Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1715 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Δικαίωμα υποβολής έγκλησης για ακάλυπτη επιταγή έχει και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Απορρίπτει.




Κ.M.
ΑΡΙΘΜΟΣ 1715/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραλαμπίδη, περί αναιρέσεως της ΒΤ4214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο εντεταλμένος σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Περικλής Κατσίνας παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Στυλιανού. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/1972), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον, της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 εδ.α' του ν.2408/1996 προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν.5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ'ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείοντα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του ν.2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1 ) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.2 και 22 παρ.3 του άνω ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ.2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ.2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ.3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ.3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3 του ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ' ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 5/2006, 6/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα του βασίμου των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη ΒΤ 4214/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά , που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση σε φυλάκιση δύο(2) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, μετά από έγκληση που υπέβαλε κατ'αυτού ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά η δικηγόρος Πειραιά Α1, ως νόμιμος εκπρόσωπος της κομίστριας των επίμαχων επιταγών ανώνυμης πρακτορειακής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.". Με την έγκληση επισύναψε: α] : Το από 10 Απριλίου 2000 ειδικό πληρεξούσιο του Ψ που ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας εξουσιοδότησε τους δικηγόρους Α2, Α3, Α1 και Α4, κατοίκους Πειραιώς , οδός ..., ενεργούντες ο καθένας χωριστά να καταθέσουν αντ' αυτού και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας μήνυση κατά του Χ, κατοίκου ..., για την έκδοση δώδεκα (12) ακάλυπτων επιταγών. Σημειώνεται ότι το γνήσιο της υπογραφής του ως άνω εξουσιοδοτούντος βεβαιώνεται από τον Δικηγόρο Α2 με ημεροχρονολογία βεβαιώσεως την 10-4-2000. β) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. 8419/26 Οκτωβρίου 1998 ΦΕΚ Τ. ΑΕ και ΕΠΕ, από το οποίο προκύπτει εκ της Ανακοίνωσης καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία " ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.". ότι ο Ψ Αντιπρόεδρος και εντεταλμένος Σύμβουλος" εκπροσωπεί μεμονωμένα την εταιρία, 2) επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των επιδίκων επιταγών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εκ τούτων συνάγεται ότι, η εντολή του ανωτέρω Ψ, που εκπροσωπούσε νομίμως την εγκαλούσα ως άνω εταιρία, που δόθηκε προς την πληρεξούσια δικηγόρο με ειδικό πληρεξούσιο και βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής του από δικηγόρο για να "καταθέσει μήνυση" ήταν ειδική ήτοι ολοκληρωμένη διότι στον όρο αυτό (κατάθεση μηνύσεως) ενυπάρχει η αναμφισβήτητη βούληση του προαναφερομένου με την ανωτέρω ιδιότητά του, για ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη, χωρίς να απαιτείται και πρακτικό του Δ.Σ.στο οποίο να βεβαιώνεται η γνησιότητα των υπογραφών των μελών αυτού.
Συνεπώς, η έγκληση εγκύρως υποβλήθηκε από την εξουσιοδοτηθείσα με το άνω ειδικό πληρεξούσιο Α1, γι' αυτό και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ήταν νομότυπη η υποβληθείσα για λογαριασμό της άνω Α.Ε. έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 79 § 1 του ν. 5.960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1.325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4.6.1996 ισχύ του ν. 2.408/1996 ορίζεται στο άρθρο 4 § 1 περ. Α, ότι στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 του ν.δ. 1.325/1972, προστίθεται η § 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την § 1 του άρθρου 22 του ν. 2.721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω § 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις §§ 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην § 2 εδαφ. α του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται, ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην § 1γ του άρθρου 4 του ν. 2.408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40 - 47 του ν. 5.960/1933, συνάγεται, ότι δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 του ν. 2.408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της υπ' αριθ. 1.040/2006 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, το εν λόγω Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση ου, που προέκυψε από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο (αναιρεσείων) κατηγορούμενος στο ... στις 22-2-2000,26-2-2000 ,20-3-2000 ,24-3-2000,26-3-2000 ,2-4-2000 ,8-4-2000, 10-4-2000 ,12-4-2000 ,15-4-2000 ,22-4-2000 και 24-4-2000 ως νόμιμος εκπρόσωπος της ''HYDE HELLAS Μονοπρόσωπη ΕΠΕ και ''ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΕ'' από πρόθεση εξέδωκε σε διαταγή της ''ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.''επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής ήτοι τις με αριθμ.1) ..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)608312, 6)..., 7)..., 8)..., 9)..., 10)..., 11)..., 12)... επιταγές ποσού 2937663, 2247196 802151, 5650000, 2394594, 2802151, 532570, 7247314, 5650000, 721965, 5493469, 1586922 δραχμών αντίστοιχα, πληρωτέες από την ΑΝΖ Grideays Bank. Η ως άνω λήπτρια των επιταγών τις δύο πρώτες τις μεταβίβασε στην Τράπεζα Μακεδονίας -Θράκης και τις υπόλοιπες σε φυσικό πρόσωπο. Ακολούθως, η ως άνω τράπεζα και το φυσικό πρόσωπο τις εμφάνισαν εμπρόθεσμα για να πληρωθούν η πρώτη μέσω του γραφείου συμψηφισμού (στις 22-2-2000, 29-2-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000, 15-3-2000 και 15-3-2000), πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντικρύσματος. Στη συνέχεια η Τράπεζα και το φυσικό πρόσωπο επέστρεψαν τις επιταγές στην ως άνω οπισθογράφο η οποία καταβάλλοντας στην Τράπεζα και στο φυσικό πρόσωπο κατέστη κομίστρια αυτών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι η ως άνω αναφερόμενη από αναγωγή υπόχρεος, που εξόφλησε τις επίμαχες επιταγές, είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του εκδότη των επιταγών και ως εκ τούτου η βάσει της από 8-5-2000 εγκλήσεώς της ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορούμενου ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, αφού απέρριψε την περί του αντιθέτου ένσταση του αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν ένοχο εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, και επέβαλε σε τούτον ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην αρχή της παρούσας ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της § 5 με το άρθρο 4 § 1 περ. Α του ν. 2.408/1996 και στην § 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του ν. 2.721/1999, δεχόμενο ότι η εξ αναγωγής υπόχρεος "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΗΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που πλήρωσε τις επιταγές είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε ΚΠΔ σχετικός λόγος που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος λόγος και συνακολούθως και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ) και να καταδικασθεί αυτός στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της ΒΤ 4214/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης "ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΑΝ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ