Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 417 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση, Αγροφυλακή.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη αγρονόμου για παθητική δωροδοκία και ψευδή βεβαίωση. Ν.Δ. 3030/1954 «περί Αγροφυλακής» και σχετικές αποφάσεις Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής. Ορθή κρίση ότι ο αγρονόμος ήταν αρμόδιος να χορηγήσει βεβαίωση για τη νομιμοποίηση γεωτρήσεως. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.





ΑΡΙΘΜΟΣ 417/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 5485/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο Α. Κ. του Δ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα (2.10.2006), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική και όχι τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, υπό την αυτή ως άνω έννοια, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι` αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 περ. α του ν.δ. 3030/1954 "περί Αγροφυλακής", ο αγρονόμος στην περιφέρειά του έχει όλες τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του διοικητή που αναφέρονται στα εδάφια α, β και ε του άρθρου 44 και είναι υπεύθυνος για την κατάσταση της αγροτικής ασφάλειας, την αστυνομία επί της αρδεύσεως και την καλή εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 22 της αποφάσεως 120/1998 του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής "περί τροποποιήσεως του Οργανισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής" (ΦΕΚ 111/Β/1998), η Υπηρεσία Αγροφυλακής, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το ως άνω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, αποτελείται, στο Νομό, από τη Διεύθυνση Αγροφυλακής και τα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων, έργο των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, και ο έλεγχος και η επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβιάζουν τις διατάξεις που αφορούν τα αρδευτικά ύδατα και την τήρηση των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων, καθώς και η άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 15442/20.12.2005 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής (ΦΕΚ 1951/Β/30.12.2005), με την οποία τροποποιήθηκε και πάλι ο ως άνω Κανονισμός και η παλαιά Διεύθυνση Αγροφυλακής ονομάστηκε "Τμήμα Αγροφυλακής", υπαγόμενο στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με το ανωτέρω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, έχει έργο τη μέριμνα για την εφαρμογή των νόμων περί Αγροφυλακής και την επιμέλεια για τη λήψη των ενδεικνυόμενων και νόμιμων μέτρων για την παγίωση της αγροτικής ασφάλειας, καθώς και την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στο εν λόγω Τμήμα υπάγονται τα λειτουργούντα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων με έδρα τους ομώνυμους δήμους και όλες τις αρμοδιότητες που καθορίζονται ειδικότερα στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Και ναι μεν, κατά την αυτή διάταξη, οι τρόποι αρδεύσεως έχουν ανατεθεί στο Γραφείο Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Διευθύνσεως Αγροτικής Ανάπτυξης, όμως, από πουθενά δεν συνάγεται ότι, από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής, αφαιρέθηκε από τα Αγρονομεία η αρμοδιότητα της εποπτείας της τηρήσεως των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων και η επιβολή κυρώσεων για κάθε παράβαση. Αντιθέτως, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη που να υπάγει την αρμοδιότητα αυτή σε κάποιο άλλο γραφείο ή τμήμα της ως άνω Διευθύνσεως, θεωρείται ότι εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των Αγρονομείων, έστω και αν δεν αναφέρεται πλέον ρητώς στην τελευταία απόφαση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5485/2011 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παθητικής δωροδοκίας και ψευδούς βεβαιώσεως και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Ρ. μέχρι και το 2006 υπηρετούσε ως Αγρονόμος … και υπαγόταν στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, ενώ από το έτος 1999 κατείχε το βαθμό του Διευθυντή Α', που του έδινε το δικαίωμα να υπογράφει τα δημόσια έγγραφα των οποίων η έκδοση αναγόταν στην καθ` ύλη αρμοδιότητά του. Μέχρι και την 29.9.2006 είχε δικαίωμα υπογραφής των συγκεκριμένων δημοσίων εγγράφων. Ως Αγρονόμος …ήταν αρμόδιος για τη σύνταξη, κατόπιν αυτοψίας και εισήγησης, βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλιών γεωτρήσεων στην περιοχή της αρμοδιότητάς του, που είχαν ανορυχθεί πριν από το έτος 1972. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 2006 ο αγρότης Α. Κ. ενδιαφερόμενος να αγοράσει αγρόκτημα με γεώτρηση στην περιοχή …, πληροφορήθηκε ότι διαθέτει προς πώληση τέτοιο ακίνητο ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Κ.. Ήρθαν σε επικοινωνία και επισκέφθηκαν μαζί το προς πώληση αγρόκτημα, το οποίο ήταν εμβαδού 1200 τ.μ. και διέθετε και γεώτρηση, η οποία όμως δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί. Σε σχετική ερώτηση του υποψήφιου αγοραστή στο β' κατηγορούμενο, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο Αγρονόμος … (εννοώντας τον α' κατ/νο) έφαγε τα λεφτά του πατέρα του και τελικά ρεύμα δεν του έδωσε. Τελικά, συμφώνησαν να αγοράσει ο Κ. το εν λόγω αγρόκτημα με τη γεώτρηση έναντι τιμήματος 10.000 €, χωρίς όμως να γνωρίζει ότι δεν μπορούσε να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση, καθόσον είχε ανοιχθεί το 1989 και ηλεκτροδοτούντο μόνο όσες είχαν ανοιχθεί μέχρι το 1972. Τελικά συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία όταν και εφόσον θα ηλεκτροδοτείτο η γεώτρηση. Ο Α. Κ. (β' κατ/νος) πήγε στον Αγρονόμο … δηλαδή στον κατ/νο Ρ. για να του χορηγηθεί βεβαίωση προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση. Ο κατ/νος Ρ. γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση, λόγω του ότι είχε ανοιχθεί μετά το 1972, ζήτησε από τον Κ. να του δώσει χρήματα για να του δώσει τη βεβαίωση και ο Κ. του πρότεινε να του δώσει 300 ευρώ, αλλά ο Ρ. αρνήθηκε γιατί ήταν πολύ λίγα. Σε νέα μετά από 5-6 ημέρες συνάντησή τους ο Ρ. ζήτησε από τον Κ. το ποσό των 1.500 ευρώ για να του χορηγήσει τη βεβαίωση και μετά από συζητήσεις περιόρισε το ποσό στα 1.000 ευρώ. Ο Κ. ζήτησε από τον Κ. να του δώσει αυτός το ποσό των1.000 ευρώ, ενώ ο τελευταίος πρότεινε στον Κ. να καταγγείλουν το Ρ. για την παραβατική του συμπεριφορά, ενώ ο Κ. αρνήθηκε. Τελικά, ο Κ. προσέφυγε στη Δ/νση Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, όπου αποφασίστηκε να δώσει ο Κ. τα 1.000 ευρώ στον Κ. για να τα προσφέρει στο Ρ. ώστε να του χορηγήσει την ως άνω βεβαίωση. Πράγματι στις 2/10/2006 ο Κ. πάντα σε συνεννόηση με τα επιληφθέντα της υπόθεσης αστυνομικά όργανα παρέδωσε το άνω ποσό των 1.000 ευρώ στον Κ., ο οποίος χωρίς να γνωρίζει για την εμπλοκή των αστυνομικών οργάνων και την παγίδευση του Ρ., μετέβη στο αγρονομείο, όπου, προσκομίζοντας την από 29-9-2006 Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, απευθυνόμενη στην Υπηρεσία της Αγροφυλακής και δηλώνοντας σ` αυτήν ψευδώς ότι η γεώτρηση στο αγροτεμάχιο στη θέση …υπάρχει από το 1970, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή ανοίχθηκε το 1987, την παρέδωσε μαζί με το ποσό των1.000 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα στο Ρ. και ο τελευταίος του χορήγησε την υπ` αριθ…/29-9-2006 βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδώς εκ μέρους του Ρ. ότι η εντός του κτήματος του Κ. γεώτρηση είχε ανοιχθεί το έτος 1970, αν και γνώριζε ότι αυτή είχε ανοιχθεί το 1987. Στη συνέχεια βγαίνοντας ο Κ. από το Αγρονομείο και αφού παρέδωσε την ως άνω βεβαίωση στον Κ. που τον ανέμενε, επενέβησαν οι αστυνομικοί και τον συνέλαβαν, ενώ το ίδιο έπραξαν όταν εξήλθε του Αγρονομείου ο Ρ. , ενώ σε έρευνα που επακολούθησε στο γραφείο βρέθηκαν και τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 1.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει κατά τρόπο άμεσο και σαφή ότι ο κατ/νος Ρ. ως Αγρονόμος Μεγάρων, αρμόδιος για τη σύνταξη βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλαιών γεωτρήσεων στην περιοχή της αρμοδιότητάς του, που έχουν ανορυχθεί πριν από το έτος 1972, με σκοπό να διευκολύνει την πώληση του αγροτεμαχίου του δεύτερου κατηγορουμένου Κ., χορήγησε σ` αυτόν την παραπάνω βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδώς ότι η γεώτρηση που υπάρχει μέσα στο αγρόκτημα του Κ. είχε ανορυχθεί το έτος 1970, αν και γνώριζε ότι αυτή είχε ανορυχθεί το 1987, την οποία (βεβαίωση) επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ο Κ. για να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση και να μεταβιβάσει το αγρόκτημα, ενώ προκειμένου ο ίδιος κατηγορούμενος (Ρ. ) για να χορηγήσει την άνω βεβαίωση ζήτησε και έλαβε από των Κ. το ποσό των 1000 ευρώ, αν και γνώριζε ότι η πράξη του αυτή είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ως δημοσίου υπαλλήλου. Τα όσα καταθέτει ο κατ/νος Ρ. ότι δήθεν τα χρήματα που του έδωσε ο Κ. ήταν από επιστροφή δανείου που του είχε χορηγήσει, στερούνται βασιμότητας και είναι απορριπτέα. Θα πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατ/νος Β. Ρ. των πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της παθητικής δωροδοκίας ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της παθητικής δωροδοκίας και της ψευδούς βεβαιώσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 235 παρ. 1 και 242 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 15442/2005 αποφάσεως του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής το Τμήμα Αγροφυλακής δεν απώλεσε την αρμοδιότητά του να εποπτεύει αν τηρούνται οι όροι των γεωτρήσεων και, επομένως, το δικαίωμα της υπογραφής των σχετικών βεβαιώσεων. Ορθώς, δηλαδή, κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αγρονόμος είχε αρμοδιότητα να υπογράφει τέτοιες βεβαιώσεις. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται οι ως άνω διατάξεις των αποφάσεων του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής, αρκεί ότι αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε την αρμοδιότητα για τη σύνταξη βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλαιών γεωτρήσεων στην περιοχή του Αγρονομείου …. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "4. Αποτυπώματα σφραγίδων, 8. Δύο φωτογραφίες, 9. Λευκός φάκελος - ταχυδρομικός και 20. Επτά μηνύσεις του Α. Κ. προς τον Εισαγ. Πρωτ. Αθηνών". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (λεκτική διατύπωση αποτυπωμάτων σφραγίδων, τι απεικόνιζαν οι φωτογραφίες, στοιχεία εξατομικεύσεως του λευκού φακέλου, εξειδίκευση μηνύσεων), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιουνίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 4725/2012) αίτηση του Β. Ρ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 5485/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2013.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή