Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 4 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση, Πρόσθετοι λόγοι, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση κατά συρροή - Παθητική δωροδοκία κατά συρροή. Έννοια όρων. Αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Έννοια υπαλλήλου για την εφαρμογή των διατάξεων 235 και 242 ΠΚ κατ' άρθρο 13 και του νεοτέρου 263Α΄ ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.




Αριθμός 4/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 1.340/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ... και 2) ....

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 18.3.2008 με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. 2610/21.3.2008), αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, Χ1, κατά της 1340/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε κατ' έφεση ένοχος ψευδούς βεβαιώσεως κατά συρροή και παθητικής δωροδοκίας κατά συρροή (άρθρα 94 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 235 ΠΚ) και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν, καθώς και οι, με το από 23.1.2009 δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 26.1.2009 στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της αυτής αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρ. 242 παρ. 1 του ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του, ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, όχι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης vα είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρ. 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρ. 13 γ' του ΠΚ, και δημόσιο, κατά την έννοια του άρ. 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός, που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή ιδιωτικής φύσης και δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 235 του ΠΚ κατά την οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτον, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου vα προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, προκύπτει όχι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 263Α του ΠΚ, η οπό μέρους αυτού του ιδίου ή διό μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ.ΑΠ 6/1998). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που ορίζονται στο νόμο και είναι, α) η απαίτηση του ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του, μπορούν να εναλλαχθούν, και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Eξάλλου, κατά το άρθρο 263Α' ΠΚ, που τέθηκε αρχικά στον άνω Κώδικα με άρθρ. δεύτερο Ν.Δ. 1234/1972 και αντικαταστάθηκε με άρθρο 4 παρ. 4 Ν.1738/87, ορίζεται ότι: "για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 242, 243, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 203 263 υπάλληλοι θεωρούνται εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13, οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερό, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή επικοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης, β) σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, εφ' όσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπα συμμετέχουν στη διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στο κεφάλαιό της ή τα ιδρυμένα αυτά νομικά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης, δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1340/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδούς βεβαιώσεως και παθητικής δωροδοκίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 από το έτος 1994 και μέχρι και τις ... εργαζόταν στο δήμο Αντιρρίου με σύμβαση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και απασχολούνταν στην συσταθείσα από το δήμο δημοτική επιχείρηση της Γεφυροπλάστιγγας και ανάπτυξης του δήμου Αντιρρίου που είναι Ν.Π.Ι.Δ και του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της ζύγισης των φορτηγών αυτοκινήτων που διακινούνταν προς την πορθμειακή γραμμή Ρίου- Αντιρρίου και της έκδοσης των διπλοτύπων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών ζύγισης και διατελούσε σε σχέση εξάρτησης και υποταγής προς τα αρμόδια όργανα του δήμου Αντιρρίου. Έτσι σύμφωνα με όσα στην μείζονα νομική σκέψη αναφέρθηκαν ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Π.Κ και απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του. Στις ... τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Π.Κ στα καθήκοντα του οποίου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε ήταν η έκδοση και σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, εξέδωσε τις με αριθμ. θεώρησης ...και για ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας... και ... φορτηγά αυτοκίνητα στις οποίες ανέγραψε ότι το μεικτό βάρος αυτών (φορτηγών και φορτίων) ήταν 27.390 kgr και 40.560 kgr, ενώ η αλήθεια είναι ότι το μικτό βάρος αυτών, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. θεώρησης ...και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Αναπτυξιακής Διακοινοτικής Επιχείρησης Ακταίου-Ρίου της Νομαρχίας Αχαΐας ήταν για το μεν η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 32.310 kgr, για το δε υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 47.950 kgr, προέβη δε στις πράξεις του αυτές με σκοπό να αποφύγουν οι οδηγοί των ανωτέρω αυτοκινήτων το πρόστιμο που θα τους επιβάλλετο καθόσον ήταν υπέρβαροι για την μεταφορά τους με το πλοίο από το Αντίρριο στο Ρίο. Στο ίδιο επίσης παραπάνω τόπο και χρόνο όντας υπάλληλος, όπως παραπάνω, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα οιασδήποτε φύσης προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται σε αυτά και συγκεκριμένα έλαβε από τους συγκατηγορουμένους του, οδηγούς των παραπάνω φορτηγών, το χρηματικό ποσό των 10.000 δρχ. από καθένα, προκειμένου να αναγράψει στα ζυγολόγια που εξέδωσε ψευδές, μεικτό βάρος των αυτοκινήτων τους, όπως παραπάνω αναφέρεται. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις απολογίες των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων ενώπιον αυτού του δικαστηρίου που ήταν σαφείς και κατηγορηματικές και ταυτίζονται με αυτές που έδωσαν ενώπιον του πρωτοδίκου - δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης καθώς και από τις παραπάνω αναφερόμενες 4 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που αναγνώσθηκαν και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ενώπιον αυτού του δικαστηρίου από τα οποία αποδεικτικά μέσα τα τελευταία (4 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας) ενισχύουν τις πιο πάνω απολογίες σχετικά με την πράξη της δωροδοκίας. Δεν κρίνονται πειστικά όσα ο μάρτυρας υπεράσπισης και ο πρώτος κατηγορούμενος απολογούμενος κατέθεσαν.
Συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 211 α' Κ.Π.Δ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος των κατηγορούμενων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Μετά τα παραπάνω πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και αναφέρονται στο διατακτικό με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου ( άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ". Στη συνέχεια το δικάσαν Εφετείο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατά συρροή και της δωροδοκίας (παθητικής) επίσης κατά συρροή και ειδικότερα του ότι: " στο Αντίρριο Ναυπακτίας, στις ...τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, ήτοι: 1.Τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περίπτωση α' του Ποινικού Κώδικα στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος στη γεφυροπλάστιγγα του Δήμου Αντιρρίου, εξέδωσε τις με αριθμ. θεώρησης ....και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα στις οποίες ανέγραψε ότι το μικτό βάρος αυτών (φορτηγών και φορτίων) ήταν 27.390 Kgr και 40.560 Kgr, αντίστοιχα, ενώ η αλήθεια είναι ότι το μικτό βάρος αυτών, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. θεώρησης ...και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Αναπτυξιακής Διακοινοτικής Επιχείρησης ΑΚΤΑΙΟΥ-ΡΙΟΥ της Νομαρχίας Αχαΐας ήταν για, το μεν υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 32.310 Κgr για το δε υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 47.950 Kgr, προέβη δε στην πράξη του αυτή με σκοπό να αποφύγουν οι οδηγοί των ανωτέρω αυτοκινήτων το πρόστιμο που θα τους επιβάλλετο καθόσον ήταν υπέρβαροι, για τη μεταφορά τους με το πλοίο από το Αντίρριο στο Ρίο. 2.Ως υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται σε αυτά. Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ως άνω ιδιότητα του, έλαβε από τους συγκατηγορούμενούς του το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών από τον καθένα, προκειμένου να αναγράψει στα ζυγολόγια που εξέδωσε ψευδές μικτό βάρος των αυτοκινήτων των όπως παραπάνω αναφέρεται. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Κατόπιν αυτών, το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το πιο πάνω ελαφρυντικό, επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά., το οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2, 94 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 235 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1340/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και υπερασπίσεως ..., αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)από την απλή ανάγνωση του κλητηρίου θεσπίσματος, προκύπτει ότι σε αυτό δεν αναγράφεται η παρεπόμενη ποινή που προβλέπεται από την ΠΚ 263, η μη αναγραφή δε αυτή επιφέρει σχετική ακυρότητα, την οποία προέβαλε κατά την εμφάνισή του στο ακροατήριο και έτσι αυτή δεν καλύφθηκε, αφού ουσιαστικά για την παράλειψη αυτή το Δικαστήριο δεν απάντησε, με συνέπεια την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως, στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται με ποινή ακυρότητας αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (ΠΚ 61 και 63) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη και η επιβολή της παρεπόμενης ποινής είναι θέμα ουσίας (αρ. 1 και 2 του δικογράφου της αιτήσεως). Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε αυτόν ως υπάλληλο κατά το άρθρο 13 περ. α' ΠΚ στη δημοτική επιχείρηση Γεφυροπλάστιγγας του Δήμου Αντιρρίου του Δήμου Αντιρρίου, ενώ ήταν εργάτης, όπως έτσι χαρακτηρίζεται στη συστατική απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας με στοιχεία ΕΣ 4657/1994, για σύσταση του νομικού αυτού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν ασκούσε κρατική εξουσία, χωρίς η απόφαση αυτή να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα, κατά την 263Α' του ΠΚ, για την εφαρμογή, εκτός άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 235, 242, υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν σε ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την παροχή στο κοινό μέσων συγκοινωνίας ή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκαν από ΟΤΑ, όπως είναι και το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκε από το Δήμο Αντιρρίου και προσέφερε τις υπηρεσίες του ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της εργασιακής του σχέσεως στο συστατικό του άνω νομικού προσώπου έγγραφο, αφού με τη νεότερη του άρθρου 13 ΠΚ, διάταξη της ΠΚ 263Α', η έννοια του υπαλλήλου στα άρθρα (εκτός άλλων και) 235, 242 ΠΚ επεκτείνεται, κύριο δε χαρακτηριστικό της υπαλληλικής σχέσεως είναι η σχέση υποταγής και εξάρτισης, ενώ αρκεί σχέση ιδιωτικού δικαίου, χωρίς να είναι ανάγκη η θέση του να είναι νομοθετημένη ή να είχε την ελληνική ιθαγένεια ή να είναι πλήρους απασχόλησης, ενώ υπάγεται στη σχέση αυτή και ο de facto υπάλληλος (βλ. Μ.Μαργαρίτη, Ποιν.Κωδ. 2η έκδ. (2009) και εκεί παραπομπές στη νομολογία, άρθρ. 13 αρ. 2 και 3, σελ. 34, 35) - αρ. 3 του δικογράφου της αιτήσεως και με στοιχ.
ΙΙ των προσθέτων λόγων-. 3) Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του για να οδηγηθεί στην καταδίκη του (αναιρεσείοντος) στήριξε το σκεπτικό της στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, κατά παράβαση του άρθρου 211Α' ΚΠΔ. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της άνω αποφάσεως, το εν λόγω Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, όχι αποκλειστικά στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, αλλά και στα αναφερόμενα στο πιο πάνω σκεπτικό, άλλα αποδεικτικά μέσα (αριθμ. 4 του δικογράφου της αιτήσεως και στοιχ.

ΙΙΙ των προσθέτων λόγων), 4) Επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο υπερασπίσεώς του,Χ1, να υποβάλει ερωτήσεις προς τους παρόντες συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι είχαν χωριστή υπεράσπιση, κατά παράβαση και του άρθρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ και άρθρ. 14 παρ. 3 στ. δ' του ΔΣΑΠΔ. Όμως, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα από τον κατηγορούμενο αυτό ή το συνήγορό του, δοθέντος ότι η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος προϋποθέτει υποβολή σχετικού αιτήματος (στοιχ. Ι του δικογράφου των προσθέτων λόγων). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2610/21.3.2008 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση και τους από 23.1.2009 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1.340/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή