Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 644 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Έγκληση, Εφέσεως ανυποστήρικτο.




Περίληψη:
Ορθή απόρριψη εφέσεως του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος ως ανυποστήρικτης, διότι μόνο από το γεγονός ότι η επίδοση στον αντίκλητο προηγήθηκε της επιδόσεως στον εκκαλούντα δεν δημιουργείται ακυρότητα της επιδόσεως. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως. Ορθή απόρριψη εφέσεως του μη εμφανισθέντος στη μετ’ αναβολήν δικάσιμο εκκαλούντος, διότι στη δικάσιμο κατά την οποία εχώρησε η αναβολή δεν είχε αυτός εμφανισθεί για να υποστηρίξει την έφεσή του και δεν είχε αρχίσει η δίκη, αλλά δι’ αγγέλου είχε γνωστοποιήσει κώλυμα εμφανίσεως και είχε ζητήσει αναβολή που έγινε δεκτή. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής του εκκαλούντος και απόρριψη εν συνεχεία της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας από την απόρριψη αυτή λόγος αναιρέσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη απαιτείται να διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά με τη νομότυπη κλήτευση του εκκαλούντος. Στην περίπτωση που η κλήτευση αυτή έγινε με αναβολή σε ρητή δικάσιμο, αρκεί η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτήν ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα κατά την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Υποβολή εγκλήσεως από αντιπρόσωπο του παθόντος απαιτεί ειδική εντολή. Πότε η εντολή αυτή είναι ειδική. Υπαρχούσης τέτοιας εντολής και επομένως νομότυπης εγκλήσεως, δεν συνέτρεχε περίπτωση κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής διώξεως για έλλειψη νομότυπης εγκλήσεως και εν απουσία του εκκαλούντος. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας για υποβολή εγκλήσεως δεν απαιτείται να αναγράφει την ακριβή διεύθυνση της εντολέως. Η πλημμελής αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως προς τον αντίκλητο του έτους εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, που οφείλεται σε γραφική παραδρομή, δεν επάγεται ακυρότητα όταν μπορεί η πλημμέλεια αυτή να αρθεί από άλλα, παρεμφερή από απόψεως περιεχομένου, έγγραφα όπως το συνταχθέν για τον κατηγορούμενο αποδεικτικό εκ του οποίου σαφώς προκύπτει το έτος εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως.




Αριθμός 644/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 12669/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2007 (δύο χωριστές) αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 1 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1640/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 12669/2006), οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 10-9-2007, του Χ1 και της Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από αυτούς, με τα από 1-2-2008 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Α.- Επί της αιτήσεως του Χ1.
Κατά το άρθρο 501 § 1 Κ.Ποιν.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 § 1 του Ν. 3160/2003, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη αν κατά τη συζήτησή της δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δε που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αυτής μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 § 1 του ίδιου κώδικα. Προϋπόθεση, εξάλλου, της απορρίψεως της εφέσεως ως ανυποστήρικτης είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 500 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ.
Συνεπώς, αν αυτός δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του στην ορισθείσα δικάσιμο, τότε πρέπει το δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Διαφορετικά, δηλαδή αν πράξει το δεύτερο, υπερβαίνει την εξουσία του και υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 155 § 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ., όταν η επίδοση προς τον απόντα κατηγορούμενο γίνεται με θυροκόλληση, λόγω του ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδ. β' και γ' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου αρνήθηκαν να παραλάβουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, αντίγραφο του εγγράφου αυτού πρέπει να επιδίδεται και στον τυχόν διορισμένο αντίκλητό του, οπότε τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Αν τέτοιο αντίγραφο δεν επιδοθεί στον αντίκλητο η επίδοση δεν ολοκληρώνεται και είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 154 § 2 Κ.Ποιν.Δ. Το κύρος, όμως, της κατά τα ανωτέρω επιδόσεως στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι της επιδόσεως αυτής προηγήθηκε χρονικά η επίδοση του ίδιου εγγράφου στον αντίκλητό του, δηλαδή δεν επηρεάζεται από το ποιά προηγήθηκε της άλλης, η θυροκόλληση ή η επίδοση στον αντίκλητο. Η διάταξη του άρθρου 155 § 2 εδ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ, κατά την οποία τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο, αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, δηλαδή η επίδοση στον αντίκλητο να έπεται χρονικώς της επιδόσεως με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο, χωρίς να αποκλείει το αντίθετο. Έτσι, αν οι επιδόσεις αυτές γίνουν με αντίστροφη σειρά, δηλαδή πρώτα στον αντίκλητο και μετά στον κατηγορούμενο, αυτό δεν συνεπάγεται ακυρότητα της κλητεύσεως του κατηγορουμένου, λόγω της οποίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 12669/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής αναφέρονται τα αποδεικτικά επιδόσεως α)από .... του Αρχ/κα ..... και β)από ..... της δικαστικής επιμελήτριας ....., προς τον κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του αντιστοίχως, και ότι από αυτά προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος κλητεύθηκε νομίμως για να εμφανισθεί στο ανωτέρω Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 27-9-2006 και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της προμνημονευθείσης 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, με βάση, όπως αναφέρει στην απόφαση, το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ. Ήδη ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της ένδικης ως άνω αιτήσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, η οποία έγκειται στο ότι το Δικαστήριο, αντί, όπως έπρεπε, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεώς του, διότι δεν υπήρξε νόμιμη κλήτευσή του για το λόγο ότι η μνημονευόμενη στην απόφαση επίδοση προς τον αντίκλητό του δικηγόρο έγινε στις 16-6-2006, δηλαδή προηγήθηκε της επιδόσεως που έγινε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 20-6-2006, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού εκ μόνου του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα επίδοση προς τον αντίκλητο του αναιρεσείοντος προηγήθηκε χρονικώς της επιδόσεως που έγινε στον τελευταίο, δεν επηρεάζεται, κατά τα προεκτεθέντα, το κύρος της κλητεύσεως του αναιρεσείοντος.
Β.- Επί της αιτήσεως της Χ2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 501 § 1 και 4 και 502 § 1 Κ.Ποιν.Δ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανισθεί, αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσίαν. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολήν δικάσιμο αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (Ολ. ΑΠ 3/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 § 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, κατά δε το εδάφιο γ' της αυτής παραγράφου ή αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο εκτός αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση, δεν το επιτρέπουν. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εάν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε δι' αυτής ως ανυποστήρικτη και η έφεση της, επίσης μη εμφανισθείσης, εκκαλούσας - κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της αυτής, όπως ανωτέρω, 45846/2006 αποφάσεως, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Για την απορριπτική αυτή κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "Όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 7393/16-3-2006 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, με τα οποία η προκειμένη υπόθεση αναβλήθηκε από τη δικάσιμο της 16ης Μαρτίου 2006 για τη σημερινή δικάσιμο (εννοείται η 27-9-2006), λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο της 2ης κατηγορουμένης - εκκαλούσας (εννοείται η ήδη αναιρεσείουσα ως άνω), η σημερινή δε δικάσιμος ανακοινώθηκε στο πρόσωπο που ανήγγειλε στο δικαστήριο τα σημαντικά αυτά αίτια για λογαριασμό της. ...Επομένως.....η 2η κατηγορουμένη - εκκαλούσα..... κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο". Ακολούθως, αφού διαπίστωσε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 27-9-2006, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, με βάση, όπως αναφέρει σ' αυτήν, το άρθρο 501 Κ.Ποιν.Δ. Ήδη η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της ένδικης αιτήσεώς της, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, η οποία έγκειται στο ότι το Δικαστήριο απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη αντί, όπως έπρεπε, να την δικάσει κατ' ουσίαν παρά την απουσία της, διότι, κατ' εκτίμηση, στη δικάσιμο της 16-3-2006, που είχε ορισθεί αρχικώς για την εκδίκαση της εφέσεως αυτής, η δίκη αναβλήθηκε, με την 3793/16-3-2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, για τις 27-9-2006, αφού προηγουμένως είχε αυτή εμφανισθεί δια του συνηγόρου της Άλκιμου Γεωργιάδη και είχε αρχίσει η συζήτηση της εφέσεως, η οποία είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων, η αναβολή δε έγινε για σημαντικά αίτια στο πρόσωπό της, κατόπιν αιτήματός της που υποβλήθηκε από τον ανωτέρω συνήγορό της. Από το επίσημο απόσπασμα της ως άνω 3793/16-3-2006 αποφάσεως, που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτει ότι κατά την εν λόγω δικάσιμο της 16-3-2006 η δίκη αναβλήθηκε για τις 27-9-2006 με απούσα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη ως άνω αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε για να υποστηρίξει την έφεσή της, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, αλλά δι' αγγέλου, του Άλκιμου Γεωργιάδη, ανήγγειλε στο Δικαστήριο κώλυμα εμφανίσεώς της κατ' άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, με αίτημα αναβολής της δίκης που έγινε δεκτό, βεβαίωσε δε το Δικαστήριο στην περί της αναβολής απόφασή του αυτή την παρουσία, κατά την απαγγελία της, του Άλκιμου Γεωργιάδη που είχε αναγγείλει το σημαντικό αίτιο κατ' εντολήν της, ώστε η απόφαση να επέχει θέση κλητεύσεώς της. Ενόψει αυτών, με το να απορρίψει το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως ανυποστήρικτη την έφεση της αναιρεσείουσας στη νέα μετ' αναβολήν δικάσιμο της 27-9-2006, κατά την οποία αυτή δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν όφειλε να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι στη δικάσιμο της 16-3-2006 δεν είχε εμφανισθεί η αναιρεσείουσα για να υποστηρίξει την έφεση της, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω σημαντικών αιτίων. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, κατά τη δικάσιμο της 27-9-2006, ορισθείσα μετ' αναβολήν όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, (σύζυγοι), αλλά εμφανίσθηκε ως άγγελος αυτών η δικηγόρος Αικατερίνη Στερίδου, η οποία γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι εμποδίστηκαν να εμφανισθούν ενώπιόν του λόγω σημαντικών αιτίων, υπέβαλε δε αίτημα αναβολής της δίκης για λογαριασμό τους και στη συνέχεια, εξεταζόμενη ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι "ο 1ος κατηγορούμενος είναι στο εξωτερικό, έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, θα κάνει μία επέμβαση στο μάτι". Το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης απορρίφθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με παρεμπίπτουσα απόφασή του η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεως και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 § 4 Κ.Ποιν.Δ), ακολούθως δε απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων. Η αιτιολογία, που διέλαβε σχετικώς στην παρεμπίπτουσα απορριπτική αυτή απόφαση, έχει κατά λέξη ως εξής: "το αίτημα περί αναβολής της δίκης είναι μεν νόμιμο ..... πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο προβαλλόμενος από τον πρώτο κατηγορούμενο λόγος αδυναμίας προσέλευσής του δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα δεν προσκομίστηκε από τη μάρτυρα κάποια ιατρική βεβαίωση που να πιστοποιεί ασθένειά του, ούτε - πολύ περισσότερο - βεβαίωση κάποιου νοσοκομείου που να βεβαιώνει εισαγωγή του κατηγορουμένου σ' αυτό και διάρκεια νοσηλείας, κατά την οποία να είναι απαραίτητη και η παρουσία της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία είναι σύζυγός του. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να εκπροσωπηθούν από τη μάρτυρα, η οποία είναι δικηγόρος τους, κατόπιν εξουσιοδότησης κατ' άρθρο 340 § 2 ΚΠΔ". Η αιτιολογία αυτή είναι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, καθόσον εκτίθενται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αξιολογείται η κατάθεση της εξετασθείσης μάρτυρος, η οποία δεν κρίθηκε από μόνη της πειστική και παρατίθενται οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αναβολής, εκ των οποίων (σκέψεων), πάντως, εκ περισσού και άνευ ανάγκης διελήφθη η τελευταία, περί δυνατότητας εκπροσωπήσεως των εκκαλούντων από συνήγορο, η οποία δεν είναι λυσιτελής για την αιτιολόγηση της απορριπτικής του ανωτέρω αιτήματος κρίσεως, ενόψει του αναφαίρετου δικαιώματος του κατηγορουμένου να εμφανισθεί και υπερασπισθεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση και άλλα επιπλέον περιστατικά, αφού το κρίσιμο στοιχείο κατά την παρ. 1 του άρθρου 349 του Κ.Ποιν.Δ είναι αν το δικαστήριο πείσθηκε ή όχι για το αν συνέτρεχε ή δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο των εκκαλούντων το σημαντικό αίτιο που προβλήθηκε στη δίκη για την αναβολή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος των ανωτέρω δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά δε την απόρριψη του λόγου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ομοίως και ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος των αυτών δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει ως ανυποστήρικτες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημά τους αναβολής της δίκης υπερέβη (αρνητικώς) την εξουσία του. Κατά την παρ. 3 του άρθρου 501 Κ.Ποιν.Δ, (η οποία αριθμήθηκε ως παρ. 3 με το άρθρο 48 § 2 του Ν. 3160/2003), εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδ. γ' δηλαδή περίπτωση κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου ή ελλείψεως της εγκλήσεως, αιτήσεως ή άδειας που απαιτείται για τη δίωξη, το δικαστήριο, παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραλείψει να πράξει τα ανωτέρω και προβεί στην απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του και η απόφασή του είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 § 2 και 46 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η έγκληση μπορεί να γίνει από τον ίδιο τον παθόντα ή από αντιπρόσωπό του που έχει ειδική πληρεξουσιότητα, το έγγραφο της οποίας μπορεί να δοθεί με συμβολαιογραφική πράξη ή με απλή δήλωση, που προσαρτάται στη συντασσόμενη σχετικώς έκθεση. Με την πληρεξουσιότητα αυτή πρέπει να παρέχεται ειδική εντολή στον πληρεξούσιο να υποβάλει μήνυση για ορισμένο έγκλημα, το οποίο πρέπει να εξατομικεύεται κατά τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία για την ταυτότητα της πράξεως και τη βούληση του εντολέα για τη δίωξή της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 περ. α' του Ν. 2408/1996 που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ασκείται μόνον κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής η Χ2 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή ο Χ1 τελεσθείσες στις 8-5-2001, ήτοι για πράξεις διωκόμενες κατ' έγκληση. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί αν έγινε από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενέργεια που έπρεπε να γίνει αυτεπαγγέλτως και εντεύθεν να ελεγχθεί η βασιμότητα του κατωτέρω αναιρετικού λόγου των δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων για τις ως άνω πράξεις ασκήθηκε κατόπιν της από 31-7-2001 εγκλήσεως που υπέβαλε κατ' αυτών, προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η Φ1 Την έγκληση αυτή συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε αρμοδίως η δικηγόρος Μαρία Χατζηκωνσταντίνου, η οποία ενεργούσε δυνάμει της από 27-7-2001 έγγραφης "ειδικής εξουσιοδοτήσεως" της εγκαλούσας, που έχει προσαρτηθεί στην εν λόγω έγκληση και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος του: "Η ....υπογράφουσα Φ1 ......κάτοικος Θεσσαλονίκης .....εξουσιοδοτώ την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χατζηκωνσταντίνου Μαρία του Γεωργίου ....διορίζοντάς την πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητό μου για να συντάξει, να καταθέσει ....υπογράψει για λογαριασμό μου μήνυση κατά των Α) Χ1 κατοίκου .....Β)Χ2.....για τις ποινικές άδικες πράξεις που τέλεσαν σε βάρος μου, ήτοι την έκδοση ακάλυπτης επιταγής και απάτη, να την υπογράψει και να την εγχειρίσει ενώπιον ......". Από το περιεχόμενο αυτό της υπόψη ειδικής εξουσιοδοτήσεως προκύπτει ότι υπήρξε σαφής εντολή της Φ1 να υποβληθεί για λογαριασμό της, από τη δικηγόρο Μαρία Χατζηκωνσταντίνου, έγκληση κατά των αναιρεσειόντων για τη μόνη ακάλυπτη επιταγή που είχαν εκδώσει οι τελευταίοι και για την οποία δικαιούμενη να υποβάλει έγκληση ήταν εκείνη και συνεπώς η εν λόγω εντολή ήταν ειδική προς την ως άνω δικηγόρο για την υποβολή της εγκλήσεως που κατά τα ανωτέρω αυτή υπέβαλε, αφού δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της πράξεως για την οποία παρασχέθηκε η εντολή προς υποβολήν εγκλήσεως, ήτοι το πλημμέλημα της εκδόσεως από τους αναιρεσείοντες της μόνης ακάλυπτης επιταγής με εξ αυτής δικαιούχο την εγκαλούσα (αφού ελλείπει ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως και άλλης τέτοιας επιταγής εκδόσεως αυτών), καθώς και για τη βούληση της εντολέως αυτής να υποβληθεί έγκληση για τη συγκεκριμένη πράξη. Ενόψει αυτών δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση κηρύξεως απαράδεκτης της ασκηθείσης κατά των αναιρεσειόντων ποινικής διώξεως, για την ανωτέρω πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ήτοι περίπτωση του άρθρου 370 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ, όπως αντιθέτως υποστηρίζονται οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι η ανωτέρω εντολή προς τη Μαρία Χατζηκωνσταντίνου για την υποβολή της σχετικής εγκλήσεως δεν ήταν ειδική και συνακολούθως ότι δεν ήταν νομότυπη η υπ' αυτής υποβληθείσα ως άνω έγκληση. Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτες, αντί να προχωρήσει, παρά την απουσία αυτών, στην έκδοση αποφάσεως περί κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης ελλείψει νομότυπης εγκλήσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, είναι δε αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως, τέταρτος του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ1 και τρίτος του ομοίου δικογράφου της Χ2. Η περαιτέρω μερικότερη αιτίαση, που περιέχεται στους ίδιους αυτούς λόγους, ότι η υποβληθείσα έγκληση δεν ήταν νομότυπη, διότι στην ανωτέρω εξουσιοδότηση δεν αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας της εγκαλούσης κατά παράβαση των επιτασσομένων από τα άρθρα 42 § 2 και 340 § 2 Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμη, καθόσον η μόνη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 42 § 2 Κ.Ποιν.Δ δεν απαιτεί τέτοια αναγραφή στο έγγραφο της πληρεξουσιότητας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη λόγω μη εμφανίσεως του εκκαλούντος στο ακροατήριο, πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. Η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να διαλαμβάνει, με σαφήνεια και πληρότητα, τα σχετικά με την προβλεπόμενη από το άρθρο 500 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, η οποία γίνεται είτε κατά τα άρθρα 155 επ. 166 Κ.Ποιν.Δ με επίδοση κλήσεως, είτε κατά τα άρθρα 349 § 2 και 352 § 2 Κ.Ποιν.Δ με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο. Έτσι, στην περίπτωση, ειδικότερα, που ο εκκαλών κλητεύθηκε με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, για την αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη αρκεί η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτήν αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως και ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα κατά την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη μνεία για το εάν ο εκκαλών ήταν παρών στην προηγούμενη συζήτηση ή εάν η αναβολή που προηγήθηκε έγινε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για την κρίση του ως προς την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της εφέσεως της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας Χ2 παρέθεσε στο αιτιολογικό της αποφάσεως του, σχετικά με την εμπρόθεσμη κλήτευσή της, όσα ανωτέρω εκτέθηκαν αναφορικά με την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της, εκ των συνεκδικαζομένων, αιτήσεώς της, ήτοι παρέθεσε τον αριθμό της προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεώς του (3793/16-3-2006) και ότι με αυτήν είχε ορισθεί ρητή δικάσιμος για την 27-9-2006, ημέρα κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα αυτή και απορρίφθηκε η έφεσή της. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, ως προς την απόρριψη αυτή της συγκεκριμένης εφέσεως ως ανυποστήρικτης, την απαιτούμενη κατά νόμον ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι αντίθετες μερικότερες αιτιάσεις της εν λόγω αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, διότι α)η φράση στην ανωτέρω αιτιολογία, ότι η νόμιμη κλήτευση της εν λόγω αναιρεσείουσας προέκυπτε "από τα υπ' αριθ. 7393/16-3-2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού με τα οποία η προκειμένη υπόθεση αναβλήθηκε από τη διάσιμο της 16ης Μαρτίου 2006 για τη σημερινή δικάσιμο", έχει την πρόδηλη έννοια της στα πρακτικά αυτά περιεχόμενης ταυτάριθμης αποφάσεως, έτσι ώστε πληρούται η απαίτηση μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση της προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, περαιτέρω, από την ίδια φράση προκύπτει ότι με την αναβλητική αυτή απόφαση ορίσθηκε ρητή δικάσιμος για τις 27-9-2006 (που είναι η υποδηλούμενη με τη λέξη "σημερινή"), β)από όσα προεκτέθηκε ότι προκύπτουν από την επισκόπηση του, μόνου ευρισκόμενου στη δικογραφία, αποσπάσματος της 7393/16-3-2006 αναβλητικής αποφάσεως, προκύπτουν όλα όσα αφορούν τη νομιμότητα της κλητεύσεως της ανωτέρω αναιρεσείουσας για τη ρητή δικάσιμο της 27-9-2006 κατά τον από το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ οριζόμενο τρόπο, έτσι ώστε δεν ήταν απαραίτητο τα υπάρχει και συνακολούθως να μνημονευθεί στην απόφαση, για την πληρότητα της ως άνω αιτιολογίας της, πλήρες αντίγραφο της αναβλητικής αυτής αποφάσεως και γ)από το ότι στο απορριπτικό των εφέσεων σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιλαμβάνεται και η φράση ότι στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους "κοινοποιήθηκαν μαζί με την κλήση και τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξετάζονταν", ενώ, ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα έγινε δεκτή νόμιμη κλήτευσή της με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο κατ' άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, δεν δημιουργείται καμία αντίφαση και εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον η κλήση μετά του καταλόγου των μαρτύρων για την οποία ο λόγος στη συγκεκριμένη φράση είναι πρόδηλο ότι αφορά στην επίδοση κλήσεως για προγενέστερη δικάσιμο. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος προς τα ανωτέρω τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως του δικογράφου πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας Χ2, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 § 2, 161 § 1, 170 § 1 και 500 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο για τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να αναφέρει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τον ακριβή αριθμό της εκκαλούμενης αποφάσεως, ώστε ο καλούμενος εκκαλών να έχει πλήρη γνώση της αποφάσεως που πλήττεται με την έφεση. Η πλημμελής ή εσφαλμένη αναγραφή του αριθμού αυτού, οφειλόμενη σε γραφική παραδρομή, η οποία δύναται να συμπληρωθεί από άλλα παρεμφερή, από απόψεως περιεχομένου, έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, δεν επάγεται ακυρότητα της επιδόσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκκαλούντος Χ1 αφού απέρριψε προηγουμένως αίτημα για αναβολή της δίκης, δέχθηκε ότι ο εκκαλών αυτός είχε κλητευθεί νομίμως για να εμφανισθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, όπως αυτό προέκυπτε "από τα από 20-6-2006 και 16-6-2006 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχ/κα ..... του ΑΤ ..... και της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....". Από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των αποδεικτικών αυτών επιδόσεως, προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι συντάκτες τους ανέγραψαν σ' αυτά, στο μεν πρώτο ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-εκκαλούντα, με θυροκόλληση κλήση για να εμφανισθεί, στις 27-9-2006 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο δε δεύτερο ότι επιδόθηκε όμοια κλήση στον αντίκλητο του ανωτέρω αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στο δεύτερο από τα αποδεικτικά αυτά το έτος εκδόσεως της εκκαλούσης αποφάσεως αναφέρεται εσφαλμένα ως 2006, αντί του ορθού 2005. Η λανθασμένη αυτή αναφορά, όμως, οφειλόμενη αναμφισβήτητα σε γραφική παραδρομή, δεν επέφερε ακυρότητα της επιδόσεως, διότι από την ορθή αναφορά του έτους αυτού εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στο συνταχθέν για την προς τον ίδιο τον ως άνω αναιρεσείοντα επιδοθείσα κλήση, πρώτο ως άνω αποδεικτικό, προκύπτει σαφώς το προσδιοριστικό της εν λόγω αποφάσεως έτος εκδόσεώς της. Περαιτέρω, από το ίδιο πρώτο ως άνω αποδεικτικό, δεν προκύπτει ασάφεια ή αμφιβολία ως προς τον τόπο όπου έγινε η οικεία επίδοση, αφού ως τέτοιος τόπος αναφέρεται σ' αυτό η Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια η οδός ...... η οποία, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, δεν μνημονεύεται στο εν λόγω αποδεικτικό ως οδός του ..... Επομένως, το δικάσαν ως εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κλήτευση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Χ1 για να εμφανισθεί ενώπιόν του στη δικάσιμο της 27-9-2006 και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της 45846/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ήταν νόμιμη, ορθώς έκρινε περί ανυπαρξίας ακυρότητας της ως άνω επιδόσεως και, περαιτέρω, απορρίπτοντας ως ανυποστήρικτη την έφεσή του, δεν υπερέβη την εξουσία του. Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου πρόσθετων λόγων του ως άνω αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, άλλως σχετική ακυρότητα, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα-εκκαλούντα επίδοση της κλήσεως και να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αντί να δεχθεί ότι ήταν άκυρη, ως εκ της ασάφειας του επιδοτηρίου ως προς τον τόπο που έγινε η επίδοση αυτή και της αναγραφής σ' αυτό εσφαλμένου χρόνου εκδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 και την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της Χ2 όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 12669/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ