Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1004 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Οργάνωση εγκληματική, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως και δικογράφων προσθέτων λόγων. Καταδικαστική απόφαση για απάτη κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και για ένωση για διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 187 § 3 ΠΚ). Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια "κατ' επάγγελμα", "κατά συνήθεια" και "από κοινού". Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Απόρριψη λόγων από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας και παραβίαση δικαιώματος ακροάσεως ως προς την απόρριψη αιτήματος για αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ ως απαραδέκτου για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί το αίτημα είχε υποβληθεί από συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά την, μετά από διακοπή, συνεδρίαση, παραιτήθηκε από την έφεση. Ορθά το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε σε αίτημα αναβολής, το οποίο υποβλήθηκε εντελώς αόριστα. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψης υπόψη μη αναγνωσθέντων εγγράφων (τα οποία, όμως, αναφέρονταν διηγηματικά και το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναγνώσθηκαν) και ορισμένων εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 στοιχ. Δ΄ ΠΚ, ο οποίος, όμως, είχε προβληθεί εντελώς αόριστα. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1004/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφάλα, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αρβανίτη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Γιώτσα και Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 28 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων, β) στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως και γ)στην από 24 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 22 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1412/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ2, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση για τους Χ1 και Χ3 και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσής τους μετά των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 22.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7455/2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28.12.2009/19.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) η από 25.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7453/2009 αίτηση του Χ2 και 3) η από 24.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7444/2009 αίτηση του Χ3 μετά των από 19/22.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέ-σεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα α-νωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 6.5.2009, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του (αρχικού) συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων Χ4, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε αναβολή, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, γιατί αφενός ο εντολέας του δεν είχε μεταχθεί από τις Φυλακές ..., όπου κρατείτο, λόγω απεργίας των σωφρονιστικών υπαλλήλων, και αφετέρου ο ίδιος (ο συνήγορος) δεν είχε λάβει γνώση της δικογραφίας. Ο Εισαγγελέας πρότεινε τη διακοπή για τη δικάσιμο της 12.5.2009, κατά την οποία το Δικαστήριο προτίθετο να διακόψει για την εκδίκαση των λοιπών υποθέσεων του πινακίου. Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3, Δημήτριος Γιώτσας δήλωσε ότι στις 12.5.2009 έπρεπε να παρασταθεί σε άλλο δικαστήριο στα Χανιά και ζήτησε και αυτός την αναβολή της δίκης.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε πάλι το λόγο, πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου Χ4 και τη διακοπή για τις 12.5.2009. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία ότι: "... δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα η επικαλούμενη μη μεταγωγή του πρώτου κατηγορουμένου Χ4 από τις φυλακές ..., όπου κρατείται, μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή της δίκης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ήδη η συζήτηση της υποθέσεως έχει αναβληθεί πέντε φορές για σημαντικά αίτια ...". Ακολούθως, διέκοψε για τη δικάσιμο της 12.5.2009, οπότε ο ως άνω κατηγορούμενος (Χ4) παραιτήθηκε από την έφεση και η δίκη προχώρησε κανονικά ως προς τους λοιπούς. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ1, με τον πρώτο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β και Δ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 504 § 4 ΚΠοινΔ, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής του ως άνω συγκατηγορουμένου του, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γιατί, με την απόρριψή του, παραβιάσθηκε η αρχή της ακροάσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί αφορά αίτημα που υπεβλήθη όχι από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αλλά από συγκατηγορούμενο του, ο οποίος, κατά την μετά τη διακοπή δικάσιμο, παραιτήθηκε από την έφεση και, επομένως, έπαυσε να είναι διάδικος. Περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο δεν απήντησε στο αίτημα που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3 για αναβολή της δίκης λόγω κωλύματός του κατά τη δικάσιμο της 12.5.2009. Όμως, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, γιατί το αίτημα, όπως είχε υποβληθεί, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν προσδιοριζόταν σε ποιο δικαστήριο των Χανίων θα παρίστατο ο αιτών δικηγόρος και για ποια υπόθεση, ώστε να κριθεί αν δικαιολογείτο και άλλη (έκτη) αναβολή της δίκης ή διακοπή σε άλλη δικάσιμο. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεώς του, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το ως άνω αίτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού, στη δικάσιμο της 12.5.2009, ο ειρημένος πληρεξούσιος δικηγόρος προσήλθε και εκπροσώπησε τον εντολέα του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή, όμως, της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δεν συντρέχει, λοιπόν, κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187§3 ΠΚ, συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζόμενου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1333, 1363/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κακουργηματικής απάτης (τους από αυτούς Χ1 και Χ3 κατ' εξακολούθηση) από κοινού και ένωσης για διάπραξη κακουργήματος (συμμορία), πράξεις που ο από αυτούς Χ2 τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 3 μηνών, ανασταλείσα, τον Χ2 και καθείρξεως 6 ετών και 6 μηνών τον Χ1 και 6 ετών τον Χ3. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 στην ... οι εδώ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι Χ2, Χ1 και Χ3, καθώς και ο αρχικά συγκατηγορούμενός τους Χ5, ως προς τον οποίο έχει χωρισθεί η δίκη, αποσκοπώντας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, συγκρότησαν και εντάχθηκαν σε ένωση για τη διάπραξη του κακουργήματος της απάτης σε βάρος επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδιωτών. Για την επίτευξη του σκοπού τους αυτού εμφανίζονταν ότι ενεργούσαν για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", η οποία προηγουμένως είχε την επωνυμία "ΜΑΚΙΝΑ Α.Ε." και της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Χ5, στελέχη δε αυτής ήταν οι εδώ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, ενώ ως μέλη εμφανίζονταν αναληθώς από τους κατηγορουμένους οι ... και ... . Για την επίτευξη του σκοπού τους αυτού διατηρούσαν πολυτελή γραφεία στην έδρα της πιο πάνω εταιρείας, στην οδό ... αριθ. 5, στην ... και στην οδό ... αριθ. 55-59, στην ..., καθώς και υποκατάστημα - αποθήκη στο δεύτερο χιλιόμετρο της οδού ...-..., όπου στη συνέχεια απέκρυπταν τα κινητά πράγματα που προέρχονταν από τις παράνομες δραστηριότητές τους. Κατά τις συναλλαγές τους χρησιμοποιούσαν πολυτελή αυτοκίνητα για τη μετακίνησή τους. Με τις μεθόδους αυτές αποκτούσαν την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους και έτσι τους έπειθαν ευκολότερα ότι ήταν σοβαροί και οικονομικά εύρωστοι επιχειρηματίες που διατηρούσαν ανώνυμη εταιρεία με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δραστηριότητα και φερεγγυότητα. Ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ενεργώντας από κοινού με τον Χ5 και τον επίσης αρχικά κατηγορούμενο Χ6, ως προς τον οποίο επίσης έχει χωριστεί η δίκη, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, στις 16-10-2001 στην ... εμφανίστηκε στην Ψ και της συστήθηκε ως Χ5, ανιψιός του Χ5, μαζί με τον τελευταίο και το Χ6, αφού δε την διαβεβαίωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της στη Γενική Τράπεζα, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ένα αυτοκίνητο με στοιχεία κυκλοφορίας ..., μάρκας LAND ROVER, αντί του ποσού των 6.300.000 δραχμών. Έτσι την έπεισε να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην πιο πάνω εταιρεία και να του παραδώσει αμέσως το προαναφερθέν αυτοκίνητο, να δεχθεί δε προς εξόφλησή του μία τραπεζική επιταγή εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." με τον αριθμό ..., ποσού 18.500 ευρώ, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στην προαναφερθείσα Τράπεζα, με αποτέλεσμα η ανωτέρω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του δευτέρου κατηγορουμένου η Ψ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 6.300.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία του πωληθέντος και παραδοθέντος αυτοκινήτου, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Την πιο πάνω πράξη της απάτης ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτώμενων κινητών, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικο όνομα) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 ενεργώντας από κοινού με τον Χ5, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος: α) Στα τέλη του έτους 2001 στην ... εμφανίστηκε στον ..., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." και αφού τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας μάρμαρα αξίας 8.000.000 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία μάρμαρα αξίας 8.000.000 δραχμών και να του παραδώσει κατά τη σύναψη της συμφωνίας μάρμαρα αξίας 2.000.000 δραχμών, να δεχθεί δε προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή ποσού 12.813 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.". Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν είχε καμία δραστηριότητα, δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου η εταιρεία "ΠΑΥΛΙΔΗΣ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 2.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων μαρμάρων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. β) Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 εμφανίστηκε στον ..., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ Α.Ε." μαζί με τον αρχικά κατηγορούμενο Χ5 και αφού την διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας έπιπλα αξίας 7.342.057 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία και να του παραδώσει έπιπλα αξίας 7.342.057 δραχμών και να δεχθεί προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 7.783 ευρώ και μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ... ποσού 3.900.000 δραχμών. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές να μην πληρωθούν και να σφραγισθούν, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου η εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 7.342.057 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. γ) Στις 5-12-2001, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW, εμφανίστηκε στον ΒΒ που διατηρούσε κατάστημα εμπορίας γεωργικών ελκυστήρων στο ... και του συστήθηκε ως Χ5, αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας-ένα γεωργικό ελκυστήρα και μία φρέζα αξίας 1.433.700 δραχμών. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει στην ανωτέρω εταιρεία και να του παραδώσει τα πιο πάνω μηχανήματα αξίας 1.433.700 δραχμών, να δεχθεί δε προς εξόφλησή τους μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 4.550.000 δραχμών, κομίστρια της οποίας ήταν η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.". Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τρίτου κατηγορουμένου ο ΒΒ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.433.700 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων μηχανημάτων, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Τέλος ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ3, ενεργώντας από κοινού με τον Χ5, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εκπροσωπούμενη από τον Χ5 εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος: α) Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 εμφανίστηκε στον επιχειρηματία ΑΑ και του συστήθηκε ως Χ5, επιχειρηματίας, αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας 40 κλιματιστικά μηχανήματα αντί τιμήματος 14.000.000 δραχμών για να τοποθετηθούν στο ξενοδοχείο "..." στην ... . Έτσι έπεισε τον ΑΑ να παραγγείλει τα παραπάνω κλιματιστικά μηχανήματα στον πωλητή ΓΓ και να εγγυηθεί στον τελευταίο την εξόφληση του τιμήματος τους δίνοντάς του δικές του επιταγές, στη συνέχεια δε να τα πωλήσει και να τα παραδώσει στην πιο πάνω εταιρεία και να δεχθεί προς εξόφλησή του τέσσερις τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", ήτοι μία με τον αριθμό Χ5, ποσού 9.100 ευρώ, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα, μία με τον αριθμό Χ5, ποσού 4.000.000 δραχμών, πληρωτέα στη Γενική Τράπεζα, μία με τον αριθμό ..., ποσού 15.847 ευρώ, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα και μία με τον αριθμό ..., ποσού 6.747 ευρώ, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και ειδικότερα η πιο πάνω εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε δραστηριότητα, δεν ήταν φερέγγυα, δεν είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, δεν είχε αναλάβει οποιοδήποτε έργο στο ξενοδοχείο "Ξ..." της ... ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής στις προαναφερθείσες Τράπεζες, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές να μην πληρωθούν και να σφραγισθούν, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τετάρτου κατηγορουμένου ο ΑΑ υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 14.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αξία του πωληθέντων και παραδοθέντων κλιματιστικών μηχανημάτων, το οποίο αυτός κατέβαλε στον ΓΓ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων, β) Στα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2001 εμφανίστηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΗΛΙΟΦΙΛ Α.Ε." και του συστήθηκε ως ΓΓ, εκπρόσωπος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", αφού δε τον διαβεβαίωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία είναι φερέγγυα και έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ότι υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, ζήτησε να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ένα αυτοκίνητο με στοιχεία κυκλοφορίας ..., μάρκας MERCEDES. Έτσι τον έπεισε να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία το πιο πάνω αυτοκίνητο, να δεχθεί δε προς εξόφληση μέρους του τιμήματός του μία τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 15.261 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε.", ενώ για το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος συνήφθη με το νόμιμο αντιπρόσωπο της εταιρείας "Ελληνικός Όμιλος Χρηματοδοτήσεων και Μισθώσεων Α.Ε." σύμβαση πωλήσεως για αγορά οχήματος με παρακράτηση κυριότητας. Οι διαβεβαιώσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς, αφού η πιο πάνω εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια ούτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτής, με αποτέλεσμα η πιο πάνω τραπεζική επιταγή να μην πληρωθεί και να σφραγισθεί, ο ίδιος δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ως στέλεχος της εταιρείας γνώριζε την οικονομική της κατάσταση. Συνεπεία δε των πιο πάνω ψευδών διαβεβαιώσεων του τετάρτου κατηγορουμένου η εταιρεία "ΗΛΙΟΦΙΛ Α.Ε." υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 15.261 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μέρος του τιμήματος του πωληθέντος αυτοκινήτου που έπρεπε να της καταβληθεί, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Τ.Ε." και των ανωτέρω κατηγορουμένων. Όλες τις πιο πάνω επί μέρους πράξεις απάτης, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, προϋπόθεση που συντρέχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (...) αλλά και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτωμένων κινητών πραγμάτων, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικα ονόματα) προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Επί πλέον οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πιο πάνω πράξεις της απάτης και κατά συνήθεια διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Και ναι μεν ήδη οι παθόντες, με τις καταθέσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ή με έγγραφες σχετικές δηλώσεις τους οι οποίες ανεγνώσθησαν, αναιρώντας τα όσα υποστήριξαν με τις μηνύσεις τους και κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίζονται τώρα ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι δεν είχαν δόλο και ότι ήσαν απλοί εργαζόμενοι τους οποίους παραπλάνησε ο εργοδότης τους Χ5. Όμως οι ανωτέρω καταθέσεις και δηλώσεις δεν κρίνονται πειστικές διότι δεν φαίνονται ανεπηρέαστες από το γεγονός ότι οι δηλούντες ήδη αποζημιώθηκαν από τους ανωτέρω κατηγορουμένους. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι οι τελευταίοι κατά τις συναλλαγές τους με τους περισσότερους από τους παθόντες χρησιμοποιούσαν ψεύτικα ονόματα μόνο έλλειψη δόλου δεν καταδεικνύει. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει οι ανωτέρω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς αξιόποινων πράξεων, ήτοι ο δεύτερος (Χ2) της απάτης κατ' επάγγελμα, από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οι τρίτος και τέταρτος (Χ1 και Χ3 αντίστοιχα) της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), όλοι δε της ενώσεως για διάπραξη κακουργήματος, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της ενώσεως προς διάπραξη κακουργήματος, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 45, 94§1, 98, 187§3 και 386§§1 και 3 εδ. α ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: 1) Ως προς την απάτη: Παρατίθεται στην απόφαση α)ο σκοπός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτών παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, η εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ", στην οποία είχαν την ιδιότητα του στελέχους, είχε φερεγγυότητα και οικονομική επιφάνεια και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς της, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκαν οι άνω παθόντες και προέβησαν στην επιζήμια για τους ίδιους συμπεριφορά, ήτοι στην παράδοση των εμπορευμάτων που προαναφέρθηκαν και στη ζημία τους κατά την ειρημένη αξία αυτών και γ) βλάβη ξένης, ήτοι των παθόντων μηνυτών, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες των αναιρεσειόντων. Εκτίθεται, ακόμη, ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους ενήργησε από κοινού, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με τον Χ5, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας "ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ", ο δε από αυτούς Χ2 και με τον Χ6. Αιτιολογούνται, ακόμη, πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα (ως προς όλους) και κατά συνήθεια (ως προς τους Χ1 και Χ3) τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως, η οποία προσδίδει σ' αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά τόσο της επανειλημμένης τέλεσής της, ως προς τους Χ1 και Χ3, όσο και την αναφορά στοιχείων που υποδηλώνουν ότι όλοι οι αναιρεσείοντες είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της (διατήρηση πολυτελών γραφείων, διατήρηση αποθήκης για την απόκρυψη των παρανόμως αποκτώμενων κινητών, μετακινήσεις με πολυτελή αυτοκίνητα, εμφάνιση με ψεύτικα ονόματα), καθώς και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης από τους Χ1 και Χ3 προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Και 2) ως προς τη συμμορία παρατίθεται στην απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ενώθηκαν με τον Χ5 για τη διάπραξη των κακουργημάτων της απάτης σε βάρος εταιριών και ιδιωτών. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κυρίας αιτήσεως και πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι του Χ1, πρώτος και δεύτερος (μοναδικοί) λόγοι της αιτήσεως του Χ2, δεύτερος λόγος της κυρίας αιτήσεως και δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι του Χ3, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι δεν περιγράφονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα συγκεκριμένα σημεία των μαρτυρικών καταθέσεων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, στα οποία βασίσθηκε το Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην καταδικαστική, ως προς αυτόν, κρίση, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Παρά ταύτα, όμως, το Πενταμελές Εφετείο, αντέκρουσε αιτιολογημένα τις ενώπιόν του καταθέσεις ή τις έγγραφες δηλώσεις των παθόντων, που αναγνώσθηκαν, με τις οποίες αυτοί αναίρεσαν τα υποστηριζόμενα με τις μηνύσεις τους και τις πρωτόδικες καταθέσεις τους, ισχυριζόμενοι πλέον, ότι οι αναιρεσείοντες ήταν απλοί εργαζόμενοι, τους οποίους παραπλάνησε ο εργοδότης τους Χ5. Η αυτή αιτίαση, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ιδίως της από 13.7.2007 δηλώσεως της μηνύτριας Ψ, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 (δεύτερος πρόσθετος λόγος) ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι αυτός με τον Χ5 συναποφάσισαν και τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, στη συνέχεια δέχεται ότι το Σεπτέμβριο του 2001 εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων στον επιχειρηματία ΑΑ και του συστήθηκε ως Χ5, στα τέλη δε Νοεμβρίου του 2001 εμφανίσθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ΗΛΙΟΦΙΛ ΑΕ και του συστήθηκε ως ΓΓ, εκπρόσωπος της εταιρίας ΔΟΜΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΤΕ, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια αν μαζί με τον Χ5 ή μόνος του τέλεσε τις εν λόγω πράξεις, είναι αβάσιμη, καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται, όπως αναφέρθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με τον Χ5, κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, πράγμα το οποίο αρκούσε για την πληρότητα της αιτιολογίας, χωρίς να ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Τέλος, η αιτίαση του ιδίου (πέμπτος πρόσθετος λόγος) ότι, όσον αφορά την πράξη της ενώσεως προς διάπραξη κακουργήματος, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραπέμπει στο διατακτικό, χωρίς να διαλαμβάνει κανένα αποδεικτικό μέσο ή πραγματικό περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει ότι υπήρχε προσυνεννόηση ή από κοινού τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων μετά των συγκατηγορουμένων του, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, στην προκειμένη δε περίπτωση, το διατακτικό της αποφάσεως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 187§3 ΠΚ, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε καθίστατο περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "5. τα με αριθμ. θεώρησης ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... μισθωτήρια συμβόλαια, 6. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας FIAT CREDIT HELLAS, 30. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας από 15 - 1 - 2002, 31. σύμφωνο χορήγησης πρόσθετης πίστωσης από 15-1-2002, 42. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μεταχειρισμένου αυτοκινήτου Ι.Χ. με παρακράτηση της κυριότητας από 3-12-01, 51. απόσπασμα σελίδας 4 φύλλου εφημερίδας Κυβερνήσεως τεύχους ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, 70. το από 1-12-1991 μισθωτήριο κατοικίας, 71. το από 30-8-2004 μισθωτήριο συμφωνητικό, 78. απόσπασμα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης Α', Β' και Γ' τριμήνου 2004 και 80. φωτοαντίγραφο βιβλιαρίου εισφορών ΤΕΒΕ". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιά έγγραφα αναγνώσθηκαν, ενόψει μάλιστα της αριθμήσεως αυτών και του ότι άλλα έγγραφα με τον ίδιο αυτό προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και στον αναιρεσείοντα Χ3, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά, δεν προέβαλε δε αυτός καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη στήριξη της κρίσεώς του, και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο αυτός αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη μόρφωση της καταδικαστικής του κρίσεως, και όσα υποστήριξαν οι παθόντες με τις μηνύσεις τους, ενώ από τις τρεις, συνολικά, μηνύσεις αναγνώσθηκε μόνο η από 12.2.2002 τοιαύτη της εταιρίας "ΗΛΙΟΦΙΛ ΑΕ". Και ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι μηνύσεις των παθόντων αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση, το περιεχόμενο δε αυτών, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει από τις πρωτόδικες καταθέσεις τους, οι οποίες είναι ενσωματωμένες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και, επομένως, ορθώς λήφθηκαν υπόψη.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 §2 και 333 §2 Κ.Ποιν.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση να κάνει δεκτούς ή να απορρίψει αυτούς, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδί-ου Κώδικα, υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ με στοιχείο δ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ3 προέβαλαν, προφορικά, δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, τον αυτοτελή ισχυρισμό "να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2 δ ΠΚ". Όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, ήταν παντελώς αόριστος και το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι: "Το αίτημα των κατηγορουμένων να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ Π.Κ. είναι απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, δεδομένου ότι αυτοί δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, εν πάση δε περιπτώσει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκε ότι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιχείρησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Το γεγονός ότι μετά την καταδίκη τους σε πρώτο βαθμό κατέβαλαν τα οφειλόμενα στους παθόντες δεν αποδεικνύει ειλικρινή μετάνοια αυτών αλλά προσπάθειά τους να επιτύχουν την αναστολή εκτελέσεως της εκκαλούμενης (βλ. την αναγνωσθείσα 1752/5-10-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αναστολών Αθηνών για τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ3) και γενικότερα να ελαφρύνουν τη θέση τους κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό". Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως του Χ1 και τρίτος της αιτήσεως του Χ3, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι, ενώ ο Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να του αναγνωρισθεί το ως άνω ελαφρυντικό, το Δικαστήριο, κατά την απαγγελία της αποφάσεως, δεν μνημόνευσε την εισαγγελική πρόταση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να συμφωνήσει με την εισαγγελική πρόταση, ούτε, κατά μείζονα λόγο, να την μνημονεύσει στο σκεπτικό και να αιτιολογήσει την τυχόν αντίθετη προς αυτήν κρίση του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (κυρίου δικογράφου ή πρόσθετος) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων λόγων των πρώτης και τρίτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ 1) την από 22.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7455/2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28.12.2009/19.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων, 2) την από 25.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7453/2009 αίτηση του Χ2 και 3) την από 24.9.2009 και με αριθ. πρωτ. 7444/2009 αίτηση του Χ3 μετά των από 19/22.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1333, 1363/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις μετά των προσθέτων λόγων των πρώτης και τρίτης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή