Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1346 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Απόλυτη ακυρότητα. Δεν επέρχεται εάν αντικαταστάθηκε δικαστής της συνθέσεως του Δικαστηρίου μετά την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Έννοια της αμέλειας και των υποχρεώσεων του ιδιοκτήτου - κυρίου του έργου. Αναιρείται η απόφαση.





Αριθμός 1346/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 472/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Ηγουμενίτσας. Με κατηγορουμένους τους: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δρακουλάκο, 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)........ και 2)......, ατομικά και ασκούσα τη γονική μέριμνα της ......., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "46" και ημερομηνία "27.12.2006" έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 13/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε Ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικά δε: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ' όσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαίτιου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας, δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους, σύμφωνα με τον νόμο, υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15 που προβλέπουν στα πλαίσια λήψεως μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, τη χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και τον τρόπο κατασκευής και τοποθετήσεώς τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, που ορίζει ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα, να ελέγχονται περιοδικά ως προς την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών, καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, κατά την οποία άπαντα τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μία φορά την εβδομάδα. Εξάλλου, ο Νόμος 1296/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα", προβλέπει α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός των άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4;τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και οι οποίες συνίστανται στη λήψη πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, και στην τήρηση, όσο διαρκεί το έργο, όλων των μέτρων ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, επί διακοπής δε των εργασιών, στη λήψη όλων των μέτρων, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και στη διατήρησή τους κατά τη διάρκεια της διακοπής, καθώς και στην ειδοποίηση του επιβλέποντος το έργο εγγράφως, πριν την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1) Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2) Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρηση τους. 3) Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4) Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και, εάν χρειάζεται, να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5) Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78 και 79 του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού", ορίζονται τα ακόλουθα: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ. της 14.3.1934...και του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων, (άρθρο 1) Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικώτερον: α) Να λαμβάνωνται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεως των...δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωσις, διακοπή ρεύματος κλπ) να πραγματοποιήται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου...(άρθρο 78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχωνται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμοδία υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργον και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμοδίας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (άρθρο 79)". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ. 778/1980, του Νόμου 1396/1983 και του Π.Δ. 1073/1981, συνάγεται ότι: 1) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας για την πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ικριωμάτων και να επιβλέπει για τη λήψη των μέτρων αυτών και επίσης να δίνει οδηγίες για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον ηλεκτροφόρου αγωγού, ενώ 2) ο ιδιοκτήτης ή ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση οικοδομικού έργου (και ο τυχόν υπεργολάβος τμήματος αυτού) έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από της προεκτεθείσες αιτίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την 472/2006 απόφαση, κήρυξε με αυτή αθώο τον κατηγορούμενο Χ3 της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η κατηγορία που είχε αποδοθεί στον ως άνω κατηγορούμενο ήταν ότι είχε επιφέρει από αμέλειά του τον θάνατο του Ψ, κατοίκου εν ζωή ....... Ηγουμενίτσας, ο θάνατος δε αυτού επήλθε συνεπεία ηλεκτροπληξίας, ενώ εργαζόταν σε οικοδομή ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την κατηγορία, οι παραλείψεις του κατηγορουμένου, που, σε συνδυασμό με τις παραλείψεις των συγκατηγορουμένων του, υπεργολάβου και πολιτικού μηχανικού, επέφεραν το παραπάνω αποτέλεσμα, συνίσταντο στο ότι, με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη της ανεγειρόμενης οικοδομής (κυρίου του έργου), ενώ στην οικοδομή του, από τις 27 Αυγούστου 2004, εκτελούνταν εργασίες συναρμολογήσεως εξωτερικού μεταλλικού εξοπλισμού - ικριώματος (σκαλωσιάς) από το συνεργείο του πρώτου κατηγορουμένου, με τον οποίο είχε συμφωνήσει προφορικά την εκτέλεσή τους, δεν έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας που διέπουν την εργατική νομοθεσία για την προστασία των εργαζομένων στην οικοδομή (ιδίως τα άρθρα 4-9 του Νόμου 1396/83 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 78, 79, 117 του Π.Δ. 1073/81). Ειδικότερα, καίτοι είχε την ιδιότητα του ιδιοκτήτη - κυρίου του έργου, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων από την τυχαία επαφή των χρησιμοποιούμενων υλικών με τον αγωγό (καλώδια) μέσης συνεχούς τάσεως της ΔΕΗ προ της ενάρξεως των εργασιών, προκειμένου ειδικό συνεργείο να μεταβεί στην οικοδομή και να εκτιμήσει ή να συντάξει μελέτη για το εάν απαιτούνται επιπρόσθετα κατά περίπτωση μέτρα ασφαλείας από τα ηλεκτροφόρα καλώδια (πέραν της όποιας νόμιμης, αλλά οριακής αποστάσεως, που αυτά είχαν από την οικοδομή, ενέργειες δηλαδή, που έλαβαν χώρα μετά το ατύχημα), β) παρότι γνώριζε ότι το συνεργείο επιχρισμάτων είχε αρχίσει εργασίες τοποθετήσεως της σκαλωσιάς - ικριώματος στην οικοδομή, δεν επισήμανε στον εργολάβο να μην προχωρήσει τις εργασίες στο μπροστινό μέρος πλησίον των ηλεκτροφόρων καλωδίων, ούτε ειδοποίησε, έστω τηλεφωνικά, τον επιβλέποντα μηχανικό για να τον ενημερώσει και να λάβει σχετικές οδηγίες. Προκειμένου το Δικαστήριο να κηρύξει αθώο τον ως άνω κατηγορούμενο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της παραπάνω αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κυρίως καθ' όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτόν, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος (ο ιδιοκτήτης του έργου) κατασκεύαζε πολυώροφη οικοδομή στο δημοτικό διαμέρισμα ........ του Δήμου Ηγουμενίτσας, έναντι του νέου λιμένα εξωτερικού, της οποίας μελετητής και επιβλέπων μηχανικός ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος. Όλα τα επί μέρους συνεργεία κατασκευής των διαφόρων τμημάτων της οικοδομής ήσαν της απόλυτης εκλογής του κυρίου του έργου, ο οποίος για το σκοπό αυτό συμβαλλόταν με διάφορους εργολάβους και κατέβαλλε χωριστά την αμοιβή τους, ήτοι άλλος εργολάβος προς ανέγερση του σκελετού της οικοδομής με μπετόν αρμέ, άλλος εργολάβος για το κτίσιμο με οπτοπλίνθους, άλλος εργολάβος για τα επιχρίσματα κλπ., δηλ. δεν είχε αναθέσει την εκτέλεση του όλου έργου ή τμημάτων του στον επιβλέποντα μηχανικό, του οποίου η αρμοδιότητα ήταν να παρέχει οδηγίες και εντολές, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων και ιδίως για την εκτέλεση εργασιών αντιστήριξης, σταθερών ικριωμάτων για κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου, να συντάσσει μελέτη των μέτρων ασφαλείας και να τηρεί ημερολόγιο των μέτρων αυτών, τις δε οδηγίες, εντολές και επίβλεψη αυτή θα παρείχε ο επιβλέπων μηχανικός, εφόσον ειδοποιείτο από τον κύριο του έργου για την ανάθεση κάθε τμήματος του έργου σε εργολάβο. Από το τέλος του Ιουλίου 2004, είχαν διακοπεί οι οικοδομικές εργασίες στην επίδικη οικοδομή και ο επιβλέπων μηχανικός, όλο το μήνα Αύγουστο ,απουσίαζε από την πόλη της ....... Περί τα μέσα Αυγούστου του έτους 2004, ο κύριος του έργου ανέθεσε προφορικά στον 1ο κατηγορούμενο, που είναι εργολάβος επιχρισμάτων, την κατασκευή των επιχρισμάτων της οικοδομής, πλην της δυτικής πλευράς προς το λιμάνι, οι οποίες εργασίες θα άρχιζαν από τον Σεπτέμβριο που θα ερχόταν και ο επιβλέπων μηχανικός, Ο εργολάβος, όμως, για να προλάβει τον κύριο του έργου μήπως υπαναχωρήσει, περί τα τέλη Αυγούστου, άρχισε με δικά του τεχνικά μέσα και προσωπικό (εργάτες) να κατασκευάζει σταθερά ικριώματα στη βόρεια πλευρά της οικοδομής προς την πόλη της ...... για να προβεί σε εργασίες επιχρισμάτων της πλευράς αυτής. Μεταξύ των εργατών που είχε προσλάβει για τις εργασίες αυτές ήταν και ο Ψ, αλβανικής καταγωγής. Πριν από τις εργασίες επιχρισμάτων, η οικοδομή είχε ανεγερθεί τριώροφη και είχε κτισθεί με οπτοπλίνθους, πάνω δε από τον ισόγειο όροφο εκτείνετο στη δυτική και στη βόρεια πλευρά εξώστης, στον οποίο είχαν τοποθετηθεί μεταλλικοί ορθοστάτες (σιδηροσωλήνες) μήκους 3 έως 4 μέτρων για να χρησιμοποιηθούν για την ανόρθωση των ικριωμάτων (σκαλωσιάς) μέχρι το μέγιστο ύψος της οικοδομής. Πάνω από τον εξώστη του 1ου ορόφου διέρχονται εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί της ΔΕΗ( μέσης τάσης, οι οποίοι απέχουν οριζόντια από το κτήριο 5,85 μ. και κατακόρυφα από το στηθαίο του εξώστη 3,50 μ. Ο Ψ στις 30.8.2004 και περί ώρα1Ο.ΟΟ' βρισκόταν στον εξώστη του 1ου ορόφου της οικοδομής και, αφού πήρε στα χέρια του έναν ορθοστάτη, μήκους 4 μ. περίπου, για να τον δώσει σε εργάτη προς ανύψωση του ικριώματος, που έφθανε στο τέλος του ανύψωσε αυτόν στη βορειοδυτική πλευρά του εξώστη, με αποτέλεσμα ο ορθοστάτης να έλθει σε επαφή με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς και να υποστεί ακαριαία θανατηφόρα ηλεκτροπληξία.Ο κύριος του έργου είχε αναθέσει στον 1ο κατηγορούμενο - εργολάβο τα επιχρίσματα της οικοδομής του, στις οποίες εργασίες περιλαμβάνονται πρωτίστως οι εργασίες κατασκευής των ικριωμάτων και για τις οποίες δεν έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτέλεσης τους με δεσμευτικές για τον εργολάβο εντολές και οδηγίες - μη έχων άλλωστε τις απαιτούμενες γνώσεις προς τούτο, είναι ναυτικός πράκτορας - με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται για το πταίσμα του εργολάβου, ήτοι για τις προαναφερόμενες παραλείψεις του ως προς το θύμα (οδηγίες και εντολές κατά τη μεταφορά των ορθοστατών για κινδύνους από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς, πιθανή του ηλεκτρικού ρεύματος), κατά την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει. Από τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, αποδεικνύεται ότι υπεύθυνος για τον επελθόντα θάνατο του Ψ είναι ο 1ος κατηγορούμενος εργολάβος, που τον προσέλαβε ως εργάτη στο υπ' αυτού εκτελεσθέν έργο, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ήτοι λόγω του επαγγέλματος του και μπορούσε να καταβάλει". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας ως προς τον ως άνω κατηγορούμενο Χ3, κύριο του έργου, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και σκέψεις, που δικαιολογούν την παραδοχή ότι ο ως άνω κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης του έργου (οικοδομής) δεν είχε την υποχρέωση να συμμορφωθεί στις διατάξεις του Π.Δ. 778/1980, του Νόμου 1396/83 και του Π.Δ. 1073/1981 και να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ άλλων και λόγω γειτνιάσεως του σημείου των εργασιών με ηλεκτροφόρα δίκτυα της ΔΕΗ. Η παραδοχή της μη υπάρξεως της υποχρεώσεως αυτής του κατηγορουμένου τελεί άλλωστε σε πλήρη αντίφαση: α) με την παραδοχή που ορθώς οδήγησε στην αθώωση του κατηγορουμένου πολιτικού μηχανικού, ότι δηλαδή ο τελευταίος δεν είχε ευθύνη, διότι δεν είχε ειδοποιηθεί από τον κύριο του έργου για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών που είχαν διακοπεί και β) με την παραδοχή που θεμελίωσε την ευθύνη του καταδικασθέντος εργολάβου ότι "ήταν ορατός ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας".
ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αθώωση του δεύτερου κατηγορουμένου Χ3 για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 472/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, κατά το μέρος που αφορά την αθώωση του κατηγορουμένου Χ3 για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή