Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1551 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1551/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 334/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.

Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 405/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως εάν κριθεί παραδεκτή να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Εξάλλου από τις αυτές διατάξεις προκύπτει ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 334/2008 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: ".... Με βάση την από 3-6-1999 μήνυση του Μ1 (και νυν μηνυτή) κατά του Χ1 (και νυν κατηγορουμένου) ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Στη συνέχεια ο Χ1 άσκησε στις 3-9-2001 την από 29-8-2001 μήνυσή του κατά του Μ1 στην οποία ισχυρίστηκε ότι η από 3-6-1999 μήνυση του τελευταίου ήταν ψευδής και με βάση την μήνυση αυτή, ασκήθηκε κατά τον Μ1 ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Για τις εν λόγω αποδοθείσες στον Μ1 κατηγορίες εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 164/27-5-2004 απαλλακτικό βούλευμα, μετά την έκδοση του οποίου ο τελευταίος (Μ1) άσκησε κατά του κατηγορουμένου την ένδικης μήνυσή του, με την οποία του αποδίδει ότι εν γνώσει του τον κατεμήνυσε ψευδώς ότι τα αναφερόμενα στην από 3-6-1999 μήνυσή του είναι ψευδή με σκοπό να προκαλέσει, όπως και έγινε την καταδίωξη του για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία. Από τις αναγνωσθείσες ποινικές αποφάσεις προκύπτει ότι το περιεχόμενο της από 3-6-1999 μηνύσεως έχει κριθεί αμετάκλητα ότι είναι αληθές, ο δε κατηγορούμενος Χ1 μετά την έκδοση σειράς αποφάσεων, έχει καταδικασθεί για τις πράξεις της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου και της χρήσης πλαστών αποδείξεων, με την υπ' αριθμ. 158/28-9-2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 972/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί αν ο κατηγορούμενος, κατά την κατάθεση στις 3 Σεπτεμβρίου του 2001 της από 29-8-2001 μηνύσεώς του είχε τον απαιτούμενο κατά τα άρθρα 229 και 224 ΠΚ υπερχειλή δόλο, καθόσον η μήνυση του αποδεδειγμένα ήταν ψευδής. Από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχε δώσει δάνειο στον μηνυτή και ότι τα χρηματικά ποσά που αναγραφόντουσαν στις 24 αποδείξεις που προσκόμισε στο δικαστήριο, στις 5 από τις οποίες είχε προσθέσει τη λέξη "δάνειο" νοθεύοντάς της, προκειμένου να αποδείξει το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. κατάθ. 2842/762/1998 χρηματικής αγωγής του δεν αντιπροσώπευαν δανεισθέντα ποσά, αλλά ποσά που είχαν δοθεί στο μηνυτή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της επιχειρήσεως του ελαιουργείου "... ΟΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 164/36/7-2-1997 πρακτικό συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, πράγμα το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, ως πατέρας της εκ την ομορρύθμων μελών ... και εκπρόσωπός της, όπως επίσης γνώριζε ότι ο μηνυτής ενεργούσε διαχείριση, λαμβάνοντας σχετικές εντολές από τους συνεταίρους και ότι ενδιαφερόταν για τις υποχρεώσεις του ελαιουργείου (βλ. αναγν. από 1-3-1997 εντολή της εταιρείας περί εκποιήσεως των εκθλιπτικών δικαιωμάτων του ελαιουργείου, την οποία συνυπογράφει ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της συνεταίρου κόρης του, καθώς και τα τιμολόγια πωλήσεως ελαιολάδου στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου και τις αποδείξεις εισπράξεως του τιμήματος). Ήτοι ο κατηγορούμενος είχε δόλο ψευδούς καταμηνύσεως και τέλεσε την πράξη αυτή, καθώς και εκείνη της ψευδορκίας, καθόσον επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, στην οποία κατέθεσε τη μήνυση, το περιεχόμενό της, εν γνώσει του ότι τούτο (περιεχόμενο) ήταν ψευδές....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για α) ψευδή καταμήνυση και β)ψευδορκία μάρτυρος Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 1, 2 του ΠΚ, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως.
Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και τα πιο πάνω έγγραφα. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων (και επομένως και των αναφερομένων από τον αναιρεσείοντα), δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τους οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε τα αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία (μεταξύ των οποίων και η από 7/9/2007 μήνυσή του), πρέπει να απορριφθούν, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, κατά τις οποίες αυτή είναι εσφαλμένη, "διότι ηγνόησε πλήρως τα προσκομισθέντα, μετ' επίκληση του περιεχομένου των έγγραφα, των οποίων η ανάγνωση παρελήφθη, ενώ ήτο ουσιώδης και καθοριστική για την έκβαση της δίκης αυτής", αναφέρονται δε, "ενδεικτικώς", τρία έγγραφα και το περιεχόμενό τους, που κατά τον αναιρεσείοντα "αγνοήθηκαν", είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες, αφού από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε έγγραφα των οποίων ζήτησε την ανάγνωση και το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του ή δεν αποφάνθηκε σχετικά. Ανεξαρτήτως αυτών, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι αναγνώστηκε η αναφερόμενη στην αίτηση 162/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (ως έγγραφο με αριθμό 4), η οποία και λήφθηκε υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν.
Ακολούθως ο αναιρεσείων εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση τι έπραξε ο αναιρεσίβλητος εν αγνοία των ομορρύθμων μελών και των δικαιούχων ελαιοπαραγωγών και πελατών του ελαιουργείου της ιδιοκτησίας της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία ... και από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα εκτιθέμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν και πλήρως αποδείχθηκαν, αγνοήθηκαν από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, χωρίς καμία αιτιολογία και, επομένως, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η υπό χρονολογία 3/9/2001 μήνυσής του, εναντίον του αναιρεσιβλήτου, "ήταν απολύτως αληθούς περιεχομένου", ενώ η από 3/6/1999 μήνυση του αναιρεσιβλήτου εναντίον του, "είναι απολύτως ψευδής και σκηνοθετημένη", στη συνέχεια δε ο αναιρεσείων εκθέτει τους λόγους, για τους οποίους, κατά την άποψή του οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του ήταν ψευδείς, ενώ ήταν αληθή τα υπό αυτού υποστηριχθέντα, όπως αυτό αποδείχθηκε "πλήρως από τα αναγνωσθέντα και μη έγγραφα και όμως τα ηγνόησαν τα ποινικά δικαστήρια, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσιβαλλομένη, χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία". Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθώς και οι λοιπές που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη του μοναδικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 1717/24-2-2009) του Χ1 κατοίκου ... κατά της 334/19-12-2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή