Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 434 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια οδηγού τροχαίου ατυχήματος.
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 434/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Μαρία Βασιλάκη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμό 56/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Π. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1395/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την ’. Μ. του Α. , κάτοικο ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καρυώτη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2015.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος(βλ. Ολ.ΑΠ 3/2012). Κατά την έννοια δε του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 161,216/2014 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα οδηγό μοτοσικλέττας για ανθρωποκτονία από αμέλεια του θανόντος οδηγού άλλης μοτοσικλέτας Μ. Δ. που συγκρούστηκε, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών ανασταλείσα επί τριετία.
Στο αιτιολογικό της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-5-2007 και περί ώρα 15.00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη με αρ.κυκλ.... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη των 50 χιλ./ώρα, ήτοι αυτή των 100 χιλ/ώρα, στη Λεωφόρο Δημοκρατίας στο Πέραμα Αττικής με κατεύθυνση προς Ικόνιο. Η άνω Κεωφδρος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στη δεξιά πλευρά του δρόμου υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,20 μ και προειδοποιητικός φωτεινός σηματοδότης. Την ίδια στιγμή και δίπλα του εκινείτο ο Μ. Δ. ς οδηγώντας την με αρ.κυκλ.... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, χωρίς να έχει μάλιστα την κατά νόμο άδεια οδηγήσεως. Στο ύψος της άνω λεωφόρου που βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της εταίρας SHELL όπου υπάρχει αριστερή καμπύλη και ενώ οι δύο μοτοσικλέτες είχαν προσπεράσει την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Α. Μ. , εκινούντο παράλληλα μεταξύ τους με ελαφρώς προπορευόμενη αυτήν του Μ. Δ. . Τότε ο κατηγορούμενος από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός σε παρόμοιες συνθήκες, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, οδηγούσε επικίνδυνα για τους λοιπούς χρήστες της οδού και συγκεκριμένα με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ./ώρα και δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από την μοτοσικλέτα του Μ. Δ. . Αποτέλεσμα της άνω αμελούς συμπεριφοράς του ήταν να πέσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας του στην οπίσθια αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας του Δ. , η οποία, για το λόγο αυτό, εκτράπηκε προς τα δεξιά, προσέκρουσε και σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της στο ρείθρο του πεζοδρομίου για 19 μέτρα και ο οδηγός της εκτινάχθηκε, κτύπησε στην κολώνα του προειδοποιητικού φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στο πεζοδρόμιο και τραυματίστηκε θανάσιμα. Ακολούθως η μοτοσικλέτα του συνέχισε την πορεία της για 15 μέτρα και μετά ήλθε εκ νέου σε επαφή με το ρείθρο του πεζοδρομίου συρόμενη σε απόσταση 23 μέτρων οπότε και ακινητοποιήθηκε .Από την άλλη πλευρά η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου συνέχισε την πορεία της (μετά τη σύγκρουση) για 27 μέτρα και στη συνέχεια ανατράπηκε και σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της στο οδόστρωμα για 15 μ. οπότε και ακινητοποιήθηκε .Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος, και ανεξάρτητα από τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος για την πρόκληση του ατυχήματος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της αποφάσεως, συμπληρούμενο παραδεκτά από το διατακτικό της, παρατίθενται οι ακριβείς συνθήκες του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (χωρίς συνείδηση αμέλεια) και αναφέρεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του ως άνω επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος. Τούτο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επήλθε, γιατί ο αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, οδηγούσε επικίνδυνα και συγκεκριμένα, εκινείτο με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα της επιτρεπομένης των 50 χιλ./ώρα, ήτοι, με 100 χιλ./ώρα και ακόμη δεν τηρούσε την απαιτουμένη απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη μοτ/τα του Μ. Δ. , με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτ/τας του στην οπισθία αριστερή πλευρά της μοτ/τας του Μ. Δ. , που είχε συνέπεια τον τραυματισμό του τελευταίου, που, ως μόνη εvεργός αιτία, επέφερε τον θάνατο του παθόντος Μ. Δ. , συνδεομένου, έτσι του αποτελέσματος, αιτιωδώς, με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ενόψει του όλου ως άνω περιεχομένου της, δεν ήταν αναγκαίος, περαιτέρω λεπτομερέστερος προσδιορισμός της αμέλειας του αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, αφού: α) η καταδίκη του, στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη, συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η με αρ.1083/2007 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης αίματος του παθόντος, β) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείτο να προσδιορίζεται πόσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Η επικαλούμενη δε από τον κατηγορούμενο και γενόμενη δεκτή από το δικαστήριο συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος οδηγού, που τον επηρέασε στην οδηγική ικανότητα και συμπεριφορά, από τη στέρηση αδείας οδηγήσεως και από την προηγούμενη υπ' αυτού χρήση ινδικής κάνναβης, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του ιδίου του αναιρεσείοντος οδηγού και την ποινική του ευθύνη, αφού το δικαστήριο, δεν αποδέχθηκε, κατά τα εκτεθέντα, ότι η συμπεριφορά αυτή του παθόντος συνετέλεσε, αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα αίρετο ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του κατηγορουμένου δράστη και του αποτελέσματος. Επίσης αναφέρονται εμπεριστατωμένα οι συνθήκες και οι περιστάσεις του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και περιγράφεται ειδικά η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται οι στην αναίρεση σημειούμενες λεπτομέρειες της ένδικης συγκρούσεως των δύο μοτοσικλετών. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ λόγους και έτσι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττεται η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου περί της αληθείας των άνω πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε, είναι απαράδεκτοι, όπως και οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία είναι ομοίως ανέλεγκτη αναιρετικά.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Δ' και Ε'(κατ'εκτίμηση) του ΚΠΔ λόγοι, αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας(άρθρα 176,183 ΚΠολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 57/30-12-2014 αίτηση του Ε. Π. του Π. , για αναίρεση της με αρ. 1395/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή