχθείσες αυτά επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα εξέδωσαν αυτά με σκοπό την απόκρυψη της φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω: Κηρύσσει τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων, ήτοι τους Ι. Α. του Ν., Γ. Κ. του Θ., Γ. Σ. του Ι. και Γ. Λ. του Σ., ένοχους του ότι: Β) Στην Αθήνα, στις 08-09-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 07-09-2004 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 04-05-2001 έως 04-12-2003 με περισσότερες πράξεις πού συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθησαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό της απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα, τυγχάνοντες πραγματικοί υπόχρεοι ως de facto διαχειριστές και ελέγχοντες τις δραστηριότητες της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα απεδέχθηκαν αυτά με σκοπό την απόκρυψη της φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω: ... Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω εκθέτει τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους, ως εν τοις πράγμασι διαχειριστών της εταιρείας "Τεχνοδιάσταση Ε.Π.Ε." προσέτι ο 5ος Ι. Α., και των εταιρειών "AMORG A.E." "TRAST ORION A.E.". Αναφέρεται κάθε εικονικό φορολογικό στοιχείο που εξέδωσαν και που αποδέχθηκαν αναλυτικά, η αξία εκάστου και η συνολική αξία αυτών, καθαρή και ο αναλογούν Φ.Π.Α. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει το Δικαστήριο ότι με την πράξη αυτή οι δράστες κατηγορούμενοι σκόπευαν να αποκρύψουν φορολογητέα ύλη αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των πράξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης η επίτευξη οποιουδήποτε φορολογικού οφέλους. Συνακόλουθα, εκ περισσού περιέλαβε το Δικαστήριο στο διατακτικό, τον ανωτέρω σκοπό, των αναιρεσειόντων προς έκδοση και αποδοχή των εικονικών τιμολογίων ήτοι, της απόκρυψης φορολογητέας ύλης.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ', 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε', λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.), Β' (κατά το πρώτο σκέλος του) και Γ' με στοιχείο Γ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επίσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέτοιος, αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης τοιούτος. Εφόσον απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στη συνέχεια, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που τους εκπροσώπησε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση, Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προέβαλε εγγράφως την ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής, την οποία ένσταση ανέπτυξε και προφορικά, καθόσον οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι φέρονται τελεσθείσες από 2-3-2001 μέχρι 3-3-2003, και μέχρι του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, (20-3-2006), παρήλθε πενταετία, για τις επί μέρους πράξεις του διαστήματος, από 2-3-2001 μέχρι 20-3-2001, και συνεπώς, οι μερικότερες πράξεις του εν λόγω διαστήματος έχουν υποκύψει σε παραγραφή. Την ένσταση αυτή το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο απέρριψε με την παρακάτω αιτιολογία: "Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 (ΦΕΚ 255/2-11-2001) στην παράγραφο 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από εκείνη του προγενέστερου δικαίου, κ:ατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και για τα εγκλήματα, τα οποία διαπράχθηκαν πριν από την ισχύ της, δηλαδή πριν τις 2-11-2011 ενόψει του ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής είναι ουσιαστικού, ποινικού δικαίου (ΑΠ 105/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η θεώρηση του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου έλαβε χώρα στις 8-9-2004, συνεπώς δεν έχει επέλθει παραγραφή, ενόψει της επελθούσας αναστολής της λόγω των έγκυρων επιδόσεων των κλητηρίων θεσπισμάτων στους κατηγορουμένους κατ' άρθρο 113 ΠΚ. Ο δε προβαλλόμενος από τους πρώτο και πέμπτο των εκκαλούντων κατήγορου μένων πρώτος ισχυρισμός περί έναρξης της παραγραφής από το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί." Η αιτιολογία αυτή της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης που αφορά την απόρριψη της ένστασης παραγραφής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει τις νομικές διατάξεις με βάση τις οποίες δεν έχει επέλθει η κατά τα άνω παραγραφή και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους, κατέληξε στην ως άνω κρίση. Εξάλλου, ορθά το εκδόν την προσβαλλομένη κατά τα άνω απόφαση, ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις περί παραγραφής, αφού κατά τις παραδοχές της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, εφαρμογή ως προς την παραγραφή, έχουν οι διατάξεις του επιεικέστερου, σύμφωνα, με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναλύθηκαν, νόμου, ήτοι το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε από 2-11-2001, σύμφωνα με τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αφετηρία της πενταετούς παραγραφής των αξιόποινων πράξεων της κατ' εξακολούθηση έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων, αποτελεί η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης είναι η 8-9-2004, όταν θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων η από 7-9-2004 έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και όχι ο χρόνος εκδόσεως και αποδοχής των εικονικών τιμολογίων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού στο παραπάνω αδίκημα, άλλος είναι ο χρόνος τέλεσης της πράξης (2-3-2001 έως 3-3-2003) και άλλος ο χρόνος έναρξης της παραγραφής (8-9-2004), κατά τα προεκτεθέντα στην ως άνω νομική σκέψη. Επομένως, δεν υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου ως προς το χρόνο έναρξης της παραγραφής, με αφετηρία δε έναρξης της παραγραφής την ως άνω ημερομηνία, 8-9-2004, και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, που έλαβε χώρα την 20-3-2006, όπως συνομολογούν οι αναιρεσείοντες στο περιεχόμενο των αυτοτελών ισχυρισμών τους, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των ανωτέρω πράξεων. Αλλά, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου αυτού, και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο, 14-4-2011, καθώς και στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση, 23-1-2012, δεν είχε παρέλθει οκταετία για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των ανωτέρω πράξεων, υπολογιζόμενης και της κατ' άρθρο 113 παρ.3 Π.Κ. τριετούς αναστολής αυτής. Επομένως, ο αντίθετος περί των ανωτέρω, σχετικός λόγος που περιέχεται στον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. καθώς και οι από το άρθρο επίσης 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.), Β' (κατά το δεύτερο σκέλος) και Γ' με στοιχείο Γ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθόσον αφορά την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η περί παραγραφής ένστασή τους, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνέχεια του παραπάνω περί παραγραφή, προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ο συνήγορος αυτών, που τους εκπροσώπησε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση, Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, προέβαλε εγγράφως και την ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω παράβασης των δικονομικών προϋποθέσεων του άρθρου 21 παρ.2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, καθόσον, όταν υποβλήθηκε, την 4-10-2004, η σχετική μηνυτήρια αναφορά προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών, με αίτημα την άσκηση ποινικής δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεν είχαν κοινοποιηθεί σε αυτούς οι σχετικές πράξεις επιβολής προστίμου, οι οποίες τους επιδόθηκαν αργότερα και ειδικότερα την 17-2-2005 και συνεπώς η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε πριν από την πάροδο της προθεσμίας για την επίλυση της διοικητικής διαφοράς, ήτοι πριν την οριστικοποίηση των αποφάσεων επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. Το Δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αυτή με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω, ο δεύτερος ισχυρισμός τους ότι για την άσκηση της ποινικής δίωξης έπρεπε, κατ' άρθρο 2 ΠΚ, να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004, είναι απορριπτέος επίσης ως μη νόμιμος, γιατί η επικαλούμενη ευμενέστερη διάταξη αφορούσε πράξεις που είχαν τελεστεί πριν την ισχύ του ν. 3220/2004 και δεν ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους πράξης. Εκτός αυτού, ως διάταξη δικονομικού και όχι ουσιαστικού χαρακτήρα έχει άμεση εφαρμογή από την ισχύ της, στη διάρκεια της οποίας ασκήθηκε η προκείμενη ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, με υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου, με βάση τα πορίσματα αυτού".
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν είχε προβληθεί από τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες στη δίκη στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία είχαν εκπροσωπηθεί, από τους εξουσιοδοτημένους συνηγόρους τους και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 54333/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ισχυρισμός για ακυρότητα της ποινικής διώξεως για τον, ως άνω, λόγο, με συνέπεια, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 Κ.Π.Δ. αυτές οι ακυρότητες να θεωρούνται ότι καλύπτονται και δεν είναι παραδεκτή η προβολή τους για πρώτη φορά στο Εφετείο. Εκ περισσού δε, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, με την προαναφερθείσα, ως άνω, πλήρη αιτιολογία. Ανεξάρτητα, από την κατά τα άνω, απαράδεκτη προβολή του ως άνω ισχυρισμού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, και για τους παρακάτω λόγους: Σύμφωνα με τη δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, με την οποία προστέθηκε εδάφιο β' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του ν. 2523/1997 "ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υποθέσεως με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων, που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και εκδόθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες, υπερέβαινε, κατά πολύ το ποσό των 150.000 ευρώ. Έτσι για την άσκηση αυτεπαγγέλτως ποινικής διώξεως με βάση τη μηνυτήρια αναφορά της Υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο δεν ήταν απαραίτητο να υποβληθεί η μηνυτήρια αναφορά εντός ενός μηνός από την πάροδο απράκτως της προθεσμίας διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς επί της οικείας αποφάσεως επιβολής προστίμου του ΚΒΣ, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αλλά αυτή η μηνυτήρια αναφορά μπορούσε να υποβληθεί αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με την δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του ως άνω ν. 3220/2004 που εφαρμόζεται και για πράξεις φοροδιαφυγής για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων που ανάγονται σε προγενέστερες του έτους 2004 χρήσεις αλλά η περί των οποίων έκθεση ελέγχου συντάχθηκε μετά την έναρξη ισχύος (28-1-2004), του εν λόγω νόμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει, που η σύνταξη της έκθεσης ελέγχου, έλαβε χώρα στις 7-9-2004 και η θεώρησή της την 8-9-2004.
Κατ' ακολουθία είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.) που περιέχονται στον αυτό ως άνω 1ο λόγο αναίρεσης , καθώς και οι αιτιάσεις των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.) και κατά το σημείο αυτό, που περιέχονται στον αυτό ως άνω Β' λόγο (στο ως άνω δεύτερο σκέλος) και στον Γ' λόγο με στοιχείο Γ2 με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καθόσον αφορά την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης για τον ως άνω λόγο, καθόσον δεν θεμελιώνεται επ' αυτών βάσιμος λόγος αναιρέσεως ούτε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπό τους, και ειδικότερα λόγω της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, περί αποχής τους από τα καθήκοντά τους καθόσον πρόκειται για τρίτη συνεδρίαση του δικαστηρίου, μετά από διακοπή. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η επικαλούμενη από τους συνηγόρους των εκκαλούντων απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας δεν προσκομίστηκε από αυτούς, με συνέπεια να μην είναι γνωστό στο Δικαστήριο το ακριβές περιεχόμενο της και να μην μπορεί να διαπιστωθεί για το λόγο αυτό συνδρομή ανωτέρας βίας στο πρόσωπό τους. Εκτός αυτού, με δεδομένο ότι η συζήτηση της υπόθεσης διακόπηκε δύο φορές, μετά από δικό τους αίτημα, για λόγους που αφορούσαν τους ίδιους και εν γνώσει του επικαλούμενου σήμερα κωλύματός τους να παρασταθούν μετά από δεύτερη διακοπή, το υποβληθέν αίτημα αναβολής κρίνεται ως καταχρηστικό και παρελκυστικό της δίκης και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αβάσιμο, ειδικώς αφού ληφθεί υπόψη ότι χρόνος τέλεσης των αποδιδομένων στους κατηγορουμένους πράξεων είναι η 7-9-2004 με συνέπεια τον άμεσο κίνδυνο παραγραφής τους σε περίπτωση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης". Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον το δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επικαλούμενη απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών συλλόγων της χώρας δεν αποτελεί, κατά την κρίση του, συνδρομή ανυπέρβλητου κωλύματος συνέχισης της δίκης, αφού δεν προσκομίστηκε προκειμένου να αξιολογηθεί το περιεχόμενό της και σε κάθε περίπτωση η ως άνω Τρίτη συνεδρίαση είναι μετά από διακοπή και με το σκεπτικό αυτό απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία το σχετικό αίτημα τους. Επομένως ο 2ος λόγος αναιρέσεως του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.), κατά το σκέλος αυτό, και οι Δ1 και Δ2 λόγοι αναιρέσεως των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.), με τους οποίους προβάλλονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ.1, 3 και 371 παρ.3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ακολουθεί αμέσως συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ' αυτούς και πάλι ο λόγος επί της τυχόν συνολικής ποινής, αφού μία και μόνον απόφαση περί ποινής εκδίδεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την κήρυξη των αναιρεσειόντων ενόχων έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα, προκειμένου να προτείνει για τις επιβλητέες ποινές, ο οποίος πρότεινε να επιβληθεί στον καθένα από τους αναιρεσείοντες φυλάκιση πέντε (5) ετών για την πρώτη πράξη (έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων) και δύο (2) ετών για τη δεύτερη πράξη, (αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων). Ακολούθως, έλαβαν το λόγο οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν στη δίκη τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους, οι οποίοι ζήτησαν "το ελάχιστο όριο της ποινής και το ελάχιστο όριο της ποινής κατά συγχώνευση" (βλ. σελ. 47 πρακτικών προσβαλλομένης απόφασης). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η απόφαση επί των ποινών, με την οποία επιβλήθηκαν οι παραπάνω ποινές που πρότεινε ο εισαγγελέας για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως (για τους 2ο και 5ο των αναιρεσειόντων, τους οποίους αφορά ο προκείμενος αναιρετικός λόγος), έξι (6)ετών, χωρίς να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής. Εξ αυτού, όμως, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, αφού δεν ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα επί της συνολικής ποινής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ συναφής Α' λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.), για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω ελλείψεως ακροάσεως (άρθρο 170 §2 ΚΠΔ), επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα επί της επιβλητέας συνολικής ποινής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004)" ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού (174 του ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο Γ. Μ., υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος άσκησε καθήκοντα ελεγκτή κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και συνυπέγραψε την έκθεση ελέγχου, παρά την εναντίωση που προέβαλαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, δια των οποίων αυτοί εκπροσωπήθηκαν στη δίκη εκείνη, με σχετικό ισχυρισμό τους τον οποίο περιέλαβαν, ως τρίτο κατά σειρά, στους κατά τα άνω προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε, με πλήρη αιτιολογία, ενόψει της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (23-1-2012) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως, δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.) με αριθμό Δ3, (εκτιμώμενος), από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ με τον οποίο λόγο της αναιρέσεως υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358, 369 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την ανάγνωση κάθε εγγράφου, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις μαρτύρων που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και σχετικές με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση και επομένως, από την παράλειψη αυτή του διευθύνοντος, δεν δημιουργείται ακυρότητα. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ, προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος, μετά την εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, για να διενεργηθεί συμπληρωματική εξέταση ή να διασαφηνιστεί κάποιο στοιχείο επομένως και να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες, δεν προκύπτει, όμως, ειδικότερα ως προς τους συνηγόρους των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων ότι ζήτησε κάποιος από αυτούς, ή ο ίδιος ο κατηγορούμενος το λόγο από την Πρόεδρο, για να υποβάλουν δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ και δεν τους δόθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής Α1 λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως των 2ου και 5ου των αναιρεσειόντων (Γ. Κ. και Ι. Α.), για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους τους για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε με τα άρθρα 48 παρ. 1 και 24 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 αντίστοιχα, προκύπτει ότι σε πταίσματα ή πλημμελήματα αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως μπορεί να εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητα του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι αυτόν και να απαντά στις ερωτήσεις αντί γι' αυτόν.
Συνεπώς, εφόσον από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει, ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση, στον συνήγορο του αναιρεσείοντος, στον οποίο (συνήγορο), είχε επιτρέψει το δικαστήριο να εκπροσωπήσει τον απόντα εκκαλούντα, ήδη αναιρεσείοντα, έδωσε τελευταία, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το λόγο και ανέπτυξε τις απόψεις του, ως προς την ενοχή του εκπροσωπουμένου και την ποινή, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, κατά το σκέλος αυτό ο 2ος λόγος αναιρέσεως του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.) με τον οποίον προβάλλονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον 1ο λόγο αναίρεσης του παραπάνω αναιρεσείοντα, αιτίαση, περί απόρριψης του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης (κατ' εκτίμηση), προκειμένου να εξεταστούν οι μάρτυρες του Δημοσίου που διενήργησαν τον έλεγχο, είναι απορριπτέα, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς προβολή της, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης ο εν λόγω αναιρεσείων δεν είχε υποβάλει, διά της εκπροσωπήσασας αυτόν συνηγόρου, Μαρίας Στρατάκου ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, αίτημα αναβολής για κρείσσονες, προκειμένου να εξεταστούν και άλλοι μάρτυρες (τους οποίου σε κάθε περίπτωση δεν μνημονεύει), τέτοιο αίτημα, το οποίο και απορρίφθηκε από το δικαστήριο με την επί της ενοχής απόφασή του, υπέβαλε ο συνήγορος Νικόλαος Σοφοκλέους, ο οποίος δεν εκπροσωπούσε τον ως άνω αναιρεσείοντα. Οι λοιπές αιτιάσεις του 4ου αναιρεσείοντα (Γ. Σ.), που περιέχονται στον 1ο λόγο αναίρεσης: α) περί του ότι το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής κρίση του, ως προς τη συμμετοχή του, στην υπόθεση, στην ασαφή κατάθεση του εξετασθέντα στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, μάρτυρα Γ. Μ. και β) περί του ότι κακώς λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσης του, η από 7-9-2004 έκθεση ελέγχου, την οποία υπέγραψε υπάλληλος που έχει παραπεμφθεί για κακούργημα, και στην οποία παρατίθενται αποσπάσματα των από 8-6 και 23-6 2004 εκθέσεων ελέγχου τις οποίες επίσης συνέταξαν υπάλληλοι που έχουν παραπεμφθεί για κακούργημα, είναι απορριπτέες, γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν και οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των 2ου, 4ου και 5ου των αναιρεσειόντων, στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 9-4-2012 αιτήσεις των: 1) Γ. Λ. του Σ., 2) Γ. Κ. του Α., 3) Γ. Κ. του Θ., 4) Ι. Α. του Ν., υπ' αριθμό πρωτ. 827, 828, 826/ 9-4-2012, αντίστοιχα, και 5) την από 6-4-2012 αίτηση του Γ. Σ. του Ι. υπ' αριθμό πρωτ. και 829/9-4-2012, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 368/9-1-2012, 1706/13-1-2012, 3983/23-1-2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή