Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 609 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα.




Περίληψη:
Για το παραδεκτό ασκήσεως των προσθέτων λόγων απαιτείται επίδοση. Ως ημέρα συντηρήσεως για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων θεωρείται η αρχικά ορισθείσα και όχι η μετ’ αναβολή. Η μη προσκομιδή εγγράφων, κατά 570 ΚΠολΔικ 20 ημέρες πριν της συζήτηση δεν τίθεται επί ποινή απαραδέκτου, απαιτείται επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης του αντιδίκου. Διεκδικητική κυριότητος πρόσθετη παρέμβαση εκμισθωτή αληθούς κυρίου 559 αρ. 1, 11γ' και β' εδ. Β άρθρου 559 ΚΠολΔικ.




Αριθμός 609/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Vodafon - Panafon Αν. Ετ. Τηλεπικοινωνιών" και έδρα την ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικήτα Φορτσάκη, και 2) Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Θεοδοσοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 133/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/6/2010 αίτηση του και τους από 17/8/2010 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 20/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔικ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αποφάσεως που προβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως ενέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον ράντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ.1 και 2, 568 παρ.2, 3 και 4 και 570 παρ.3 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγω αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Για το παραδεκτό όμως της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως προθεσμία. Ως ημέρα συζητήσεως της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔικ εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 939/2011, ΑΠ 890/2010). Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο, το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των προσθέτων λόγω (ΑΠ 599/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, των οποίων το δικόγραφο κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα στις 11.10.2012, ήτοι τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα, για την αναίρεση, δικάσιμο της 2-11-2011, δεν προκύπτει ότι επιδόθησαν στους αναιρεσίβλητους, καθόσον ο επισπεύσας τη συζήτηση εκείνη αναιρεσείων (κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε) δεν προσκομίζει οικείες εκθέσεις επιδόσεως. Ενόψει τούτων, κατ' αποδοχή του υποβληθέντος με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις του, ήτοι 20 ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο σχετικού ισχυρισμού του δεύτερου αναιρεσίβλητου (ΑΠ 2321/2009) αλλά και αυτεπαγγέλτως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013). Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προλαβούσης διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο ου προσθέτως παρεμβάντος Π. Ε.Μ. (δεύτερου αναιρεσίβλητου) και του αμέσως δικαιοπαρόχουτου Ε. Μ. οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ αν ερμήνευε τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην αγωγή και τις προτάσεις του και αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά έγγραφα, μεταξύ του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και του πατέρα του προσθέτως παρεμβάντος Ε. Μ., "όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους των ανωτέρω με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι ο Ε. Μ. νεμόταν το επίδικο ως μισθωτής και όχι με διάνοια κυρίου, ενώ ο προσθέτως παρεμβάς-δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν ήταν καλής πίστεως, αφού γνώριζε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του ήταν μισθωτής του επιδίκου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει καμιά σχέση με την κληρονομιαία περιουσία που ο τελευταίος του άφησε με διαθήκη, αφού αυτή βρίσκεται σε διαφορετική θέση από εκείνη του επιδίκου. Επίσης με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος οι προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αν ερμήνευε τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην αγωγή και τις προτάσεις του και αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά έγγραφα και ιδιαίτερα από τη μισθωτική σύμβαση μεταξύ αυτού και του Ε. Μ., "όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτός από τις 12 Ιουλίου 1973 που αγόρασε το επίδικο από τον εξάδελφό του Σ. Τ. και τουλάχιστον μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2005 ασκούσε σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Οι αιτιάσεις όμως αυτές ανάγονται, αποκλειστικά, στη στάθμιση των αποδείξεων και στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας που, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, ενώ μόνο η επίκληση στο προεκτεθέν περιεχόμενό τους του κειμένου της ερμηνευτικής, των δικαιοπραξιών, διατάξεως, του άρθρου 200 ΑΚ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, (ΑΠ 638/2012) όσον αφορά την ερμηνεία εγγράφων, (που δεν διευκρινίζεται αν περιείχαν δικαιοπρακτικές δηλώσεις) καθώς και της μισθωτικής σύμβασης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του επικαλουμένου λόγου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 214/2012). Αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 527 ΚΠολΔικ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1621/2009). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012), ενώ ως ιδιαίτερα μεταξύ άλλων αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 638/2012), σε αντίθεση με τις τεχνικές εκθέσεις και τα σχεδιαγράμματα που τις συνοδεύουν ή προσαρτώνται στα συμβόλαια, αφού τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ως έγγραφα με ειδική ρύθμιση, κατά το 390 ΚΠολΔικ, καλύπτονται με την αναφορά της απόφασης στα "προσκομισθέντα έγγραφα" (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 107/2010). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 197/2013). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα, μεταξύ άλλων επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της αγωγής του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) Το από 12-7-1973 ιδιωτικό έγγραφο "πωλητήριο", με το οποίο ο αναιρεσείων αγόρασε το εις θέση "Ιμπραήμ Κεφάλα" ή "Δραπανοκεφάλα" Δήμου Βάμου μείζον ακίνητο (βοσκότοπο), εκτάσεως 95 στρεμ. περίπου, 2) το από 1-4-1981 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ίδιου ακινήτου, 3) το ανωτέρω από 12-7-1973 ιδιωτικό "πωλητήριο" με το αντίστοιχο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αμφότερα επιβεβαιωμένα ενυπογράφως από τον ίδιο πωλητή στις 19.7.2005 στη Γιούτα των ΗΠΑ, ενώπιον του εκεί αρμοδίου Αμερικανικού συμβολαιογράφου Paul Shaw, 4) την υπ' αριθμ. 120906/9.12.2006 ένορκη βεβαίωση του Σ. Ε. Τ. ή Τ. (S. E. T.) ενώπιον του εις Salt Lake City της Πολιτείας Utach (Γιούτα) ΗΠΑ Ελληνοαμερικανικού Συμβολαιογράφου Νικολάου Ι. Κολεσίδη (Nick J. Colessides) 5) το υπ' αριθμ. .../9-5-2007 συμβόλαιο της συμβ/φου Χανίων Δήμητρας Λαμπαθάκη-Βουτσάκη, με το από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου - Μηχανικού Γ. Σ., 6) την από 2.8.1973 γενομένη προς τον αναιρεσείοντα προσφορά για ενοικίαση του ως άνω ακινήτου στο εις Ακρωτήριο Χανίων " Πεδίο Βολής Κρήτης" και την υπ' αριθμ. 900/54/819/14-8-1973 αρνητική απάντησή του, 7) την από 23-5-1984 προσφορά του αναιρεσείοντα προς ενοικίαση του ακινήτου αυτού στον άλλοτε στρατιωτικό τηλεοπτικό σταθμό ΥΕΝΕΔ, που έμεινε αναπάντητη, 8) το από 1-10-1973 "ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως βοσκοτόπου" προς τον όμορο προς ανατολάς του επιδίκου ιδιοκτήτη-κτηνοτρόφο Ε. Μ. ή Μ. (για 1 ή 18 ή 30), 9) δεκατρείς (13) αποδείξεις καταβολής ετησίου μισθώματος του ιδίου μισθίου ακινήτου των ετών 1973, 1974, 1976, 1977, 1978, 1979, 1980, 1981, 1982, 1984, 1988, 1998 και από 10-8-2002, 10) την από 9-1-2003 αίτηση της αναιρεσίβλητης "VODAFONE-PANAFON" προς την Δ/νση Δασών Χανίων, με το συνημμένο από 5-7-2002 τοπογραφικό διάγραμμα, 11) το υπ' αριθ. πρωτ. 124/8-4-2003 απαντητικό έγγραφο της Δ/νσης Δασών Χανίων, 12) την από 19-10-2005 αίτηση του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία, 13) φωτοτυπία επισκεπτηρίου του τοπογράφου μηχ/κού της αναιρεσίβλητης εταιρείας Γ. Δ., με σημείωμα του αναιρεσείοντα περί του από 23-12-2005 τηλεφωνήματος της εταιρείας, για την πραγματοποιηθείσα από κοινού μετάβαση στο επίδικο ακίνητο και Σταθμό, 14) την από 15-5-2006 αίτηση του αναιρεσείοντα προς την Δ/νση Δασών Χανίων και το υπ αριθ. πρωτ. 2571/13-7-2006 απαντητικό έγγραφο της ιδίας Δ/νσης Δασών Χανίων, 15) το υπ' αριθ. πρωτ. 3208/15-6-2006 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Χανίων προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης με συνημμένη σχετική απόφαση αναδάσωσης και αεροφωτογραφία της περιοχής του επιδίκου, 16) την από 16-1-2006 "Εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσείοντα μαζί με έκθεση επιδόσεως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία από τον δικαστικό επιμελητή, 17) την από 7-4-2006 μήνυση του αναιρεσείοντα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, κατά των μελών του ΔΣ της αναιρεσίβλητης εταιρείας 18) το από 22-2-2002 μισθωτήριο του επιδίκου ακινήτου προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία από τον "εκμισθωτή" Ε. Μ., 19) την από 10-1-2007 "τεχνική έκθεση" του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., μετά του από Ιανουαρίου 2007 "τοπογραφικού διαγράμματος" του ιδίου, 20) εννέα (9) φωτογραφίες των εντός του επιδίκου δρόμου και σταθμού, 21) την υπ' αριθ. .../6-10-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Ε. Μ., που έγινε από τον αναιρεσίβλητο-προσθέτως παρεμβάντα Π. Ε. Μ., ενώπιον της συμβ/φου Βάμου Αποκορώνου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη-Βελεγράκη, 22) τα με αριθμούς .../14-2-1906, .../18-3-1914 και .../4-5-1921 συμβόλαια του τότε συμβ/φου Βάμου Αποκορώνου Κουκλάκη, 23) το άνευ χρονολογίας "σημείωμα" με φωτοτυπία μέρους των από Νοεμβρίου 1985 "Πρακτικών Εισηγήσεων" για τις εφαρμογές διαγραμμάτων και τίτλων ακινήτων του Συλλόγου Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών, 24) το υπ' αριθ. πρωτ. 907/25-10-2006 αντίγραφο της εις το Υποθηκοφυλακείο Βάμου μερίδας μεταγραφής ακινήτων του πατέρα του δεύτερου αναιρεσίβλητου-παρεμβάντος Ε. Μ. του Λ., 25) την από 25-8-2007 "τεχνική έκθεση" του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., 26) το από 18-6-2007 κατηγορητήριο κατά των εκπροσώπων της αντιδίκου Εταιρείας, για "εγκατάσταση στο (ένδικο) ακίνητο σταθμού εκπομπής και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας", χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και τη συνημμένη σ' αυτό (κατηγορητήριο) υπ' αριθ. Α.Π. 267/46/15-11-2002 αδεία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), 27) δύο (2) έγχρωμες αεροφωτογραφίες της Google από δορυφόρο, με πρόχειρη επισήμανση της θέσεως του μείζονος ακινήτου του αναιρεσείοντος, 28) το αιτηθέν πρωτοδίκως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου-παρεμβαίνοντος πρωτότυπο από 12-7-1973 "πωλητήριο" του μείζονος επιδίκου ακινήτου, 29) την από 12-7-1973 εξουσιοδότηση του αμερικάνου - πωλητή του ακινήτου προς τον αναιρεσείοντα, ώστε ο τελευταίος να κινεί τον εις την τότε Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα λογαριασμό του πρώτου, 30) μία φωτοτυπία από το βιβλίο "Ιστορία του χωρίου Δραπάνου Αποκορώνου", που συνέγραψε ο πατέρας του αναιρεσείοντα Σ. Τ., με ιδιόχειρη αφιέρωση του (προς σύγκριση της γραφής και υπογραφής αυτού με τα αναφερόμενα παραπάνω και συνταχθέντα από αυτόν (Σ. Τ.) υπό στοιχ. 2 και 3 πρόχειρα διαγράμματα του εις θέση "Ιμπραήμ Κεφάλα" μείζονος ακινήτου, 31) την από 3-4-1993 δακτυλογραφημένη ενυπόγραφη επιστολή του αδελφού του αναιρεσείοντα Δ. Τ., 32) την ιδιόγραφη πρόταση του αδελφού του αναιρεσείοντα Δ. Τ. για μεταξύ τους διανομή της πατρικής κληρονομιάς, 33) φωτοαντίγραφο της από 31-1-2004 ταχυδρομικής επιστολής του αναιρεσείοντα προς τον μισθωτή του μείζονος ακινήτου του (βοσκοτόπου) Ε. Μ.) 34) το από 8-10-2007 κατηγορητήριο κατά των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, για "απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας από δύο", 35) την από 8-11-1984 απόδειξη καταβολής ενοικίου έτους 1984 του μείζονος βοσκοτόπου του αναιρεσείοντος από τον μισθωτή του Ε. Μ., 36) μία έγχρωμη αεροφωτογραφία από δορυφόρο της Google του μείζονος ακινήτου του αναιρεσείοντα, 37) τις υπ' αριθ. ... και .../16-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νόμιμα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Κνιθάκη -Πανηγυράκη, 38) το από 7-2-2006 έγγραφο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που αποστέλλει η υπάλληλός της Σ. Κ. προς τη δικηγόρο Ευαγγελία Θεοδοσοπούλου, 39) ένα χειρόγραφο ποίημα του πατέρα του αναιρεσείοντα, 40) δύο αποδείξεις από 14-8-2001 και 23-4-2003 καταβολής ενοικίου- ένα αρνί από το μισθωτή Ε.Μ. προς τον Δ. Σ. Τ. για το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγριάδας εις Δρανοκεφάλα, , 41) φωτογραφίες του αναιρεσείοντα μαζί με την υπερήλικη (κλινήρη και τυφλή) μητέρα του Μ. χα Σ. Τ., 42) φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ. 9000/14-11-2003 "πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς" από τον αδελφό του αναιρεσείοντα Δ. Σ.Τ. ενώπιον της συμβ/φου Χανίων Γεωργίας Καβρουλάκη - Κακαβελάκη, 43) σημείωμα του αναιρεσείοντα με φωτογραφίες από δορυφόρο του βουνού "Ιμπραήμ Κεφάλα" του χωριού Δράπανου και της θέσης της εκκλησίας Αγίου Γεωργίου του Κόκκινου Χωριού, 44) φωτοτυπία της δηλώσεως του Ε-9 του αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός που κατ' αρχάς είναι παραδεκτός γιατί όλων των παραπάνω αποδείξεων έγινε επίκληση και προσκομιδή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον αναιρεσείοντα και δη υπό στοιχ. 34, 35, 36 και 37 το πρώτον στο Εφετείο (άρθρ. 529 παρ.1 ΚΠολΔικ) των δε λοιπών με νόμιμη, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ επαναφορά (ΟλΑΠ 23/2008) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και οι αναφερόμενες παραπάνω (στοιχ.37) δύο ένορκες βεβαιώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου, επιφανείας 1700 τ.μ. κατέστη ο προσθέτως παρεμβάς και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την απόκτηση κυριότητας στο διεκδικούμενο ακίνητο από τον προσθέτως παρεμβάντα δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1740/2012). Εξάλλου ο ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά τον οποίο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα επικαλούμενα σ'αυτόν έγγραφα προσκομίσθηκαν την προτεραία της δικασίμου και όχι στην αναφερόμενη στο άρθρο 570 ΚΠολΔικ 20ήμερη πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως προθεσμία είναι αβάσιμος, καθόσον αυτός καμία δικονομική βλάβη δεν υπέστη, αφού έλαβε γνώση των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία σχολίασε και αντέκρουσε. Ειδικότερα από τη διάταξη της παρ.3 της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 570 ΚΠολΔικ, κατά την οποία μέσα στην προθεσμία της παρ.1 του εν λόγω άρθρου, δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (που υπολογίζεται όχι με βάση την αρχική δικάσιμο, αλλά αυτή της συζήτησης) όλοι οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση, η δε κατάθεση και η ημερομηνία της βεβαιώνεται επάνω στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι δεν δημιουργείται ακυρότητα ή απαράδεκτο από τη μη τήρηση της εν λόγω εικοσαήμερης προθεσμίας και την παράλειψη της βεβαιώσεως της κατάθεσης επί του φακέλου, αφού η τήρηση της διατάξεως αυτής δεν ορίζεται επί ποινή ακυρότητας (άρθρ. 159 παρ.1 ΚΠολΔικ). Η παραβίαση της δικονομικής αυτής διατάξεως δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο μόνο αν προκλήθηκε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας ή της απαραδέκτου (άρθρ.159 παρ.3 ΚΠολΔικ ΑΠ 952/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσίβλητος με την κατατεθείσα μετά τη συζήτηση προσθήκη των προτάσεών του, ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη τα αναφερόμενα στον παραπάνω τρίτο αναιρετικό λόγο έγγραφα, γιατί αυτά δεν κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως, αλλά την προτεραία αυτής, ήτοι στις 4-12-2012 και ότι (αυτά) ως εκπροθέσμως κατατεθέντα δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, διαφορετικά γιατί η εκπρόθεσμη αυτή κατάθεσή του προκάλεσε δικονομική βλάβη η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί διαφορετικά παρά μόνο με τη μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών ως απαραδέκτων, συνισταμένης της επικαλουμένης δικονομικής του βλάβης στο ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος "άσκησε τα δικονομικά του δικαιώματα υπό το κράτος ασφυκτικής χρονικής πίεσης, που εν τέλει έπληξε τη δυνατότητά του αποκρούσεως εγκαίρως και με επάρκεια των εις βάρος του ισχυρισμών του αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να αντικρούσει ένα προς ένα τα εκπροθέσμως προσκομισθένα έγγραφα". Ο λόγος αυτός, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι αβάσιμος αφού η 20ήμερη προθεσμία του άρθρου 570 παρ.3 ΚΠολΔικ. δεν έχει τεθεί επί ποινή ακυρότητας, ενώ δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη δικονομική βλάβη του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός με την προσθήκη και αντίκρουση των εμπροθέσμως κατατεθεισών προτάσεών του σχολίασε και αντέκρουσε λεπτομερώς όλα τα προσκομισθέντα εκπροθέσμως έγγραφα των οποίων έλαβε πλήρη γνώση και που άλλωστε του ήταν γνωστά, ως κοινά αποδεικτικά μέσα, στα δικαστήρια της ουσίας και ως εκ τούτου καμιά δικονομική βλάβη δεν υπέστη.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο το από 12.7.1973 ιδιωτικού συμφωνητικού "πωλητηρίου", γιατί δέχθηκε ότι ο αγοραστής του αναφερομένου σ' αυτό ακινήτου είναι ο πατέρας του αναιρεσείοντος Σ. Τ. και όχι ο ίδιος, ο οποίος έχει το ίδιο με τον πατέρα του ονοματεπώνυμο, και στον οποίο (αναιρεσείοντα) οδηγούσε η ορθή συνεκτίμηση του εγγράφου με τις επικαλούμενες αποδείξεις (διαθήκη του αδελφού του, Ε9 του ίδιου και του αδελφού του, επιστολή του αδελφού του κ.λ.π.). Ο λόγος αυτός, που αφορά σε έγγραφο που προσκομίζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 1414/2010) και του οποίου επίκληση και προσκομιδή είχε γίνει στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ) είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου, ενώ προσέτι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό το περιερχόμενο του οποίου κατ' ανέλεγκτο κρίση αφορά σε ακίνητο που γειτνιάζει με εκείνο στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ. β ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. " Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003). Ακόμη "πράγμα" είναι κάθε περιστατικό, που, αφηρημένως, λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013). Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" τα συμπεράσματα των διαδίκων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, και η ανήκουσα στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εκτίμησή τους (ΑΠ 1748/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τους παρακάτω προταθέντες νόμιμα στο Εφετείο ισχυρισμούς: α) ότι το ακίνητο του αναιρεσείοντος εκτάσεως 90.931,71 τμ συνορεύει ανατολικά, επί πλευράς μήκους 350 τ.μ. με την όμορη ιδιοκτησία του Ε. Μ., κατά μήκος της οποίας ο τελευταίος (που είναι δικαιοπάροχος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου) είχε τοποθετήσει συρματόπλεγμα από το έτος 1965, ύστερα από επιδότηση της αξίας της περιφράξεως από την ΑΤΕ, πράγμα το οποίο δεν υπήρχε λόγος να γίνει αν ο προς ανατολάς βοσκότοπος ήταν δική του ιδιοκτησία και όχι του Αμερικάνου, β) ότι ο αδελφός του αναιρεσείοντα Δ. Τ. στην από 3.8.1993 επιστολή του "ομολογεί" την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντα στο επίδικο ακίνητο, πράγμα το οποίο αν συνδυαστεί με το ότι ο αδελφός αυτός δεν δήλωνε το εν λόγω ακίνητο στο Ε-9 του , οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο των 90371,71 τ.μ. δεν περιλαμβανόταν στην πατρική τους κληρονομιά, γ) ότι το "δήθεν" συνταχθέν από τον Ε. Μ. και στην πραγματικότητα πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως καταρτίστηκε στις 22.2.2002 για εννέα έτη με ετήσιο μίσθωμα 4400 Ευρώ, ενώ ο Ε. Μ. του είχε παραδώσει μεταγενέστερα απόδειξη καταβολής ετήσιου μισθώματος για το ίδιο ακίνητο με ημερομηνία 10.8.2002 και στην οποία υπάρχει γνήσια υπογραφή πανομοιότυπη με τις υπόλοιπες δώδεκα προσκομισθείσες αποδείξεις, ενώ η απόδειξη που παρουσιάζουν οι αναιρεσίβλητοι περί δήθεν εισπράξεως ενοικίου από τον αδελφό του αναιρεσείοντα φέρει πλαστή υπογραφή του Ε. Μ., αφού ο αδελφός του δεν ήταν ιδιοκτήτης και δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει ενοίκιο, δ) ότι όλα τα αναγραφόμενα στην από 4-9-1998 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του αναιρεσείοντα είναι αναληθή, ανυπόστατα και πέραν πάσης πραγματικότητας για τους αναφερόμενα ειδικότερα λόγους και ε) ότι δεν έλαβε υπόψη τα δύο σχεδιαγράμματα-ντοκουμέντα του 1973 και της 1-4-1981,μ που συντάχθηκαν από τον πατέρα του αναιρεσείοντα, τις φωτογραφίες, τις αεροφωτογραφίες, δύο έγκυρες λεπτομερείς εκθέσεις του τοπογράφου Σ. και τα λεπτομερή σχεδιαγράμματα τόσο της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα των 90.9321,71 τμ, όσο και το ειδικό σχεδιάγραμμα του ίδιου τοπογράφου που συγκρίνει την έκταση αυτή με το συνταχθέν εντός τριημέρου σχεδιάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Μ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά η πρώτη αιτίαση αφορά σε επιχείρημα του αναιρεσείοντα αντλούμενο από τις αποδείξεις και οι λοιπές αιτιάσεις σε αποδεικτικά μέσα που είτε δεν λήφθηκαν υπόψη (αιτιάσεις υπό στοιχεία β και ε), είτε εκτιμήθηκαν λανθασμένα (αιτίαση υπό στοιχ. δ), είτε τους δόθηκε αποδεικτική αξία διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή (αιτίαση υπό στοιχ. γ). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην ξεχωριστή δικαστική δαπάνη κάθε αναιρεσίβλητου, αφού αυτοί είχαν διαφορετική νομική εκπροσώπηση (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 17-8-2010 προσθέτους λόγους του Σ. Τ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 133/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ για καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή