Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 456 / 2013    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Έφεση, Ανώτερη βία.




Περίληψη:
Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται στο καθένα από αυτά. Για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εμπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει με άλλον δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του και να αναθέσει σ’ αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου.




Αριθμός 456/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΕ" (ΟΠΑΠ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Καλαματιανού - Πανούση.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2342/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2310/2010 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495§1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566§2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553§1, 554, 564, 565 και 652§1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφότου και έγινε τελεσίδικη. Διαφορετικά θα μπορούσε ο διάδικος με εκπρόθεσμη έφεση, οποτεδήποτε ασκούμενη, να καταστρατηγεί τις διατάξεις που καθιερώνουν προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η 2342/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 ΚΠολΔ και η 2310/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2310/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αλλά και από την, επί της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με χρονολογία 2-12-2008, επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η πρωτόδικη οριστική απόφαση επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) στις 2-12-2008, το δε δικόγραφο της αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατατέθηκε, τόσο στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και του Εφετείου Αθηνών, στις 7-9-2010. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 2342/2008 πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 564§1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών, με συνέπεια να είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, οι οποίοι αναφέρονται σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε ε΅πρόθεσ΅α και κατά της νό΅ι΅ες διατυπώσεις (532 ΚΠολΔ.). Αντικεί΅ενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή ΅η της εκκαλούμενης απόφασης, η νο΅ι΅οποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρ΅όδιο γρα΅΅ατέα, η νο΅ότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσ΅ίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Αν λείπει ΅ία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσ΅α, δηλαδή ΅ετά την συ΅πλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσ΅ίας των τριάντα η΅ερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών δια΅ένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία παράστασης και νομιμοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και η αιφνίδια και απρόβλεπτη νόσος του ΅όνου πληρεξουσίου δικηγόρου, λόγω της οποίας κατέστη αδύνατη τόσο η άσκηση της έφεσης από αυτόν, όσο και η έγκαιρη ειδοποίηση του εντολέα του για την αντικατάστασή του. Όμως, δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν ε΅πόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει ΅ε άλλον δικηγόρο έστω και ΅η συνεργάτη του και να αναθέσει σ' αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου ΅έσου. Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα η΅ερών από την η΅έρα της άρσης του κωλύ΅ατος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου. Η αίτηση επαναφοράς γίνεται ΅ε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή ΅ε τις προτάσεις ή ΅ε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρ΅όδιο για την έφεση. Πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε ε΅πρόθεσ΅α, καθώς και τα αποδεικτικά ΅έσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Αν η ανωτέρα βία συνίσταται σε ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του. Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απορριπτική της έφεσης προσβαλλόμενη 2310/2010 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα εταιρεία άσκησε την 41/2009 έφεσή της κατά της 2342/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την, από 31/3/2006, αγωγή του ενάγοντα - εφεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικαστεί ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 257.202,8 ευρώ, νο΅ι΅ότοκα από την επο΅ένη της επίδοσης της καταγγελίας, επικουρικά δε ν' αναγνωριστεί ότι είναι παράνο΅η και καταχρηστική η καταγγελία της εναγο΅ένης και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό ως ΅ισθούς υπερη΅ερίας, νο΅ι΅ότοκα επίσης από της άνω καταγγελίας της. Επί πλέον ζητούσε χρη΅ατική ικανοποίηση 50.000 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, νο΅ι΅ότοκα από την επίδοση της αγωγής. Το Πρωτοβάθ΅ιο Δικαστήριο, ΅ε την άνω απόφασή του (εκκαλου΅ένη) έκανε εν ΅έρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγο΅ένη - εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζη΅ίωση απόλυσης 202.239,94, νο΅ι΅ότοκα από την επίδοση της αγωγής. Η άνω έφεση της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, είναι εκπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε στις 5/1/2009, ημέρα Δευτέρα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτό βεβαιώνεται από την πράξη της αρ΅όδιας υπαλλήλου, που υπάρχει στο τέλος του δικογράφου αυτής, ενώ η εκκαλου΅ένη της επιδόθηκε εκ ΅έρους του ενάγοντα - εφεσιβλήτου την 2/12/2008, όπως αυτό προκύπτει από την επικαλού΅ενη και προσκο΅ιζό΅ενη 9543β'/2-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικ. Επι΅ελητή Αθηνών ..., ήτοι αυτή ασκήθηκε ΅ετά την πάροδο της 30ή΅ερης προθεσ΅ίας που τάσσεται από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, που έληξε στις 2/1/2009, η΅έρα Παρασκευή (άρθρο 144§1 ΚΠολΔ), όπως άλλωστε ο΅ολογείται εκ ΅έρους της εκκαλούσας. Προς άρση του απαραδέκτου αυτού η εκκαλούσα, άσκησε ενώπιον του (εφετείου) την 35/2009 αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, επικαλούμενη ότι δεν ηδυνήθη να ασκήσει εμπρόθεσμα την άνω έφεσή της από λόγους ανωτέρας βίας και δη ένεκα ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου της, στις 2/1/2009, τελευταία η΅έρα της προθεσ΅ίας ε΅πρόθεσ΅ης κατάθεσης της έφεσής της, συνιστα΅ένης σε "επί΅ονο αυχενοβραχιονικό σύνδρο΅ο ΅ε αι΅ωδίες, υπαισθησία, καυσαλγία και έκπτωση της ΅υϊκής ισχύος της του άνω άκρου, χρήζουσα διερεύνησης". Ότι τα άνω συ΅πτώ΅ατα είχαν συνέπεια την έλλειψη κινητικής λειτουργίας και αδυναμία ειδοποίησης άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου, προκειμένου αυτός να καταθέσει την έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ότι, τελικώς, ηδυνήθη να ειδοποιήσει άλλο δικηγόρο την ίδια η΅έρα, αλλά ότι, λόγω των διακοπών των Χριστουγέννων, δεν ευρίσκοντο στα γραφεία τους οι αρ΅όδιοι δικαστικοί υπάλληλοι και δικαστές προς παραλαβή του σχετικού δικογράφου και ΅άλιστα, 10' πριν την λήξη του ωραρίου λειτουργίας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ό΅ως, συνεχίζει το Εφετείο, η αίτησή της αυτή είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσι΅η. Ιδιαίτερα όσον αφορά την επικαλού΅ενη πάθηση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που προκύπτει από την Ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη γιατρού Β. Μ., που επικαλείται και προσκο΅ίζει, αυτή ήταν εντελώς ελαφρά, της επέτρεψε, όπως η ίδια ο΅ολογεί στην αίτησή της, να ειδοποιήσει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, προς κατάθεση της έφεσής της εντός της άνω νό΅ι΅ης προθεσ΅ίας και δη την 2/1/2009. Δεν αποδεικνύεται δε βάσι΅ος ο ισχυρισ΅ός της εκκαλούσας, ότι έφθασε ο άνω αντικαταστάτης της πληρεξουσίας δικηγόρου της 10' πριν την λήξη του ωραρίου της Γρα΅΅ατείας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν βρήκε Δικαστή ή υπάλληλο προς κατάθεση ε΅πρόθεσμα της έφεσης, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό ΅έσο. Πρέπει να ση΅ειωθεί ότι η, κατά το άρθρο 144§1 KΠολΔ λήξη της προθεσ΅ίας την 7η ΅.΅. της τελευταίας εργάσιμης η΅έρας, δεν εφαρ΅όζεται όταν η διαδικαστική πράξη που πρέπει να ασκηθεί εντός της προθεσ΅ίας απευθύνεται προς Δη΅όσια Αρχή (όπως το Δικαστήριο), δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία δεν λήγει την 7η ΅.΅. της τελευταίας η΅έρας, αλλά την ώρα που κλείνουν τα γραφεία των δημοσίων υπηρεσιών την ημέρα αυτή. Με βάση τα παραπάνω, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αίτηση επαναφοράς, απέρριψε αυτές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο 1) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 152§1 ΚΠολΔ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας της "ανωτέρας βίας" και 2) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, την οποία σωστά δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος λόγος, από το άρθρο αριθμ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα και θεωρώντας ότι η ασθένεια της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε να εμποδίσει αυτήν να ασκήσει εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο, παραβίασε τη γενική αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα της ακρόασης. Τούτο δε, διότι η μεν σοβαρότητα ή μη του νοσήματος της δικηγόρου της αναιρεσείουσας και η ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτού και της εκπρόθεσμης κατάθεσης της έφεσης είναι ουσιαστικό ζήτημα, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς η δε έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν αντίκειται στην παραπάνω αρχή και δεν παραβιάζει το δικαίωμα της ακρόασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο "παρά το νόμο κήρυξε την έκπτωση" της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, αληθώς από τον αρ. 8 (και όχι 10, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα), του άρθρου 559, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στην αίτηση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-9-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της 2342/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 2310/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή