Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 283 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας για ψευδορκία μάρτυρα.




ΑΡΙΘΜΟΣ 283/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 3897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργανά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1578/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3897/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ..... προσύμφωνο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης συζ. Δημ. Μπορνόβα, ο Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) υποσχέθηκε δια των Προέδρου και Γενικού Γραμματέα του, που νόμιμα τον εκπροσωπούσαν, να πωλήσει στον Α, πατέρα των πολιτικών εναγόντων, το επίδικο ακίνητο (τεμάχιο γηπέδου), επιφάνειας 197 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ....., στη θέση ".....". Το ως άνω ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του συνεταιρισμού και αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτό με το ..... παραχωρητήριο του τότε Υπουργού Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το τίμημα είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 236.400 δραχμών, από το οποίο ποσό 78.200 δραχμών καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, ποσό δε 40.000 στις 25.2.1977, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Με όρο του προσυμφώνου ορίζονταν ότι η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου θα γινόταν ευθύς ως επιτρέπονταν δια νόμου ή εφόσον κρίνονταν αρμοδίως ότι είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση λόγω πώλησης του ακινήτου βάσει των κειμένων διατάξεων. Μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου ο πατέρας των πολιτικώς εναγόντων Α κατείχε έκτοτε το ως άνω ακίνητο συνεχώς χωρίς διακοπές με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα περιέφραξε αυτό ενσωματώνοντας το σε άλλο παρακείμενο και συνεχόμενο οικόπεδο του, στο οποίο είχε ανεγείρει και οικία στην οποία διέμενε, φύτεψε σ' αυτό διάφορα δένδρα, όπως οπωροφόρα, συκιές κ.α., επέβλεπε αυτό κλπ.
Οριστικό συμβόλαιο τελικά δεν καταρτίστηκε, διότι ο συνεταιρισμός ισχυριζόμενος ότι δεν είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση του ακινήτου, με βάση τις διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, που απαγόρευαν την κατάτμηση και την εκποίηση του, δεν προέβαινε στη συμφωνηθείσα μεταβίβαση λόγω πώλησης. Κατόπιν αυτού, ο Α άσκησε δύο αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν: α) η 9012/2000 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη η μία αγωγή περί καταδίκης του συνεταιρισμού σε δήλωση βουλήσεως, δηλαδή περί μεταβίβασης του επιδίκου ακίνητου στον Α, δεχόμενο το Δικαστήριο, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ήταν ελεύθερη και β) η 7353/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και η άλλη αγωγή περί αναγνώρισης του Α κυρίου του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι αυτός από την κατάρτιση του προσυμφώνου και μέχρι την άσκηση την 17-12-1998 της αγωγής του κατείχε το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, αναφέροντας ενδεικτικά ως διακατοχικές πράξεις την περίφραξη του ακινήτου από την κατάρτιση του προσυμφώνου, την επίβλεψη και επιτήρηση αυτού.
Βέβαια το εν λόγω ακίνητο χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστο αλλά δεν έχει περιέλθει η κυριότητα του στο Δήμο ....., διότι δεν έχει κινηθεί η σχετική διαδικασία απαλλοτρίωσης του και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση στον αναγνωρισθέντα με την ως άνω απόφαση κύριο αυτού Α.
Συνεπώς, το κατατιθέμενο ενόρκως από τον κατηγορούμενο Χ, όταν εξετάστηκε ως μάρτυρας την 20-9-2001 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αγωγής του Α κατά του συνεταιρισμού σχετικά με το επίδικο ακίνητο των 197 τ.μ., ότι : "... Η περίφραξη υπήρχε στο δικό του οικόπεδο, όχι σ' αυτό που διεκδικεί τώρα ... σ' αυτό υπάρχουν δένδρα, τα οποία έχει φυτέψει ο Δήμος ... ένα αυτοκίνητο του Δήμου έρχεται και ποτίζει τα δένδρα" ήταν ψευδές. Και αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε το επίδικο το είχε περιφράξει και δένδρα σ' αυτό είχε φυτέψει, τα οποία και πότιζε κατά την άσκηση των διακατοχικών του πράξεων, ο πατέρας των πολιτικώς εναγόντων ακίνητο Α και όχι ο Δήμος ..... .
Ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα παραπάνω κατέθεσε ήσαν ψευδή. αφού, όπως προκύπτει από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, η οποία δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ο κατηγορούμενος ήταν γείτονας, διότι είχε σπίτι απέναντι από το επίδικο και γνώριζε καλά ότι αυτό (επίδικο) ήταν από παλιά περιφραγμένο από τον πατέρα της Α και ότι τα δένδρα τα είχε φυτέψει ο πατέρας της και τα πότιζαν οι ίδιοι". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 224 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Αναφέρεται, επίσης η αρμόδια για την εξέταση αρχή και η γνώση του ως προς το ψευδές αυτών, καθώς και τα αληθή πραγματικά περιστατικά, τα οποία αυτός γνώριζε.. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 274/30.7.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή