Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1058 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Παραπεμπτικό βούλευμα για: α) ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, β) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και ε) χρήση πλαστού εγγράφου (κακουργηματική). Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη τεχνικής έκθεσης όπως ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και 2) απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠΔ.




Αριθμός 1058/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.3.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 736/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 402/6.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω, κατά το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ.,με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 60/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 και εκθέτω τα εξής:
Με το υπ' αριθμ. 1403/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπεται, μαζί με άλλους, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για α) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 330/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση (322/2007) αυτής και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του που αφορούν την εκκαλούσα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 31-3-2008 ημέρα Δευτέρα από τον δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Νικολόπουλο για λογαριασμό της κατηγορουμένης Χ1, δυνάμει της από 27-3-2008 εξουσιοδοτήσεως της τελευταίας, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε εγκύρως στην αναιρεσείουσα στις 20-3-2008 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Περιέχει δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) της απόλυτης ακυρότητας (άρ. 484 § 1 στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο για κακουργήματα, ενώ δικαιωματικά η τελευταία ζητά την αναίρεση και για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (άρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία.
Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1 996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών, καθώς επίσης είναι επιτρεπτή δια της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών η αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ (1138/2004, ΑΠ 501/2006 Π. Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1566/98 Π. Χρ. ΜΘ7907).
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου που θεμελιώνει κατ' άρθρο 484 § 1β Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάση. Εξάλλου, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 484 παρ. 1 περιπτ. α' Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004, Ποιν. Χρ. ΝΕ/113).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (με τη χρήση του εγγράφου από αυτόν να θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) και αν ο υπαίτιος αυτής της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της πρώτης από τις τυποποιούμενες δύο αυτοτελείς μορφές του σωρευτικά μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικά μεν η απαρχής σύνθεση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε [προέρχεται] από άλλον, με την απομίμηση της γραφής, υπογραφής ή άλλου διακριτικού στοιχείου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και είναι αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε [ΑΠ 1264/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 227 ΑΠ 1753/2003, Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 635 ΑΠ 217/2003, Ποιν Χρον ΝΓ/2003, σελ. 929 ΑΠ 184/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΒ/2002, σελ. 898]. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εφόσον ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ [ΑΠ 431/2007, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 502 ΑΠ 858/2004, Ποιν Χρον ΝΕ/2005, σελ. 322], χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή (κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου), να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η επιδιωκόμενη περιουσιακή βλάβη, αρκούντος ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της χρήσεως του πλαστού εγγράφου καταστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με τη χρήση του πλαστού εγγράφου οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Και τούτο διότι η πλαστογραφία, με οποιαδήποτε μορφή ή διαβάθμιση της, είναι έγκλημα σκοπού (σκοπούμενου αποτελέσματος) και με αυτήν προσβάλλεται, στην κακουργηματική μορφή της, το έννομο αγαθό της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών κυρίως και όχι της περιουσίας, η δε αντικειμενική της υπόσταση στη διακεκριμένη (κακουργηματική) αυτή περίπτωση διαπλάσσεται ενόψει της διακινδυνεύσεως (απειλής) της περιουσίας με τη χρήση του πλαστού, ή νοθευμένου εγγράφου και όχι της επελεύσεως αυτής [ΑΠ 1034/2007, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 693]. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, κατά την οποία με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, η χρήση του εγγράφου αυτού από τρίτο, εκτός από τον πλαστογράφο, συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα, πραγματώνεται δε αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, ενώ υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση ότι το χρησιμοποιούμενο έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο, καθώς και σκοπός παραπλανήσεως του άλλου με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες [ΑΠ 1491/2006, Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 640_ΑΠ 2132/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 597]. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 περ. β' ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.....και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000,00 ευρώ). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τον απαρτισμό της ποινικής υπόστασης του υπαλλακτικά μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της, ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της δολίως παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, αποβλέποντος να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη [θετικές ενέργειες απατηλής συμπεριφοράς] ή παρασιώπηση αληθινών [δια παραλείψεως απατηλή συμπεριφορά], εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της εντεύθεν πράξεως ή παραλείψεως ή ανοχής του εξαπατωμένου [ΑΠ 1506/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 308_ΑΠ 1470/2003, Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 419]. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με το πρόσωπο αυτού που ζημιώθηκε. Συνέπεια δε τούτου είναι ότι η συγκεκριμένη πράξη μπορεί να τελεστεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με την προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνήσιων μεν, αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενο τους, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και προέρχεται στην έκδοση αποφάσεως, η οποία επιφέρει βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Αν όμως το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και προέβη στην απόρριψη τους ή δεν εκδόθηκε απόφαση ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, τότε υφίσταται αξιόποινη απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου [ΑΠ 2078/2005, Ποιν Χρον ΝΣΤ/2006, σελ. 540 ΑΠ 760/2005, Ποιν Χρον ΝΕ/2005, σελ. 1020 ΑΠ 1348/2000, Ποιν Χρον ΝΑ/2001, σελ. 510 Α. Μπουρόπουλου, Ερμ. Ποινικού Κωδικός, Ειδικόν Μέρος,-τ.Γ',-1964, σελ. 81]. Η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εκτός των άλλων, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ [ΑΠ 1167/2006 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΖ/2007, σελ. 428_ΑΠ 1944/2003 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΔ/2004, σελ. 729]. Για την ποινική δε υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος (άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ), εκτός από την ένορκη κατάθεση, ενώπιον αρμόδιας προς τούτο αρχής, περιστατικών που είναι ψευδή με επίγνωση του ψεύδους [άμεσος δόλος], απαιτείται όπως η κατά τα άνω κατάθεση του δράστη αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή, που σχετίζονται ουσιαστικά ή δικονομικά με την υπόθεση, ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αν προήλθε ωφέλεια ή βλάβη από την ψευδή κατάθεση και αν η απόφαση που εκδόθηκε στηρίχθηκε ή όχι σ' αυτήν [ΑΠ 1582/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν Χρον ΝΓ/2003, σελ. 550_ΑΠ 1383/1992, Υπεράσπιση/1993, σελ.555 Χ. Δέδε, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος (Εγκλήματα περί την απονομήν της δικαιοσύνης), 1976, σελ. 73 επ. Ν. Ανδρουλάκη, Γενικό Μέρος, τ.
ΙΙ, 1986, σελ. 206 Λ. Μαργαρίτη, Εγκλήματα περί την απονομήν της δικαιοσύνης, 1986, σελ. 71).
Κατά το άρθρο 242 παρ.1,3 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν όμως ο υπαίτιος της πράξεως αυτής είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, που αποτελεί έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία, απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13εδ. α' και 263Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση εγγράφου, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438Κ.Πολ.Δ., γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που είναι δυνατόν να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που να αναφέρεται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή αναίρεση (απόσβεση) δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσης ή καταστάσεως, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε η επέλευση αυτών. Ψευδές είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε όμως να αναφερθεί, και δ) δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του δράστη να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή αυτής.
Για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται επιπλέον και σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000€. Κατά την αληθινή έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως σκοπός αθεμίτου οφέλους υπάρχει, όταν επιζητείται η άμεση ή έμμεση, η πρόσκαιρη ή διαρκής απόλαυση περιουσιακών ωφελημάτων με όχι νόμιμα μέσα (ΑΠ 120/1986 ΠΧ ΛΣΤ' 488, 929/1987 ΠΧ ΛΖ1 780, 408/1995 ΠΧ ΜΕ' 747, 349/1996 ΠΧ ΜΣΤ' 1690, 1650/2002 Πραξ. Λογ. 2002, 349, 610/2004ΠοινΛόγος 2004,704).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 § 1α του Π.Κ. συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, πρέπει να συντρέχουν: α) μία με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή με συμβουλή, εντολή, εκμετάλλευση πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή με υπόσχεση αμοιβής κλπ, από πρόθεση παραγωγή σε κάποιον άλλον της αποφάσεως για διάπραξη ορισμένου εγκλήματος και β) ο άλλος να διαπράξει την άδικη πράξη που αποφάσισε με τον τρόπο αυτό. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 49 § 2 και 242 § § 1,3 του Π.Κ. συνάγεται, ότι ο σκοπός του πορισμού αθέμιτου οφέλους ή της παράνομης βλάβης άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι'αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα (ΑΠ 349/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ 1690, ΑΠ 1308/1992 Π.Χρ. ΜΒ 939). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 § 2 του Π.Κ. (όπως προστ. με αρ. 14 § 1 Ν.1721/1999) η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 Π.Χρ. ΝΔ' 594). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 § 1, 386 § § 1,3β και 216 § § 1,3α του Π.Κ. προκύπτει ότι η απόπειρα απάτης απορροφάται από την πλαστογραφία μετά χρήσεως μόνο όταν τα για την απάτη παρασταθέντα ψευδή γεγονότα ως αληθινά, ταυτίζονται προς τα συγκροτούντα τη χρήση του πλαστού εγγράφου, όχι δε και όταν συντρέχουν άλλες ψευδείς παραστάσεις, μη ταυτιζόμενες προς εκείνες που συγκροτούν την πλαστογραφία με χρήση (Απ 1068/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ 191, ΑΠ 1123/1991 Π.Χρ. ΜΒ 52).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Μετά τον επισυμβάντα στις 29 Απριλίου 2002, θάνατο του Θ1, κατοίκου στη ζωή ..., διακατόχου ιδιαίτερα μεγάλης περιουσίας, η εκ των εγκαλούντων Η1 αδελφή και μοναδικό στη ζωή συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου, ζήτησε και της χορηγήθηκε από το Ληξίαρχο του Δήμου ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, ενώ έσπευσε στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και προέβη σε δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού της, ώστε αυτή να επαχθεί στη δεύτερη εκ των εγκαλούντων Η2, θυγατέρα της πρώτης και ανεψιά του Θ1, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο, η οποία προήλθε σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και συντάχθηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Η εμφάνιση όμως της εκκαλούσας, η οποία υποστήριζε ότι, εκτός της εγκαλούσας Η1, του Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, είχε καταστεί και αυτή εκ διαθήκης κληρονόμος περιουσιακών στοιχείων [όλης της λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας, απαιτήσεων, δικαιωμάτων και συναφών αξιώσεων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ] του αποβιώσαντος Θ1, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης τούτου, που δημοσιεύθηκε νομίμως, συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. 154/19-3-2003 πρακτικού συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, σηματοδότησε την απαρχή οξύτατης, μεταξύ των διαδίκων μερών, διένεξης, που εκδηλώθηκε, κατ' αρχάς με την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων και στη συνέχεια με την προσφυγή στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Συγκεκριμένα, εκτός από την εκ μέρους των εγκαλουσών καταμήνυση της εκκαλούσας και των συγκατηγορουμένων της, για διάπραξη ποινικά επιλήψιμων πράξεων, οι ίδιες (Η1 και Η2), με την από 22-5-2003 αγωγή τους και την από 15-7-2003 συμπληρωματική της πρώτης όμοια, τις οποίες απηύθυναν προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν την ακυρότητα, λόγω υποκείμενης πλαστογραφίας, της περί ης ο λόγος διαθήκης και την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αδελφού και θείου των, ενώ η κατηγορουμένη εκκαλούσα, η οποία προέβαλε ότι με τον τελευταίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις από το έτος 1978 μέχρι το θάνατο του, με την από 22-7-2003, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, αγωγή της περί κλήρου, ζήτησε την αναγνώριση του κληρονομικού, εκ διαθήκης, δικαιώματος της και την απόδοση των κληρονομιαίων ακινήτων από τη Η2. Όπως όμως κατέδειξε η έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, τόσο η εριστή διαθήκη όσο και οι δύο επιστολές (χωρίς ημερομηνία) και το δήθεν ιδιόγραφο κείμενο με την υπογραφή του αποβιώσαντος στην οπίσθια πλευρά φωτογραφίας, όπου ο Θ1 με ιδιαίτερα θερμές εκφράσεις εξωτερικεύει την αγάπη του προς την εκκαλούσα, καθώς και η από 27-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, της οποίας μάλιστα το σχετικό έντυπο δεν είχε τεθεί στην κυκλοφορία κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (βλ. την από ... πορισματική έκθεση Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης της Αστυν. Υποδ/ντριας Υ1), με την οποία ο ίδιος (Θ1) φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εκ των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση Κ1 να διαπραγματευθεί την πώληση κειμένου στην περιοχή ... οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, έγγραφα που η εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσής της στο ανωτέρω δικαστήριο, ενόψει της συζήτησης των προειρημένων αγωγών, ήταν πλαστά. Και τούτο διότι η γραφή και υπογραφή στα κρισιολογούμενα έγγραφα δεν προέρχονται και δεν έχουν χαραχθεί από τον Θ1, αλλά συνιστούν ανεπιτυχείς απομιμήσεις του γραφικού χαρακτήρα τούτου, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στις σχετικές εκθέσεις τους οι δικαστικοί γραφολόγοι Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4, τις συμπερασματικές διαπιστώσεις των οποίων δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και η έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5 οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, με βάση όμως εσφαλμένες προϋποθέσεις και στηριζόμενοι σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία, όπως η δεδομένη γι' αυτούς γνησιότητα της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης, του Ν. 1599/1986, που φέρεται ότι έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Θ1 και έχει θεωρηθεί και ψευδώς κατά τούτο βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του από τον επίσης κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή Κ2, ο οποίος υπηρετούσε με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου στο AT ... . Αναληθές όμως είναι και το περιεχόμενο της από ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφεζά, ένορκης βεβαίωσης του κατηγορουμένου Κ1 ο οποίος, παρακινούμενος επιληψίμως από την εκκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσωπική γνωριμία με τον αποβιώσαντα και την ίδια κι ότι στις 27-3-2002 συναντήθηκε με τον πρώτο (Θ1) στην οικία εκείνης (εκκαλούσας), όπου αυτός του παρέδωσε εξουσιοδότηση, που είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο σε ειδικό έντυπο του Ν. 1599/1986, με θεωρημένο νομίμως το γνήσιο της υπογραφής του και με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να προβεί στην πώληση ενός οικοπέδου του στο ..., επισημαίνοντας επιπρόσθετα ότι ο Θ1 βάδιζε κανονικά, αφού δεν αντιλήφθηκε να κρατεί βακτηρίες ή να έχει γύψινο νάρθηκα στο πόδι του κι ότι επανειλημμένα είχαν βρεθεί στο επί της ... καφενείο "..." και του είχε εκμυστηρευθεί τα αισθήματα αγάπης που έτρεφε για τη Χ1 (εκκαλούσα). Τα περιστατικά όμως αυτά ελέγχονται οπωσδήποτε ως ψευδή, καθόσον, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...πιστοποίηση του νοσηλευτηρίου "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α. Ε." και τις από ...και ... βεβαιώσεις των ιατρών Ι1 και Ι2 αντιστοίχως, ο Θ1 νοσηλευόταν και μάλιστα ήταν κλινήρης κατά το, από 23-2-2002 έως 28-3-2003, χρονικό διάστημα και ήταν αδύνατο να προέλθει στη σύνταξη και υπογραφή διαθήκης και άλλων εγγράφων ή να μετακινηθεί και πολύ περισσότερο να μεταβεί σε αστυνομικό κατάστημα για τη θεώρηση της υπογραφής του, ενώ απέχουν από την πραγματικότητα και οι αναφορές του πιο πάνω μάρτυρα και κατηγορουμένου σχετικά με τα περί γνωριμίας και των συναντήσεων του με το Θ1 και την εκκαλούσα και την ενδεχόμενη μεταξύ αυτών ερωτική σχέση. Αντιθέτως, πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1, που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της. Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για την εκκαλούσα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις των εγκαλουσών, αλλά αναδεικνύονται από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων και τα επισυναπτόμενα έγγραφα και γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η προσαγωγή και επίκληση των επιστολών, της φωτογραφίας και της υπεύθυνης δήλωσης δεν είναι δυνατόν να συναρτάται με τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, αφού τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικό υλικό κατά τη διερεύνηση της γνησιότητας της υπόψη διαθήκης και καθ' εαυτά, κατά το περιεχόμενο και τα εξωτερικά τους στοιχεία, δεν θα μπορούσαν να βλάψουν τους αντιδίκους της, είναι νομικά ανεπέρειστος, διότι στην περίπτωση της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφων δεν είναι απαραίτητη, όπως προεκτέθηκε, η άμεση διασύνδεση με αυτήν του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αρκεί το όφελος ή η βλάβη να έχουν ενταχθεί στο διαστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και να δημιουργούνται, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, οι όροι για την απειλή επέλευσης [και όχι υποχρεωτικά η επέλευση] του επιδιωκόμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους σ' αυτήν και αντίστοιχη βλάβη στις εγκαλούσες. Αλλά και η διατυπούμενη, με την έκθεση εφέσεως, άποψη της ότι δεν συγκροτείται αντικειμενικά το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, για το λόγο ότι τα όσα ενόρκως βεβαίωσε ο κατηγορούμενος Κ1 δεν αφορούν στο κύρος της διαθήκης, είναι αβάσιμη, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε, αναφορικά με τη σύνταξη και υπογραφή της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης από τον Θ1, την κατάσταση της υγείας του, τη σχέση τούτου με την εκκαλούσα, όπως και τη γνωριμία και τις συναντήσεις τους στο καφενείο "...", είχαν αναντίλεκτα σχέση με την υπόθεση κι αυτό ανεξάρτητα αν θεωρηθούν ουσιώδη ή επουσιώδη. Η ύπαρξη δε προηγούμενης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος, η οποία συνετάγη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά το έτος 1999, δεν μπορεί να αναιρέσει την κατάφαση των ανωτέρω διαπιστώσεων. Αυτές δεν ανατρέπονται ούτε από τις δικονομικές παρατυπίες που εμφιλοχώρησαν κατά το προδικαστικό στάδιο και αποτέλεσαν την αιτία ώστε να σχηματισθεί και άλλη δικογραφία σε βάρος της εκκαλούσας με την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που συνίσταται στην εκ μέρους αυτής κατάρτιση και περαιτέρω χρήση της πιο πάνω διαθήκης, πράξη αυτοτελή και διακεκριμένη του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που της αποδίδεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν υπόκειται εκκρεμοδικία και δεν ανακύπτουν στρεβλώσεις, άτοπα ή αντιφάσεις που αλλοιώνουν τα αποδεικτικά στοιχεία και παραμορφώνουν την ουσία της υπόθεσης. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή της, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτής κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, την παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε' και- 313 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για τις διωκόμενες πράξεις". Περαιτέρω συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών "Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πάνω εισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι στην από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1 σημειώνεται ότι ο πολιτικός υπάλληλος Φ1, που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., προέβη στην αναφερόμενη ενέργεια του (θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του Ζ1 επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως), έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση του ψευδούς ισχυρισμού της Χ1 ότι το υπόδειγμα υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του έτους 2002 και όχι τέλος του έτους 2002, οπότε αυτός είχε αποβιώσει (29-4-2002), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για την υπεράσπιση της. Έτσι, λοιπόν κατασκευάστηκε αυτή η υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 2-4-2002 σε υπόδειγμα που δεν κυκλοφορούσε αυτή την ημερομηνία και πιθανολογείται ότι αντικατέστησε το πραγματικό υπόδειγμα που είχε συνταχθεί την ανωτέρω ημερομηνία (2-4-2002), προκειμένου να ενισχυθεί ο ψευδής ισχυρισμός της Χ1, ότι δηλαδή το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε την 27-3-2002 ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του 2002 και κατά συνέπεια η υπογραφή αυτού είχε τεθεί ιδιοχείρως ενώπιον του Ανθ/μου Κ2 την 27-3-2002. Μάλιστα η ανωτέρω αστυνομική υπάλληλος προτείνει να διαταχθεί από το αρμόδιο όργανο αυτοτελής Ε.Δ.Ε. σε βάρος του πολιτικού υπαλλήλου Φ1 του Α.Τ. ... για την πειθαρχική διερεύνηση του αποκαλυφθέντος αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως. Τέλος, η εκκαλούσα επικαλείται ως σπουδαιότερο επιχείρημα αυτής υπέρ της γνησιότητας και όχι πλαστότητας της παραπάνω από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης την ύπαρξη της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης του ίδιου ως άνω διαθέτη Θ1 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Φούφα, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 7005/16-12-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικώς οι ρυθμίσεις της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης. Πλην όμως το επιχείρημα αυτό της εκκαλούσας αποδυναμώνεται εντελώς από το γεγονός ότι αυτή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο των ετών 2002 και 2003 αγνοούσε την ύπαρξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης, για την οποία πρώτη φορά έλαβε γνώση κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, όπως με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει η ως άνω Συμβολαιογράφος Σοφία Φούφα στην από 30-12-2005 κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή του 20ού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κατά του εκκαλουμένου (1403/2007) βουλεύματος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, με το οποίο επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ με τις παραπάνω παραδοχές αιτιολογημένα το μεν αποδέχεται τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 το δε απορρίπτει τις παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και την με αντίθετο συμπέρασμα έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5. Επίσης με αυτά που δέχθηκε, ότι δηλαδή "πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1 που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της" αιτιολογημένα στήριξε την κρίση του περί ηθικής αυτουργίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας στις ως άνω πράξεις της ψευδορκίας-μάρτυρα και ψευδούς βεβαίωσης σε βαθμό κακουργήματος.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεχόμενο την ύπαρξη των καταθέσεών της (προκ/κών και διοικητικών) πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης (όπως και του συγκατηγορουμένου της Κ2) στη δικογραφία, χωρίς όμως να τις λάβει υπόψη, παραβίασε το άρθρο 31 § 2 του Κ.Π.Δ. δεν ευσταθεί, αφού η τοιαύτη παραμονή των καταθέσεων στη δικογραφία χωρίς να αξιοποιηθούν σε βάρος της αποδεικτικώς δεν επιφέρει καμία ακυρότητα (ΑΠ 976/2004). Επομένως ο σχετικός από τα άρθρα 171 § ιδ και 484 § 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος. Τέλος, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του, ούτε αξιολόγησε μαρτυρικές καταθέσεις της αναιρεσείουσας που φέρεται ότι έδωσε ανωμοτί ενώπιον της 30ης Πταισματοδίκη Αθηνών και κατά το στάδιο ένορκης διοικητικής εξέτασης (στις 3-9-2006 και 12-10-2006) δεδομένου ότι πουθενά δεν γίνεται μνεία των καταθέσεων αυτών και πολύ περισσότερο για επιβαρυντικά στοιχεία που ενδεχομένως προέκυπταν από αυτές (καταθέσεις) σε βάρος της αναιρεσείουσας. Το ότι δε το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και την από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής έκθεσης εξέτασης (που συντάχθηκε από την Αστυνομική υποδιευθύντρια Υ1), αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκαν στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 31 § 2 εδ. β', 105 εδ. β' του Κ.Π.Δ., ούτε ότι ελήφθη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών άκυρο προανακριτικό υλικό, όπως περί του αντιθέτου αιτιάται η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο σχετικός από τα άρθρα 171 § ιδ και 484 § 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 60/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 9 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με τον Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1698/1950, ως το άρθρο αυτό αντικατασταθέν ισχύει, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία η οποία προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνον εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ή στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/1955 το ποσό των 50.000.000 δραχμών, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Το αμέσως ανωτέρω είναι πλέον έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία του Ν.1608/1950 σε βάρος του Δημοσίου, όπου ο νόμος αρκείται στην απειλή και μόνο ζημίας ανωτέρας των 50 εκατ. δραχμών. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο. όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 97 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια απ' αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που μνημονεύει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Μετά τον επισυμβάντα στις 29 Απριλίου 2002, θάνατο του Θ1 κατοίκου στη ζωή ... διακατόχου ιδιαίτερα μεγάλης περιουσίας, η εκ των εγκαλούντων Η1 αδελφή και μοναδικό στη ζωή συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου, ζήτησε και της χορηγήθηκε από τον Ληξίαρχο του Δήμου Αθηναίων πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, ενώ έσπευσε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και προέβη σε δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού της, ώστε αυτή να επαχθεί στην δεύτερη εκ των εγκαλούντων Η2, θυγατέρα της πρώτης και ανεψιά του Θ1, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο, η οποία προσήλθε σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και συντάχθηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Η εμφάνιση όμως της εκκαλούσας, η οποία υποστήριζε ότι, εκτός της εγκαλούσας Η1, του Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, είχε καταστεί και αυτή εκ ? διαθήκης κληρονόμος περιουσιακών στοιχείων [όλης της λοιπής κινητής και ακίνητης περιουσίας, απαιτήσεων, δικαιωμάτων και συναφών αξιώσεων, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ] του αποβιώσαντος Θ1, δυνάμει της από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης τούτου, που δημοσιεύθηκε νομίμως, συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. 154/19-3-2003 πρακτικού συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, σηματοδότησε την απαρχή οξύτατης, μεταξύ των διαδίκων μερών, διένεξης, που εκδηλώθηκε, κατ' αρχάς με την ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων και στη συνέχεια με την προσφυγή στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Συγκεκριμένα, εκτός από την εκ μέρους των εγκαλουσών καταμήνυση της εκκαλούσας και των συγκατηγορουμένων της, για διάπραξη ποινικά επιλήψιμων πράξεων, οι ίδιες (Η1ύ και Η2), με την από 22-5-2003 αγωγή τους και την από 15-7-2003 συμπληρωματική της πρώτης όμοια, τις οποίες απηύθυναν προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν την ακυρότητα, λόγω υποκείμενης πλαστογραφίας, της περί ης ο λόγος διαθήκης και την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αδελφού και θείου των, ενώ η κατηγορουμένη εκκαλούσα, η οποία προέβαλε ότι με τον τελευταίο διατηρούσε ερωτικές σχέσεις από το έτος 1978 μέχρι το θάνατο του, με την από 22-7-2003, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, αγωγή της περί κλήρου, ζήτησε την αναγνώριση του κληρονομικού, εκ διαθήκης, δικαιώματος της και την απόδοση των κληρονομιαίων ακινήτων από τη Η2. Όπως όμως κατέδειξε η έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, τόσο η εριστή διαθήκη όσο και οι δύο επιστολές (χωρίς ημερομηνία) και το δήθεν ιδιόγραφο κείμενο με την υπογραφή του αποβιώσαντος στην οπίσθια πλευρά φωτογραφίας, όπου ο Θ1 με ιδιαίτερα θερμές εκφράσεις εξωτερικεύει την αγάπη του προς την εκκαλούσα, καθώς και η από 27-3-2002 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, της οποίας μάλιστα το σχετικό έντυπο δεν είχε τεθεί στην κυκλοφορία κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (βλ. την από 8-3-2006 πορισματική έκθεση Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης της Αστυν. Υποδ/ντριας Υ1) με την οποία ο ίδιος (Θ1) φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εκ των κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση Κ1 να διαπραγματευθεί την πώληση κειμένου στην περιοχή... οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, έγγραφα που η εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσής της στο ανωτέρω δικαστήριο, ενόψει της συζήτησης των προειρημένων αγωγών, ήταν πλαστά. Και τούτο διότι η γραφή και υπογραφή στα κρισιολογούμενα έγγραφα δεν προέρχονται και δεν έχουν χαραχθεί από τον Θ1, αλλά συνιστούν ανεπιτυχείς απομιμήσεις του γραφικού χαρακτήρα τούτου, όπως κατηγορηματικά αποφαίνονται στις σχετικές εκθέσεις τους οι δικαστικοί γραφολόγοι Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4, τις συμπερασματικές διαπιστώσεις των οποίων δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου Τ1 και η έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5, οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, με βάση όμως εσφαλμένες προϋποθέσεις και στηριζόμενοι σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία, όπως η δεδομένη γι' αυτούς γνησιότητα της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης, του Ν. 1599/1986, που φέρεται ότι έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον Θ1 και έχει θεωρηθεί και ψευδώς κατά τούτο βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του από τον επίσης κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή Κ2, ο οποίος υπηρετούσε με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου στο AT ... . Αναληθές όμως είναι και το περιεχόμενο της από ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφεζά, ένορκης βεβαίωσης του κατηγορουμένου Κ1 , ο οποίος, παρακινούμενος επιληψίμως από την εκκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσωπική γνωριμία με τον αποβιώσαντα και την ίδια κι ότι στις 27-3-2002 συναντήθηκε με τον πρώτο (Θ1) στην οικία εκείνης (εκκαλούσας), όπου αυτός του παρέδωσε εξουσιοδότηση, που είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο σε ειδικό έντυπο του Ν. 1599/1986, με θεωρημένο νομίμως το γνήσιο της υπογραφής του και με την οποία τον εξουσιοδοτούσε να προβεί στην πώληση ενός οικοπέδου του στο ..., επισημαίνοντας επιπρόσθετα ότι ο Θ1 βάδιζε κανονικά, αφού δεν αντιλήφθηκε να κρατεί βακτηρίες ή να έχει γύψινο νάρθηκα στο πόδι του κι ότι επανειλημμένα είχαν βρεθεί στο επί της ... καφενείο "..." και του είχε εκμυστηρευθεί τα αισθήματα αγάπης που έτρεφε για τη Χ1 (εκκαλούσα). Τα περιστατικά όμως αυτά ελέγχονται οπωσδήποτε ως ψευδή, καθόσον, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... πιστοποίηση του νοσηλευτηρίου "ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α. Ε." και τις από ...και ... βεβαιώσεις των ιατρών Ι1 και Ι2 αντιστοίχως, ο Θ1 νοσηλευόταν και μάλιστα ήταν κλινήρης κατά το, από 23-2-2002 έως 28-3-2003, χρονικό διάστημα και ήταν αδύνατο να προέλθει στη σύνταξη και υπογραφή διαθήκης και άλλων εγγράφων ή να μετακινηθεί και πολύ περισσότερο να μεταβεί σε αστυνομικό κατάστημα για τη θεώρηση της υπογραφής του, ενώ απέχουν από την πραγματικότητα και οι αναφορές του πιο πάνω μάρτυρα και κατηγορουμένου σχετικά με τα περί γνωριμίας και των συναντήσεων του με το Θ1 και την εκκαλούσα και την ενδεχόμενη μεταξύ αυτών ερωτική σχέση. Αντιθέτως, πρόδηλη παρίσταται η δόλια προαίρεση της εκκαλούσας, η οποία, στην προσπάθεια της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό δικαίωμα της, παρώθησε, έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1, που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεων της και την τελεσφόρηση των έκνομων επιδιώξεων της. Τα προδιαγραφόμενα επιβαρυντικά για την εκκαλούσα στοιχεία δεν εκπορεύονται αποκλειστικά και μόνο από τις εγκλητήριες αιτιάσεις των εγκαλουσών, αλλά αναδεικνύονται από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων και τα επισυναπτόμενα έγγραφα και γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η προσαγωγή και επίκληση των επιστολών, της φωτογραφίας και της υπεύθυνης δήλωσης δεν είναι δυνατόν να συναρτάται με τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, αφού τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικό υλικό κατά τη διερεύνηση της γνησιότητας της υπόψη διαθήκης και καθ' εαυτά, κατά το περιεχόμενο και τα εξωτερικά τους στοιχεία, δεν θα μπορούσαν να βλάψουν τους αντιδίκους της, είναι νομικά ανεπέρειστος, διότι στην περίπτωση της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφων δεν είναι απαραίτητη, όπως προεκτέθηκε, η άμεση διασύνδεση με αυτήν του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αρκεί το όφελος ή η βλάβη να έχουν ενταχθεί στο διαστρωμένο παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και να δημιουργούνται, με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, οι όροι για την απειλή επέλευσης [και όχι υποχρεωτικά η επέλευση] του επιδιωκόμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους σ' αυτήν και αντίστοιχη βλάβη στις εγκαλούσες. Αλλά και η διατυπούμενη, με την έκθεση εφέσεως, άποψη της ότι δεν συγκροτείται αντικειμενικά το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, για το λόγο ότι τα όσα ενόρκως βεβαίωσε ο κατηγορούμενος Κ1 δεν αφορούν στο κύρος της διαθήκης, είναι αβάσιμη, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε, αναφορικά με τη σύνταξη και υπογραφή της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης από τον Θ1, την κατάσταση της υγείας του, τη σχέση τούτου με την εκκαλούσα, όπως και τη γνωριμία και τις συναντήσεις τους στο καφενείο "...", είχαν αναντίλεκτα σχέση με την υπόθεση κι αυτό ανεξάρτητα αν θεωρηθούν ουσιώδη ή επουσιώδη. Η ύπαρξη δε προηγούμενης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος, η οποία συνετάγη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά το έτος 1999, δεν μπορεί να αναιρέσει την κατάφαση των ανωτέρω διαπιστώσεων. Αυτές δεν ανατρέπονται ούτε από τις δικονομικές παρατυπίες που εμφιλοχώρησαν κατά το προδικαστικό στάδιο και αποτέλεσαν την αιτία ώστε να σχηματισθεί και άλλη δικογραφία σε βάρος της εκκαλούσας με την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που συνίσταται στην εκ μέρους αυτής κατάρτιση και περαιτέρω χρήση της πιο πάνω διαθήκης, πράξη αυτοτελή και διακεκριμένη του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που της αποδίδεται στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν υπόκειται εκκρεμοδικία και δεν ανακύπτουν στρεβλώσεις, άτοπα ή αντιφάσεις που αλλοιώνουν τα αποδεικτικά στοιχεία και παραμορφώνουν την ουσία της υπόθεσης. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής της εκκαλούσας κατηγορουμένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή της, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτής κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, την παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ε' και- 313 ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για τις διωκόμενες πράξεις". Περαιτέρω συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών "Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην πάνω εισαγγελική πρόταση πρέπει να τονιστεί ότι στην από 8-3-2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1, σημειώνεται ότι ο πολιτικός υπάλληλος Φ1, που υπηρετεί στο Α.Τ. ..., προέβη στην αναφερόμενη ενέργεια του (θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του Ζ1 επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως), έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση του ψευδούς ισχυρισμού της Χ1 ότι το υπόδειγμα υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του έτους 2002 και όχι τέλος του έτους 2002, οπότε αυτός είχε αποβιώσει (29-4-2002), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για την υπεράσπιση της. Έτσι, λοιπόν κατασκευάστηκε αυτή η υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 2-4-2002 σε υπόδειγμα που δεν κυκλοφορούσε αυτή την ημερομηνία και πιθανολογείται ότι αντικατέστησε το πραγματικό υπόδειγμα που είχε συνταχθεί την ανωτέρω ημερομηνία (2-4-2002), προκειμένου να ενισχυθεί ο ψευδής ισχυρισμός της Χ1, ότι δηλαδή το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης που χρησιμοποίησε την 27-3-2002 ο Θ1 κυκλοφορούσε πράγματι από τις αρχές του 2002 και κατά συνέπεια η υπογραφή αυτού είχε τεθεί ιδιοχείρως ενώπιον του Ανθ/μου Κ2 την 27-3-2002. Μάλιστα η ανωτέρω αστυνομική υπάλληλος προτείνει να διαταχθεί από το αρμόδιο όργανο αυτοτελής Ε.Δ.Ε. σε βάρος του πολιτικού υπαλλήλου Φ1 του Α.Τ. ... για την πειθαρχική διερεύνηση του αποκαλυφθέντος αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως. Τέλος, η εκκαλούσα επικαλείται ως σπουδαιότερο επιχείρημα αυτής υπέρ της γνησιότητας και όχι πλαστότητας της παραπάνω από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης την ύπαρξη της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης του ίδιου ως άνω διαθέτη Θ1 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Φούφα, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 7005/16-12-2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικώς οι ρυθμίσεις της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης. Πλην όμως το επιχείρημα αυτό της εκκαλούσας αποδυναμώνεται εντελώς από το γεγονός ότι αυτή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο των ετών 2002 και 2003 αγνοούσε την ύπαρξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης, για την οποία πρώτη φορά έλαβε γνώση κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, όπως με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα αναφέρει η ως άνω Συμβολαιογράφος Σοφία Φούφα στην από 30-12-2005 κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή του 20ού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά του εκκαλουμένου (1403/2007) βουλεύματος, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, δ) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, της οποίας το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και ε) της χρήσης πλαστού εγγράφου με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σε ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, είναι επαρκής για την πληρότητα της αιτιολογίας η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα στην προσπάθειά της να αναγνωρισθεί το απορρέον από τη συγκεκριμένη διαθήκη κληρονομικό της δικαίωμα, παρώθησε έναντι αδιακρίβωτων υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων τους συγκατηγορουμένους της Κ2 και Κ1 στην τέλεση αξιόποινων κατά τον ποινικό νόμο πράξεων και ειδικότερα, τον μεν πρώτο στην εκ μέρους του ψευδή βεβαίωση της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του Θ1 που δήθεν είχε τεθεί απ' αυτόν στην οικεία θέση της από 27-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, τον δε δεύτερο στην κατάθεση αναληθών περιστατικών, με επίγνωση του ψεύδους, με σκοπό τα στοιχεία αυτά να αξιοποιηθούν απ' αυτήν (εκκαλούσα), κατά την ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου διαδικασία, για την προσφορότερη υποστήριξη των απόψεών της και την τελεσφόρηση των εκνόμων επιδιώξεών της, αφού μ' αυτήν προσδιορίζεται τόσο ο τρόπος της πρόκλησης απ' αυτήν στους ως άνω αυτουργούς των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς βεβαιώσεως, της απόφασης να διαπράξουν αυτές, συνιστάμενοι σε αδιακρίβωτες υποσχέσεις και ανταλλάγματα", όσο και η δολία προαίρεση αυτής. Β) Όσον αφορά την κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, να προκύπτει άμεση διασύνδεση της χρήσεως των αναφερομένων σ' αυτό πλαστών εγγράφων και του επιδιωκομένου περιουσιακού οφέλους ή της επιδιωκόμενης περιουσιακής βλάβης, αλλά αρκούσε η αναφορά ότι η χρήση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων εξυπηρετούσε τη σύγκριση και αντιπαραβολή τους με την ιδιόγραφη διαθήκη, ώστε να διαγνωσθεί η γνησιότητα της τελευταίας και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της εκκαλούσας, το οποίο επάγεται αναπόδραστα και πορισμό περιουσιακού οφέλους αυτής και αντίστοιχη βλάβη στις εκκαλούσες. Γ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε και συναξιολόγησε και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Τ1, ως και την έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Γ5, με την μνεία στην αρχή του σκεπτικού μεταξύ των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και των εγγράφων, στην οποία περιλαμβάνονται και οι παραπάνω εκθέσεις, αλλά και με την στο κείμενο του σκεπτικού ιδιαίτερη σκέψη ότι "οι παρατηρήσεις των ανωτέρω γραφολόγων, οι οποίοι καταλήγουν στην άποψη περί της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης, στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και σε κάθε άλλο παρά αδιαμφισβήτητης ορθότητας και συνακόλουθα ανάλογης αποδεικτικής εκτίμησης και συγκριτικής αξιολόγησης στοιχεία". Επομένως, οι από το άρθρο 784 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 1 και 2 και 105 του ΚΠΔ, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, η παραμονή στην δικογραφία της ληφθείσας, κατά την προκαταρκτική εξέταση, έγγραφης κατάθεσης του κατηγορουμένου, χωρίς να αξιοποιηθεί σε βάρος του αποδεικτικώς, δεν επιφέρει καμία ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΚΠΔ δεν απαγγέλλει κάτι τέτοιο και απλώς ορίζει, ότι δεν μπορεί ν' αποτελέσει αξιοποιήσιμο μέρος της δικογραφίας, παραμένοντας στο αρχείο της εισαγγελίας, η ανωτέρω έγγραφη εξέταση. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η μαρτυρική κατάθεση της αναιρεσείουσας στην διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση βρισκόταν στην δικογραφία, είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος, ενώ κατ' εκτίμηση του δικογράφου ίδιος λόγος αναιρέσεως (για απόλυτη ακυρότητα), με την αιτίαση ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης ενώπιον τους 30ης Πταισματοδίκου Αθηνών, δοθείσες από 3.9.2006 και 12.10.2006 διοικητικές καταθέσεις, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού δεν γίνεται μνεία των καταθέσεων αυτών σε κανένα σημείο του βουλεύματος, αλλ' ούτε και εμμέσως από το περιεχόμενο αυτού συνάγεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του αυτές, πολύ δε περισσότερο ότι έλαβε υπόψη του τυχόν υπάρχοντα επιβαρυντικά για την αναιρεσείουσα στοιχεία.
Τέλος, το ότι αναφέρεται στο σκεπτικό ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και την από 8.3.2006 έκθεση πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης, η οποία συντάχθηκε από την Αστυνομική Υποδιευθυντή Υ1 δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 εδ. β' του ΚΠΔ, καθόσον η παραπάνω έκθεση πορίσματος δεν συνιστά κατάθεση μάρτυρος που δόθηκε πριν ο εξετασθείς λάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, σε κάθε δε περίπτωση οι τυχόν ευρισκόμενες στον φάκελλο μαρτυρικές καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο, ενόψει της επισήμανσης της έκθεσης αυτής ότι "στα υποβαλλόμενα έγγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται αυτά της προανακριτικής δικογραφίας", και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α αντίθετος λόγος της αναίρεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του 330/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή