Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2355 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2355/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κοντογιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της 145/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1455/2007.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 145/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ανωμοτί εξετάσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς και την απολογία του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: στις 3.6.2001 και ώρα 3.50, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο στο 1,5 χιλιόμετρο της περιφερειακής οδού ..... προς ..... (.....). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ψ1, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ..... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, εκινείτο στην ίδια ως άνω οδό, με αντίθετη, όμως κατεύθυνση. Το συνολικό πλάτος της παραπάνω οδού, όπου εκινούντο οι διάδικοι είναι 6,60 μέτρα και έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, υπήρχε όμως αριστερά στροφή εν σχέσει με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και περιοριζόταν σημαντικά η ορατότητα (βλ. το από 3.6.2001 σχεδιάγραμμα τροχαίας;) Στο ως άνω ύψος της εν λόγω οδού, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το προαναφερθέν όχημά του υπό την επήρεια αλκοόλ, (0,68%) με υπερβολική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς, ελλείψει ιχνών πεδήσεως, αιφνιδίως, άγνωστο για ποια αιτία, κατά πάσα όμως πιθανότητα λόγω του ότι αυτός ευρίσκετο υπό την επήρεια αλκοόλ, παρέκκλινε από την πορεία του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ψ1 και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, το οποίο (μοτοποδήλατο) εξέτρεψε προς τα δεξιά (εν σχέσει με την πορεία του μοτοποδηλάτου) και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο χαντάκι δίπλα από του ρεύμα πορείας του Ψ1. Αποτέλεσμα της σφοδρότατης αυτής σύγκρουσης ήταν να υποστεί βαρύτατες σωματικές βλάβες ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού και πρόσφορης αιτίας επήλθε στις 8.6.2001 ο θάνατός του. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου συγκρούσθηκε μέσα στο ρεύμα πορείας που εκινείτο ο Ψ1, προκύπτει από τα ευρήματα των οργάνων της τροχαίας, τα οποία αφίχθησαν αμέσως μετά το ατύχημα, τα οποία αποτύπωσαν στο από 3.6.2001 σχεδιάγραμμα που συνέταξαν, στο οποίο εμφαίνεται: 1) ότι τα θραύσματα των υάλων των οχημάτων και πλαστικά μέρη εξαρτημάτων αυτών ανευρέθησαν μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1 (βλ. αριθ. 7 σχεδιαγράμματος), 2) ότι το σώμα του οδηγού του μοτοποδηλάτου Ψ1 βρέθηκε δεξιά σε παρακείμενο χαντάκι δίπλα από το ρεύμα πορείας του (βλ. αριθ. 6 σχεδιαγράμματος), 3) το ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο του Ψ1 βρέθηκε επίσης σε παρακείμενο χαντάκι, δίπλα από το ρεύμα πορείας του θύματος (Ψ1) (αριθμ. 4 σχεδιαγράμματος), ενισχύεται όμως και από την κατάθεση της μάρτυρος Α, που κατέθεσε και προανακριτικώς (14.6.2001), η οποία μεταξύ άλλων κατέθεσε λίγο μετά το ατύχημα ότι πέρασε από τον τόπο του ατυχήματος και είδε "ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Ρενώ ακριβώς στη μέση του δρόμου, χτυπημένο στο αριστερό μπροστινό μέρος". Στη συνέχεια όμως και δή μέχρι να φθάσουν τα όργανα της τροχαίας το αυτοκίνητο προφανώς μετακινήθηκε και τοποθετήθηκε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του κατηγορουμένου. Μάλιστα δε η ίδια εξεταζομένη ως μάρτυρας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου εκδικαζόταν το αστικό μέρος της υπόθεσης, κατέθεσε μεταξύ άλλων "Ακούστηκε ότι το αυτοκίνητο μετακινήθηκε μετά το ατύχημα (βλ. τα υπ' αριθ. 1874/2001 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, ο Β, που φέρεται ως μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, κατέθεσε ότι ακολουθούσε με το αυτοκίνητό του (ταξί) το μοτοποδήλατο και είδε αυτό να εισέρχεται αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου. Η κατάθεσή του όμως αυτή δεν κρίνεται κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου αξιόπιστη, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ως άνω αδιαμφισβήτητα ευρήματα που βρέθηκαν μέσα στο ρεύμα πορείας του Ψ1, με βάση τα οποία (ευρήματα) ανατρέπεται πλήρως ο ισχυρισμός του. Πέραν τούτου, η αναξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα επιτείνεται και από αναληθές γεγονός, το οποίο κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εξεταζόμενος ως μάρτυρας. Ειδικότερα, αυτός εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν ρωτήθηκε αν έχει συγγενική σχέση με τον κατηγορούμενο, κατέθεσε κατά λέξη "τον κατηγορούμενο τον γνωρίζω απλώς και δεν συγγενεύει με αυτόν" ) )βλ. πρακτικά και απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ενώ όταν ρωτήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, απέκρυψε την γνωριμία του με τον κατηγορούμενο και κατέθεσε κατά λέξη "Δεν γνωρίζω τον κατηγορούμενο και δεν έχω καμία σχέση μαζί του" (βλ. πρακτικά και απόφαση Εφετείου σελ. 4). Ακόμη δε αυτός, μολονότι ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούσε δρομολόγιο και ότι μέσα στο αυτοκίνητό του είχε δύο πελάτες του, απέφυγε να κατονομάσει αυτούς, ενώ αν αυτό ήταν αληθές, θα τους κατονόμαζε, ώστε έτσι να εξεταστούν και αυτοί και να ενισχύσουν τη μαρτυρία του. Υπό τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης τυγχάνει ο κατηγορούμενος, οδηγός του ως άνω οχήματος, ο οποίος ελλείψει της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τον απαιτούμενο χειρισμό, αλλά αντιθέτως οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με υπερβολική ταχύτητα (η οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί ελλείψει ιχνών πεδήσεως), η οποία δεν μειώθηκε, παρά την ύπαρξη ανοιχτής αριστερής στροφής, του σκότους που επικρατούσε, της ελλείψεως τεχνητού φωτισμού και ορατότητας, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Αντίθετα, τον Ψ1 δεν αποδείχθηκε ότι τον βαρύνει αμέλεια. Έβαινε κανονικά μέσα στο ρεύμα πορείας του. Ο άνω οδηγός, προ της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου στο ρεύμα πορείας του, του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, δεν μπόρεσε να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο (τροχοπέδη ή αποφευκτικό ελιγμό), λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Ψ1 κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το γεγονός όμως αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο Ψ1 εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και ο κατηγορούμενος εισήλθε αιφνιδίως σ' αυτό με το ως άνω όχημά του. Κατ' ακολουθίαν των ως άνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, πρέπει κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα για την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του παθόντος, που οφείλετο, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι ο παθών οδηγούσε το μοτοποδήλατό του υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που απέκλειαν την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης του και με βάση τα οποία κατέληξε στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο, παρά τις αμφιβολίες του, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και δή α) ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, την οποία δεν προσδιορίζει ακριβώς και β) ως προς τον λόγο για τον οποίο το αυτοκίνητό του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, κήρυξε αυτόν ένοχο, ενώ έπρεπε να τον κηρύξει αθώο. Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν υπερβολική, χωρίς να απαιτείται και ο ακριβής προσδιορισμός της, ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρεται και η αιτία της εισόδου του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας του. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιουλίου 2007 με αριθμό πρωτοκόλλου 7076/30.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά της 145/6.6.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Πλημμελημάτων). Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή