Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 491 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εκβίαση.




Περίληψη:
Παραπομπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για απόπειρα εκβιάσεως. Υποβολή υπομνήματος και εγγράφου (αποφάσεως πολιτικού Εφετείου) από τους πολιτικώς ενάγοντες μετά την υποβολή στο Συμβούλιο Εφετών της προτάσεως του Εισαγγελέως, χωρίς να κληθούν οι κατηγορούμενοι να λάβουν γνώση και να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους. Απόλυτη ακυρότητα. Αναιρεί και παραπέμπει.





Αριθμός 491/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3 και 4)Χ4 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1815/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ-ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1952/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 22/25-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 736/2007 βούλευμά του, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5, για την παράβαση των άρθρων 1 και 29 του Ν.703/77, έπαυσε υφ'όρον την ποινική δίωξη, κατ'άρθρο 31 του Ν.3346/2005, για την παράβαση επίσης των άρθρων 1 και 29 του Ν.703/77 και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών για τις πράξεις α) της απόπειρας εκβίασης από κοινού και κατ'εξακολούθηση τελεσθείσες από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, και β) της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής από κοινού συνολικής αξίας άνω των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις ο πολιτικώς ενάγων Ψ2, ατομικά ως παθών και ως νόμιμος εκπρόσωπος της (εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 1815/2007 βούλευμα, απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις, κατά το μέρος που το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε 1) ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής από κοινού συνολικής αξίας άνω των 73.000 ευρώ και καθόσον αφορά τον .......... για την πράξη της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος 2) ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής και υφ'όρον για τις πράξεις της παράβασης των άρθρων 1 και 29 του Ν.703/77 και επικύρωσε ως προς τις διατάξεις αυτές το εκκαλούμενο βούλευμα, δέχθηκε όμως κατά τα λοιπά αυτές (εφέσεις) κατ'ουσίαν, μεταρρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την απαλλακτική του διάταξη για την πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού και κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους κατηγορουμένους Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για να δικαστούν ως υπαίτιο αυτής. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στους κατηγορουμένους στις 20-11-2007, 15-10-2007 και 22-10-2007 αντιστοίχως (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 24-10-2007 οι κατηγορούμενοι, δια του αντιπροσώπου τους δικηγόρου Γεωργίου Σαμαρά, έχοντος την προς τούτο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, άσκησαν αναίρεση κατ'αυτού με δήλωσή τους προς την αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και έτσι συντάχθηκαν οι αριθμ. 224/24-10-2007, 227/24-10-2007, 226/24-10-2007 και 225/24-10-2007 αντίστοιχες εκθέσεις αναίρεσης. Στις εκθέσεις αυτές αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α-δ και β ΚΠοινΔ). Οι αναιρέσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ουσιαστικά, αφού ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διαδίκους που είχαν το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται να δικαστούν για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482 παρ. 1α ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρα 1, 13στ, 42, 45, 98, 385 παρ. 1β' ΠΚ). Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 2 ΝΔ 4090/60, αν μετά το πέρας της ανακρίσεως και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία κατά το άρθρο 316 παρ. 2 ΚΠΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία στο Συμβούλιο Εφετών, επάγεται για τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, διότι τον αποστερεί από υπερασπιστικό δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1α ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως (ΑΠ 1937/2006 Πράξ Λογ ΠΔ 2006, 675, ΑΠ 1563/2006 Ποιν Δνη 2007, 548, ΑΠ 1496/99 ΠΧ, Ν, 707). Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 1815/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες για να δικασθούν ως υπαίτιοι απόπειρας εκβίασης από κοινού και κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Την κρίση του αυτή το Συμβούλιο στήριξε και στην αριθμ. 3820/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία με το από 16-7-2007 υπόμνημα των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και της Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εγχειρίσθηκε αυθημερόν (16-7-2007) στον Εισαγγελέα Εφετών, μετά την υποβολή της αριθμ. ....... έγγραφης πρότασης αυτού (Εισαγγελέα Εφετών), υποβλήθηκε το πρώτον στο εν λόγω Συμβούλιο Εφετών, χωρίς από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει ότι κλήθηκαν οι αναιρεσείοντες ή οι αντίκλητοί τους για να λάβουν γνώση αυτής και του υπομνήματος και να υποβάλλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους. 'Ετσι, όμως, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τους κατηγορουμένους και το βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠΔ, πρώτο λόγο των αναιρέσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα έρευνα ενώπιον του αυτού Συμβουλίου, χωρίς συμμετοχή των ίδιων Δικαστών. Οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 45, 42 παρ. 1 και 385 παρ. 1 εδ. β ΠΚ) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Για τους λόγους αυτούς ----------------Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 224/24-10-2007, 227/24-10-2007, 226/24-10-2007 και 225/24-10-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντίστοιχα, κατά του 1815/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 21-12-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 § 2 εδ. ε' του Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ που εφαρμόζεται αναλόγως για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, κατά τα άρθρα 316 § 2 και 318 ΚΠΔ, έχει εφαρμογή και όταν τα νέα στοιχεία προσκομίστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και (η οποία) εξασφαλίζει, ως προς τον κατηγορούμενο, την υπεράσπιση αυτού και την άσκηση του δικαιώματός του, όπως λάβει γνώση των αποδεικτικών στοιχείων και επιφέρει τις παρατηρήσεις του, της οποίας, επομένως, η μη τήρηση συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 § 1δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, σαφώς προκύπτει ότι η παράβαση αυτή, δημιουργούσα τον εκ του άρθρου 484 § 1α' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το συμβούλιο αποφασίσει την παραπομπή του κατηγορουμένου λαμβάνοντας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του ως άνω υποβληθέντα υπό άλλου διαδίκου κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να καλέσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση τούτων και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 1815/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για απόπειρα εκβίασης από κοινού κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τη κρίση του το Συμβούλιο την στήριξε, κατά τα εις το βούλευμα διαλαμβανόμενα: ".....στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένων και των καταθέσεων των εκκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων τα επισυναπτόμενα εις τη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερα μνεία αυτών, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και το κοινό απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλαν αυτοί", καθώς και στην υπ' αριθμ. 3820/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, με το από 16-7-2007 υπόμνημα των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εγχειρίσθηκε αυθημερόν (16-7-2007) στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετά την υποβολή της υπ' αριθμ. ...... έγγραφης πρότασης του Εισαγγελέως Εφετών, υποβλήθηκε το πρώτον στο Συμβούλιο Εφετών, χωρίς από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει, ότι κλήθηκαν οι αναιρεσείοντες ή οι αντίκλητοί τους για να λάβουν γνώση αυτής και του υπομνήματος και να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους. Έτσι, όμως, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τους κατηγορουμένους και το βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί, κατά του βάσιμου, εκ του άρθρου 484 § 1α' ΚΠΔ, πρώτο λόγο των αναιρέσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, που όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.


Για τους λόγους αυτούς


Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1815/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή