Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1851 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται γενικά τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα. Δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης, και δη τον ως άνω προβλεπόμενο, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων κλπ.. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως λόγος αναίρεσης κατά το στοιχ. Ε' της αυτής ως άνω διάταξης. Άρθρα 44 και 224§§ 1 και 2 ΠΚ. Η ένορκη κατάθεση στα πλαίσια προανάκρισης ενώπιον αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου ολοκληρώνεται με την υπογραφή από τον εξετασθέντα της σχετικής έκθεσης και κατά συνέπεια, εάν η κατάθεση αυτή είναι εν γνώσει του ψευδής, η ψευδορκία έχει συντελεσθεί κατά τον ως άνω χρόνο, δεν είναι νοητή μετά ταύτα υπαναχώρηση, καθόσον πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας και όχι για απόπειρα. Επομένως, εάν ο ψευδορκήσας κατά τα ως άνω προβεί στην συνέχεια, στα πλαίσια της αυτής προανακριτικής διαδικασίας, σε νέα κατάθεση και καταθέσει την αλήθεια, πρόκειται για δύο αυτοτελείς και χωριστές καταθέσεις και όχι για μία σε δύο στάδια, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη απόπειρα, αφού η ψευδορκία, ως έγκλημα τυπικό (συμπεριφοράς), έχει τελειωθεί με την πρώτη, ψευδή κατάθεση και δεν είναι νοητή ούτε η εφαρμογή της §2 του άρθ. 44 ΠΚ που προϋποθέτει έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης .




Αριθμός 1851/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, για αναίρεση της 2064/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1043/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η απαιτουμένη από τα άρθρα93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ.510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς τ' αποδεικτικά μέσα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τ' αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, όταν δε εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε τούτο σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν ελήφθησαν υπόψη. Δεν ιδρύουν, όμως, λόγους αναίρεσης, και δη τον προβλεπόμενο ως άνω, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά το στοιχ. Ε' της αυτής διάταξης λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή, όταν δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή όταν ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 44 ΠΚ η απόπειρα (η πράξη δηλ. που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος, άρθ. 42 παρ.1 ΠΚ) μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια, ενώ, αν ο δράστης, αφού ολοκλήρωσε την ενέργεια του, παρεμπόδισε ύστερα με δική του βούληση το αποτέλεσμα που μπορούσε να προέλθει από την ενέργεια του αυτή και που ήταν απαραίτητο για την τέλεση του κακουργήματος ή του πλημμελήματος, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό, το δικαστήριο, όμως, μπορεί, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 224 παρ. Ι και 2 ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα είναι τετελεσμένο, όταν περατωθεί η κατάθεση του. Ειδικότερα, η ένορκη κατάθεση μάρτυρα που δίδεται στα πλαίσια προανάκρισης ενώπιον αστυνομικού ή άλλου αρμόδιου προανακριτικού υπαλλήλου ολοκληρώνεται με την υπογραφή εκ μέρους του εξετασθέντος της συντασσόμενης προς τούτο κατά νόμον σχετικής έκθεσης (άρθρα 148, 149, 151, 243 ΚΠΔ) και κατά συνέπεια, εάν η ένορκη αυτή κατάθεση είναι ψευδής εν γνώσει του εξετασθέντος, η ψευδορκία έχει συντελεσθεί κατά τον ως άνω χρόνο και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή μετά ταύτα υπαναχώρηση, καθόσον πρόκειται για τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας και όχι για απόπειρα. Επομένως, εάν ο ψευδορκήσας κατά τα ως άνω προβεί στην συνέχεια, στα πλαίσια της αυτής προανακριτικής διαδικασίας, σε νέα κατάθεση και καταθέσει την αλήθεια, πρόκειται για δύο αυτοτελείς και χωριστές καταθέσεις και όχι για μία, δοθείσα απλώς σε δύο στάδια, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη απόπειρα, αφού η ψευδορκία έχει τελειωθεί με την πρώτη, ψευδή, κατάθεση, πρόκειται δηλ. για ήδη τετελεσμένο έγκλημα ψευδορκίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ψευδορκία είναι έγκλημα τυπικό (έγκλημα συμπεριφοράς), εξαντλείται δηλ. και τελειώνεται με μία ενέργεια, την εν γνώσει ψευδή κατάθεση, χωρίς την επέλευση περαιτέρω αποτελέσματος και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή ούτε η εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 44 ΠΚ, η οποία προϋποθέτει έγκλημα ουσιαστικό (αποτελέσματος). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη 2064/2009 απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, συνεκτιμώντας τ' αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρακτικά, τα εξής: " Ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) στις 13-12-2001, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ΥΒ του Α.Τ. ..., που ήταν αρμόδια αρχή να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, κατέθεσε ότι στις 23.00 ώρα της ίδιας ημέρας (13-12-2001) οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και είχε ως αποτέλεσμα τον θανατηφόρο τραυματισμό του ΑΑ, ήταν ο ίδιος, ενώ η αλήθεια ήταν ότι στο επίδικο αυτό ατύχημα οδηγός του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου (... Ι.Χ.Φ.) ήταν ο γιος του κατηγορουμένου ΒΒ. Ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω πράξη, προκειμένου ν' αποφύγει ο γιος του (ΒΒ) τις συνέπειες του ατυχήματος που προκάλεσε η πράξη του, γιατί αυτός (ΒΒ) στερούνταν άδειας οδηγήσεως, αποσκοπούσε δε ο κατηγορούμενος μ' αυτή την πράξη του να στερήσει από την ασφαλιστική εταιρεία το δικαίωμα της ν' αξιώσει από τον γιο του τις όποιες νόμιμες αξιώσεις είχε εναντίον του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές την αλήθεια σχετικά με το επίδικο ατύχημα παραδέχθηκε τόσο με το από 19-12-2002 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Νάουσας όσο και με την από 21-2-2002 ένορκη προανακριτική του κατάθεση ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. ..., ..., ότι αυτός ήταν οδηγός του προαναφερομένου ζημιογόνου αυτοκινήτου. Στην αποκάλυψη της αλήθειας προέβη γιατί ταυτόχρονα και ο γιος του (ΒΒ) αποκάλυψε ενώπιον της ίδιας αρχής ότι αυτός οδηγούσε τελικά το παραπάνω αυτοκίνητο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι με την μεταγενέστερη από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του υπήρξε εκουσία υπαναχώρηση του από απόπειρα και συνεπώς πρέπει (κατά τους ισχυρισμούς του) να τύχει εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 44 ΠΚ και να οδηγηθεί το δικαστήριο στην προσωπική απαλλαγή του πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα από μέρους του κατηγορουμένου συνετελέσθη στις 13-12-2001 κατά την προαναφερθείσα προανακριτική του εξέταση στο Α.Τ. ... και συνεπώς δεν υφίσταται υπαναχώρηση από απόπειρα. Αλλά και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Α.Τ. ... τελεί σε ενότητα με την από 13-12-2001 προγενέστερη ένορκη κατάθεση του και πάλι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαναχωρήσεως από απόπειρα. Και τούτο διότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο υπαναχώρηση από απόπειρα δεν έγινε από αίτια εσωτερικά που πήγαζαν από την συνείδηση του κατηγορουμένου, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που ανάγονται στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην επικείμενη άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του. Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθ. 224 παρ. Ι και 2 ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, δεχθέν το δικαστήριο ότι το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα είχε συντελεσθεί την 13-12-2001 με την υπό την αυτήν ημερομηνία ψευδή ένορκη προανακριτική κατάθεση του, δηλ. ότι αυτή δεν τελεί σε ενότητα με την μεταγενέστερη από 21-2-2002 παρόμοια και δεν αποτελεί μία μ' αυτήν, και ότι συνεπώς δεν υφίσταται υπαναχώρηση από απόπειρα, ορθώς ερμήνευσε την διάταξη του άρθ. 44 ΠΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κρίνοντας ότι αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, μη υφισταμένης απόπειρας αλλά τετελεσμένης ψευδορκίας. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθ. 44 ΠΚ. με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά ως άνω, σχετικά με το ζήτημα αυτό, περιστατικά και στις δύο διατάξεις του άρθρου 44 ΠΚ περί υπαναχώρησης από μη πεπερασμένη και από πεπερασμένη απόπειρα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δέχθηκε, και ορθώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της ψευδορκίας ήταν ήδη τετελεσμένο από την 13-12-2001 (αρχική, ψευδή, ένορκη προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος) και όχι στο στάδιο της απόπειρας και επομένως, μη υφισταμένης απόπειρας, δεν είναι δυνατόν να τεθεί και θέμα υπαναχώρησης απ' αυτήν οποιασδήποτε μορφής (και δη από πεπερασμένη απόπειρα, λόγω της φύσης του αδικήματος της ψευδορκίας ως τυπικού), για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το δεύτερο σκέλος αυτού. Περαιτέρω, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως άνω, τετελεσμένη και όχι σε απόπειρα ψευδορκία και επομένως την μη συνδρομή υπαναχώρησης από (μη πεπερασμένη ή πεπερασμένη) απόπειρα ψευδορκίας ως εκ περισσού και χωρίς έννομη επιρροή διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, για την πληρότητα αυτής, και πρόσθετη, επικουρική αιτιολογία και δη ότι και αν εγίνετο δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η από 21-2-2002 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Α.Τ. ... τελεί σε ενότητα με την από 13-12-2001 προγενέστερη και πάλι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπαναχώρησης από απόπειρα, καθόσον η υπαναχώρηση που επικαλείται ο κατηγορούμενος δεν έγινε από αίτια εσωτερικά που πήγαζαν από την συνείδηση του αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που ανάγονται στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην επικείμενη άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και αλυσιτελείς οι δεύτερος (κατά τα λοιπά) και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό για εκούσια υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη και από πεπερασμένη απόπειρα ψευδορκίας και δη για αξιολογική εκτίμηση ενός μόνον ειδικά και επιλεκτικά κατονομαζομένου αποδεικτικού μέσου, δηλ. της από 21-2-2002 ένορκης προανακριτικής κατάθεσης του υιού του κατηγορουμένου ΒΒ (τούτο, πάντως, όλως ανακριβώς, καθόσον στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης ουδόλως γίνεται ειδική μνεία της κατάθεσης αυτής, σε κάθε δε περίπτωση η ιδιαίτερη αναφορά ενός αποδεικτικού μέσου δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν λήφθηκαν υπόψη), μη προσδιορισμό των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων ως προς την κρίση του για υπαναχώρηση του κατηγορουμένου από την απόπειρα λόγω "εξωτερικών παραγόντων" και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον τρόπο εξαναγκασμού του προς αποκάλυψη της αλήθειας (με την δεύτερη προανακριτική κατάθεση του) λόγω του ότι και ο υιός του αποκάλυψε στην προανακριτική αρχή ότι αυτός οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στην Αρχή αυτή ο κατηγορούμενος προσήλθε ταυτόχρονα με τον υιό του και όχι έπειτα απ' αυτόν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2064/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή