Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 664 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο). Πότε η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Τα συμπεράσματα της αποφάσεως αντλήθηκαν και από την πραγματογνωμοσύνη, της οποίας δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία, οπότε είναι βέβαιο ότι και αυτή λήφθηκε υπόψη. Ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε ανθρωποκτόνος πρόθεση και ότι η κατηγορία έπρεπε να μετατραπεί σε θανατηφόρα σωματική βλάβη είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο τον απέρριψε αιτιολογημένα. Όχι έλλειψη ακροάσεως. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 664/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου S. I. του M. S., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Ιωάννη Παπουτσάκη, ο οποίος διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 102/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 395, 396, 397/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Mε συγκατηγορούμενο τον K. S. του G..

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του αναίρεσης η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1167/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα, επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή, ειδικότερα, του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη δε αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει, όπως αναφέρθηκε, να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του και δη ότι ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Οφείλει, λοιπόν, το Δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Εάν δε το Δικαστήριο δεν απαντήσει καθόλου στον αυτοτελή ισχυρισμό, ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 395, 396, 397/2014 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και το συγκατηγορούμενό του K. S.) ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κατά συναυτουργία (του A. A.) και τον καταδίκασε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως, καθώς και σε διαρκή αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... από την αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την αρχή της ηθικής αποδείξεως και την απολογία των κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 2-11-2011 και περί ώρα 14.30 ο Α. Τ. συνιδιοκτήτης μιας οικίας ευρισκομένης στην … στη συμβολή των οδών ... και ..., επειδή ειδοποιήθηκε από τους γείτονες, οι οποίοι έβλεπαν έντονη κινητικότητα αλλοδαπών σε αυτή, μετέβη στην άνω κατοικία, προκειμένου να εξακριβώσει τι ακριβώς συμβαίνει, καθόσον κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στο παρελθόν είχαν εγκατασταθεί σ' αυτήν αλλοδαποί. Όταν μετέβη στην μονοκατοικία διαπίστωσε ότι πράγματι έμεναν εντός της αλλοδαποί, καθόσον υπήρχαν στα δωμάτια της διάφορα αντικείμενα, είδη ρουχισμού κλπ. Όταν δε εισήλθε στο χώρο του μπάνιου διαπίστωσε ότι η μπανιέρα ήταν καλυμμένη με κουβέρτα, ενώ στα τοιχώματα της υπήρχε αίμα. Αμέσως ειδοποίησε την υποδ/νση Ασφαλείας Νοτιοανατολικής Αττικής, οι άνδρες της οποίας διαπίστωσαν ότι εντός της μπανιέρας υπήρχε το πτώμα ενός νεαρού άνδρα καλυμμένο με σακούλες σκουπιδιών. Δακτυλοσκοπικά αλλά και από το με αριθ. 5401/1/6/116973 από 30-3-2011 υπηρεσιακό σημείωμα της Διεύθυνσης αλλοδαπών Αττικής τμήμα πολιτικού ασύλου το οποίο βρέθηκε στην εσωτερική αριστερή τσέπη του μπουφάν του διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον πακιστανό υπήκοο A. A.. Το πτώμα ήταν κανονικά ενδεδυμένο βρισκόταν δε εντός της μπανιέρας σε πλάγια θέση με δεμένα τα χέρα πισθάγκωνα και τα πόδια με σχοινί στο πίσω μέρος του σώματός του ενώ στο στόμα του υπήρχε τεμάχιο υφάσματος που κατέληγε σφικτά δεμένο στο πίσω μέρος της κεφαλής ήταν δε καλυμμένο με σακούλες σκουπιδιών. Διαπιστώθηκε επίσης ότι έφερε πολλαπλά τραύματα από αιχμηρό και τέμνον όργανο κυρίως στα άνω και κάτω άκρα και επίμηκες τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής καθώς και πολλαπλά τραύματα κυρίως στη δεξιά πλευρά του προσώπου, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στην έκθεση νεκροψίας νεκροτομής που διενεργήθηκε στις 3-11-2011. Εν συνεχεία η διενεργηθείσα νεκροτομή κατέδειξε ότι υπήρχαν στην μεν κεφαλή ... . Στον εγκέφαλο διαπιστώθηκε τραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία ... Στον θώρακα διαπιστώθηκε αιμορραγική διήθηση στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα όπως και κάταγμα στέρνου κατά τη μεσότητα του ... Από τις εργαστηριακές εξετάσεις προέκυψε ότι ο θανών είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών οπιούχα και κάνναβη πριν το θάνατό του. Σύμφωνα με την ιατροδικαστή η οποία διενήργησε την αυτοψία του χώρου αλλά και τη νεκροψία νεκροτομή τα τραύματα που υπήρχαν στο σώμα του θανόντα κυρίως αυτά στα κάτω άκρα είχαν γίνει με αιχμηρό και ταυτοχρόνως τέμνον όργανο πιθανόν μεταλλικό κατσαβίδι ή παρόμοιο όργανο ενώ τα τραύματα της κεφαλής είχαν προκληθεί με την καταφορά πληγμάτων με θλων όργανο και ταυτόχρονα πλάγιο - πλάγιας συμπίεσης δεδομένου ότι η ανεύρεση του κατάγματος του τέταρτου αυχενικού σπονδύλου και η ρήξη της τραχείας συνηγορούν υπέρ της στρέψης και ταυτόχρονα κάμψης της κεφαλής ενώ επίσης ο θανών είχε πληγεί στο θώρακα με συνέπεια να σπάσει το στέρνο. Η ιατροδικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια με ιδιαίτερα σημαντικές κακώσεις που ήταν δύσκολο να έχουν προκληθεί από ένα άτομο η δε αιτία θανάτου περιγράφεται ως συνέπεια των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και κακώσεων αυχένος συμβατών με πλήξη από θλων όργανο ανθρωποκτονία. Στην ως άνω οικία κλήθηκε συνεργείο της ΔΕΕ. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε η ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία ανήκαν στους κατηγορούμενους και σε έτερα πρόσωπα. Κατά την προανάκριση διαπιστώθηκε ότι ο θανών με τον πρώτο κατηγορούμενο είχαν συλληφθεί στις 30-10-2011 για κλοπή από αστυνομικούς του ΤΑ Ελληνικού. Κατόπιν τούτου, η αστυνομία άρχισε να αναζητεί τον πρώτο κατηγορούμενο, υπήκοο Μπαγκλαντές. Αυτός εντοπίστηκε στις 9-11-2011 στον προαύλιο χώρο του καταστήματος LIDL που δούλευε στον …, εξυπηρετώντας τους πελάτες που στάθμευαν τα αυτοκίνητά τους στο χώρο στάθμευσης του σούπερ μάρκετ αυτού. Απολογούμενος κατά την προανάκριση αποδέχθηκε ότι ο ίδιος και ο έτερος κατηγορούμενος σκότωσαν στις 2-11-2011 τον A. A. με τον οποίο διέμεναν στο ίδιο σπίτι στη συμβολή των οδών ... και ... στην ..., τους τρεις τελευταίους μήνες. Τον θανάτωσαν δε κτυπώντας τον στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός του με σκουπόξυλο, σίδερα και άλλα αντικείμενα που βρήκαν μπροστά τους και αφού τον έδεσαν πισθάγκωνα, έβαλαν στο στόμα του ένα πανί, τον τοποθέτησαν στην μπανιέρα και τον σκέπασαν με μία κουβέρτα προκειμένου να μην ανακαλυφθεί, στην συνέχεια δε απομακρύνθηκαν από την ως άνω οικία και κατέφυγαν σε εγκαταλελειμμένο σπίτι στα ... επί της ..., όπου οι αστυνομικοί συνέλαβαν και τον δεύτερο κατηγορούμενο. ... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν έφυγαν απλώς από το χώρο του συμβάντος αλλά είχαν την πρόνοια και τη λογική πρόβλεψη και ψυχραιμία να δέσουν το θύμα κατά τρόπο που ακόμη και εάν δεν είχε δεχτεί κανένα χτύπημα και μάλιστα θανατηφόρο ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί και να ζητήσει βοήθεια, ενώ κάλυψαν το θύμα με σακούλες σκουπιδιών και μία κουβέρτα επιθυμώντας, να αποτρέψουν την ανεύρεσή του την ίδια η μεταγενέστερη ημέρα και πέταξαν και το σίδερο με το οποίο τον κτύπησαν στα σκουπίδια, προκειμένου να μην ανακαλυφθούν. Επομένως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός για ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό (άρθρο 36 ΠΚ) στηριζόμενη στο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αυτό διότι η μεθοδολογία που ακολούθησαν οι κατηγορούμενοι καταδεικνύει ότι είχαν τη νηφαλιότητα και την προνοητικότητα να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να μην ανακαλυφθεί το θύμα ενέργεια, στην οποία δεν θα προέβαινε τουλάχιστον ο πρώτος κατηγορούμενος εάν πράγματι λόγω της τοξικομανίας του είχε ελαττωμένο καταλογισμό. Η αιτία για την οποία κτύπησαν οι κατηγορούμενοι το θύμα ήταν η διαφορά μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του θύματος σχετικά με την πώληση του χαλκού που είχαν αφαιρέσει την προηγουμένη ημέρα και την διανομή του ποσού που θα αποκόμιζαν από την πώληση. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού προέβησαν στα άνω κτυπήματα σε βάρος του θύματος σε διάφορα σημεία του σώματός του από την πολλαπλότητα δε και την σφοδρότητα των οποίων σε όλο του σχεδόν το σώμα αποδεικνύεται ότι καίτοι γνώριζαν ότι ήταν ενδεχόμενο ως αποτέλεσμα αυτών των κτυπημάτων να επέλθει ο θάνατός του αυτοί το αποδέχθηκαν. Επομένως οι ισχυρισμοί ότι ... δεν σκόπευαν να σκοτώσουν το θύμα αλλά ήθελαν να του προκαλέσουν σωματικές βλάβες εκ των οποίων επήλθε ο θάνατός του είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. ... Κατόπιν τούτων οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συναυτουργία με ενδεχόμενο δόλο, καθόσον από την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων που επέφεραν στο θύμα προκύπτει ότι αυτοί αποδέχθηκαν ότι ήταν δυνατόν να επέλθει ο θάνατός του και το αποδέχθηκαν".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Η υπ’ αριθ. πρωτ. 2201 και 2211/23.11.2211 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Λέκτορα Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Π. αφορά, όπως από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση αυτής προκύπτει, τα βιολογικά υλικά του θύματος. Είναι δε βέβαιο ότι και αυτή λήφθηκε υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, καθόσον τα συμπεράσματα αυτής, ως προς την κατάσταση του θύματος, αντλήθηκαν και από την έκθεση αυτή, ανεξαρτήτως του ότι η έκθεση αυτή δεν ασκεί επιρροή ως προς τα αίτια του θανάτου του θύματος και ως προς την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του. β) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι επεδίωκε αυτός να "ξυλοφορτώσει" το θύμα και όχι να προκαλέσει το θάνατό του και ότι, συνεπώς, η πράξη, την οποία τέλεσε, φέρει το χαρακτήρα της βαριάς σωματικής βλάβης που είχε επακόλουθο το θάνατο του θύματος (άρθρο 311 εδ. β ΠΚ) και όχι της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, είναι αρνητικός της κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα, τον απέρριψε αιτιολογημένα με την παραδοχή ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του γνώριζαν ότι από την πολλαπλότητα και τη σφοδρότητα των κτυπημάτων ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατος του θύματος και αυτοί το αποδέχθηκαν, κατόπιν δε αυτού, ο ισχυρισμός ότι δεν σκόπευαν να το φονεύσουν, αλλά απλώς να του προκαλέσουν σωματικές βλάβες, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Β του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη ακροάσεως ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’ αριθ. εκθ. 10/17 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του S. I. του M. S., για αναίρεση της 395, 396, 397/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ