Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2370 / 2007    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολή υπόθεσης.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη η απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο και έχει σχέση με την ποινική δίκη. Στοιχεία εγκλήματος μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος με την προσβαλλόμενη απόφαση για το ως άνω έγκλημα




Αριθμός 2370/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουάριου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα, περί αναιρέσεως της 20052/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/06.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Ετσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΠοινΔ, μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, επί ζητήματος που εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο και ανήκεις την αρμοδιότητά του, έχει δε σχέση με την ποινική δίκη, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτώς, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 20052/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του αν. ν. 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή, για μη καταβολή εργοδοτικών και παρακράτηση (υπεξαίρεση) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, πως δε προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ζήτησε "την αναβολή της υπόθεσης μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή". Το αίτημά του όμως αυτό που απορρίφθηκε από το δικαστήριο, το οποίο και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, έτσι όπως υποβλήθηκε, χωρίς δηλαδή, εκτίθεται σε τι αφορά η αγωγή, ποιο είναι το περιεχόμενο και το αίτημα αυτής και ποια η επιρροή της στην ποινική δίκη, ήταν εντελώς αόριστο και απαράδεκτο και το δικαστήριο δεν υποχρεούνταν να διαλάβει στην απόφασή του, ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Β' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν.ν. 86/1967, τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δε τις καταβάλλεις τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό αποδόσεώς τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του αν.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, επί των παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών υποχρεούται να παρακρατεί τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία..... Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση των ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζομένους σε αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, δηλαδή, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματος με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). 'Οσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτός αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη την 1-12-99 έως τις 2-1-2001, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία Χ1....... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 10/99 έως 11/00 στο έργο του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο 'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 5.903,83 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 438/04 ΠΕΕ. Ειδικότερα δε α) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 1.967,94 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στο οικοδομοτεχνικό έργο του (εργατικές) ποσού 3.935,89 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μη καταβολής εργοδοτικών και παρακράτηση (υπεξαίρεση) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, της αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του αν.ν. 86/1967 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της αποφάσεως: 1) αναφέρεται το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, ο εργοδότης που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγων παραγραφής καθώς και ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ), στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη από την οποία (ιδιότητα ως εργοδότη) απορρέει και η υποχρέωσή του για την καταβολή των εισφορών 2) προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωρισθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική αξιολόγηση ή συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το παραπάνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως .... είναι αβάσιμη, αφού από την αναφορά στην αιτιολογία της απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο", καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα υπερασπίσεως. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 'Ολες οι λοιπές στην αίτηση αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει, αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20052/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ