Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1877 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Συναυτουργία, Ληστεία.




Περίληψη:
Ληστεία από κοινού που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα. Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (ανάγνωση καταθέσεων μαρτύρων χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι εναντιώθηκε προς τούτο ο αναιρεσείων). Εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "ιδιαίτερη σκληρότητα". Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την τέλεση ληστείας αλλά και επιβαρυντικής περιπτώσεως. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1877/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ραχιώτη, περί αναιρέσεως της 5/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1036/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρ. 380 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσον η προσωπική ελευθερία όσον και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία ξένου κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος. Το έγκλημα της ληστείας στη βασική του μορφή (380 § 1), τιμωρείται με κάθειρξη. Αν όμως η πράξη τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη (ΠΚ 380 § 2 εδ. β'). Ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη είναι αυτή που προέρχεται από ανέλεγκτη και στερημένη οποιουδήποτε ανθρωπίνου αισθήματος ενέργεια. Κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση η διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση εγκλήματος που διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Ειδικότερα στην, κατά συναυτουργία, τέλεση ίου εγκλήματος της ληστείας η σύμπραξη των περισσοτέρων συμμετοχών συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση αυτής ή στο ότι ο καθένας γίνεται άμεσος αυτουργός κατά την εκτέλεση ενός από τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που συγκροτούν το έγκλημα της ληστείας, οπότε με την ενέργειά του αυτή πραγματώνει συγχρόνως ή διαδοχικώς πράξη τns αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 5/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος Χ γεννήθηκε το ... στο ..., έχει ύψος 1,65 με 1,70 μ. περίπου και είναι κανονικής σωματικής διάπλασης. Όντας φυγόποινος από 15-12-1990, όταν και απέδρασε από τις φυλακές ..., κυκλοφορούσε έκτοτε με κλεμμένα αυτοκίνητα. Στις 7 προς 8 Ιουλίου 1991 κλάπηκε από την ... (περιοχή καταγωγής του κατηγορουμένου) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας OPEL ASKONA GT 200, χρώματος ασημί μεταλλικό, με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του ... . Την ίδια ως άνω ημερομηνία κλάπηκαν από την Καρδίτσα οι με αριθ. ... πινακίδες από αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ..., τις οποίες οι δράστες τοποθέτησαν στο προαναφερόμενο κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, γνώρισε το καλοκαίρι του 1980 στο καφενείο ... της ... τον ΑΑ, επίσης τότε στρατιώτη, που κατάγεται από το ... . Ο τελευταίος κατά το έτος 1986 άρχισε να λειτουργεί στα ... συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε, μετά το τέλος του 1990, αρκετές φορές τον ΑΑ στο ανωτέρω συνεργείο, οδηγώντας σχεδόν πάντα OPEL ASKONA, και μεταξύ τους αναπτύχθηκε φιλική σχέση. Οι επισκέψεις αυτές πύκνωσαν το καλοκαίρι του 1991 και ιδίως το μήνα Ιούλιο του 1991, πριν από την τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Κατά τις τελευταίες αυτές επισκέψεις ο κατηγορούμενος είχε παρέα και κάποιο φίλο του, με το όνομα ΒΒ, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι προαναφερόμενοι κατά τις επισκέψεις τους αυτές στον ΑΑ χρησιμοποιούσαν το εν λόγω κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο, με πινακίδες ... . Εντός του Ιουλίου 1991 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το ΑΑ, στο συνεργείο του, αρκετές φορές. Τελευταίες φορές τον επισκέφθηκε στις 11, 13 και στις 17 Ιουλίου, με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο στη δεξιά μπροστινή πόρτα έφερε "βαθούλωμα". Στις 18 Ιουλίου 1991, ώρα 08.15' πρωινή, το άνω αυτοκίνητο εθεάθη να κινείται εντός της κωμοπόλεως των ..., μπροστά από το Ταχυδρομείο, και να κινείται με ταχύτητα προς το κέντρο των ... και προς το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, στο ισόγειο της οποίας γίνονταν οι συνήθεις συναλλαγές με πελάτες και στον πρώτο όροφο, που επικοινωνούσε εσωτερικά με σκάλες, γίνονταν οι λοιπές τραπεζικές εργασίες. Όταν το αυτοκίνητο έφθασε στην Τράπεζα, το στάθμευσε ο οδηγός του έξω από αυτήν και αποβιβάστηκαν τέσσερα άτομα, τα οποία ένοπλα εισήλθαν αμέσως στην Τράπεζα, περί ώρα 08.30'. ’λλο άτομο παρέμεινε εντός του αυτοκινήτου, με τη μηχανή σε λειτουργία, ώστε να είναι έτοιμο για την αναχώρηση όλων μετά τη ληστεία. Μόλις εισήλθαν στην Τράπεζα οι ανωτέρω και ενώ ο ταμίας του υποκαταστήματος αυτού συναλλασσόταν με τον πελάτη ΓΓ, ο ένας απ' αυτούς (ληστές), που έλαβε θέση απέναντι από το γκισέ του ταμείου, φώναξε δυνατά "ληστεία" και είπε απειλητικά "ακίνητοι, ψηλά τα χέρια", στρέφοντας ταυτόχρονα όλοι τα όπλα κατά των υπαλλήλων και των πελατών της Τράπεζα. Οι εργαζόμενοι στο ισόγειο έστρεψαν τα βλέμματα τους προς αυτούς και διαπίστωσαν ότι ήταν τέσσερα άτομα, τα οποία είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με μαύρες νάιλον γυναικείες κάλτσες, φορούσαν γάντια και κρατούσαν στα χέρια τους όπλα, που ήταν στραμμένα προς το μέρος τους. Ο ένας απ' αυτούς, ο πιο κοντός, ύψους 1,65-1,70 μ. περίπου, όσο και ο κατηγορούμενος, κρατούσε πιστόλι, ενώ οι άλλοι τρεις, ψηλότεροι από τον πρώτο, ύψους ο καθένας περίπου 1,80 μ, κρατούσαν κοντόκανες καραμπίνες. Στο άκουσμα της φράσης "ληστεία, ακίνητοι, ψηλά τα χέρια" δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός και πριν ακόμη συνειδητοποιήσουν οι υπάλληλοι και οι τέσσερις-πέντε εκείνη τη στιγμή πελάτες της Τράπεζας τι συνέβαινε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός από το όπλο του ψηλού ληστή, που είχε λάβει θέση απέναντι από το ταμείο. Ο δεύτερος ληστής είχε λάβει τη θέση στην πόρτα εσόδου του υποκαταστήματος από το μέσα μέρος, ο τρίτος είχε λάβει τη θέση κοντά στις σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο και ο τέταρτος, ο κοντός, που κρατούσε πιστόλι, κατευθύνθηκε τάχιστα προς τον αναπληρωτή διευθυντή της Τράπεζας. Από τον πυροβολισμό τραυματίστηκε πολύ σοβαρά ο πελάτης της Τράπεζας ΓΓ, ο οποίος ήταν στο γκισέ του ταμείου και στον οποίο η σφαίρα προκάλεσε: α)πλήρη διατομή της κοινής μηριαίας αρτηρίας με έλλειμμα αυτής, β)πλήρη διατομή της μηριαίας φλέβας με έλλειμμα εκτεταμένο, γ)εκτεταμένη κάκωση του μηριαίου νεύρου, δ)μεγάλη καταστροφή των μυϊκών μαζών της περιοχής και των υπαρχόντων εντός αυτών αγγείων. Λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού έπεσε ευθύς στο δάπεδο της Τράπεζας, μπροστά στο ταμείο, βογκώντας από τον πόνο και αιμορραγώντας. Αν μετά το πέρας της ληστείας, που κράτησε ελάχιστα λεπτά, ο ανωτέρω τραυματισθείς δεν διακομιζόταν αμέσως στο νοσοκομείο, θα πέθαινε από αιμορραγία. Στις κραυγές πόνου του άνω αιμορραγούντος θύματος και στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο οι ληστές έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνοι, επιδεικνύοντας στέρηση οποιουδήποτε ανθρώπινου αισθήματος. Με την ιδιαίτερη αυτή σκληρότητα, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, πέτυχαν να "παραλύσουν" τον βουλητικό και συναισθηματικό κόσμο και να επιτείνουν τη σύγχυση και το φόβο των υπαλλήλων και των πελατών της τράπεζας, οι οποίοι φοβήθηκαν για τη ζωή τους και σήκωσαν ψηλά τα χέρια τους, σε ανάταση. Μάλιστα, ο ένας εκ των υπαλλήλων της τράπεζας, ο ΔΔ, που εργαζόταν στον πρώτο όροφο, μόλις, κατεβαίνοντας τις σκάλες, αντελήφθη τι γινόταν, επέστρεψε πίσω και, πιστεύοντας ότι θα σώσει τη ζωή του, βγήκε στη βεράντα του ορόφου αυτού, από εκεί πήδηξε στην κεραμοσκεπή στέγη της παρακείμενης γειτονικής οικοδομής και από κει στην στέγη του παρακείμενου κρεοπωλείου, με αποτέλεσμα να υποστεί ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς πτέρνας. Με αυτά τα δεδομένα το έργο της ληστείας κατέστη γι' αυτούς ευκολότερη υπόθεση. Πράγματι, μέσα σ' αυτήν τη σύγχυση ο "κοντός ληστής" με προτεταμένο το πιστόλι κινήθηκε αστραπιαία προς τον εκτελούντα χρέη διευθυντή ΕΕ, του έθεσε το πιστόλι στο κεφάλι και υβρίζοντάς τον με τη φράση "μαλάκα, πούστη, τα λεφτά γρήγορα", τον εξανάγκασε να μεταβεί στο χρηματοκιβώτιο, που βρισκόταν δίπλα στον ταμία, και να το ανοίξει. Τότε, ο κοντός, που φαινόταν "να κάνει κουμάντο", αφαίρεσε γρήγορα από το χρηματοκιβώτιο ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 6.953.000 δραχμών, και τα έβαλε μέσα σε ένα σάκο, χρώματος λαδί, σαν αυτούς που χρησιμοποιεί η Τράπεζα Ελλάδος για τις χρηματαποστολές. Αμέσως μετά τον ρώτησε ποιος είναι ο διευθυντής και που είναι χρηματοκιβώτιο του. Ο ΕΕ του απάντησε "εγώ είμαι" και του έδειξε το χρηματοκιβώτιο του διευθυντή, προς το οποίο, στην συνέχεια, τον οδήγησε και τον εξανάγκασε να ανοίξει, στο οποίο όμως δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά διάφορα έγγραφα. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος από τους άλλους ληστές φώναξε "τέλος χρόνου" και όλοι τους εξήλθαν, τρέχοντας, από την τράπεζα, επιβιβάστηκαν στο εν λόγω κλεμμένο ασημί OPEL ASKONA αυτοκίνητο, με πινακίδες ..., ο οδηγός του οποίου τους περίμενε με τη μηχανή σε λειτουργία, και, αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα, απομακρύνθηκαν από την Τράπεζα και δια της κεντρικής οδού ... κατευθύνθηκαν προς την έξοδο της πόλεως και προς την εθνική οδό ...-... . Το αυτοκίνητο αυτό, κατά την έξοδό του από τα ..., πέρασε μπροστά από το καφενείο του ΣΤ, το οποίο βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...-...-...και στο οποίο [καφενείο] καθόταν και έπινε καφέ ο μάρτυρας κατηγορίας ΖΖ, ο οποίος είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο στο συνεργείο του ΑΑ και τον είχε δει με το εν λόγω ασημί ΑΣΚΟΝΑ να κατευθύνεται εκεί τελευταία φορά στις 17-07-1991 (προηγούμενη ημέρα της ληστείας). Ο μάρτυρας αυτός είδε μετά τη ληστεία να διέρχεται μπροστά από το εν λόγω καφενείο, που έπινε καφέ, το ανωτέρω αυτοκίνητο και αναρωτήθηκε "πάλι εδώ είναι ο ... (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ) και πότε χτύπησε την πόρτα". Τελικώς, το αυτοκίνητο αυτό με τους ληστές κατευθύνθηκε προς το χωριό ..., από εκεί ακολούθησε τη διαδρομή ...-...-..., αλλά αρκετά χιλιόμετρα πριν από τη ... παρεξέκλινε δεξιά σε αγροτικούς χωματόδρομους, έφθασε στην ... και από κει κατευθύνθηκε προς άγνωστη περιοχή του Νομού ..., απ' όπου κατάγεται ο κατηγορούμενος και γνωρίζει άριστα το εν γένει οδικό δίκτυο του Νομού αυτού, χωρίς να εντοπισθεί και χωρίς να συλληφθούν οι δράστες, παρά την κινητοποίηση και καταδίωξή τους από αρκετό αριθμό περιπολικών οχημάτων των Αστυνομικών Υπηρεσιών ..., ... και ... . Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο "κοντός ληστής", που είχε καλυμμένο το πρόσωπό του με μαύρη νάιλον γυναικεία κάλτσα, φορούσε γάντια και κρατούσε στα χέρια του ένα πιστόλι, με το οποίο κινήθηκε αστραπιαία προς τον εκτελούντα χρέη διευθυντή της Τράπεζας ΕΕ, του έθεσε το πιστόλι στο κεφάλι και, υβρίζοντάς τον με τη φράση "μαλάκα, πούστη, τα λεφτά γρήγορα", τον εξανάγκασε να μεταβεί στο χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν δίπλα στον ταμία, να το ανοίξει, και αφαίρεσε γρήγορα από το χρηματοκιβώτιο ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 6.953.000 δραχμών, ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα με τους υπόλοιπους ληστές. Όλοι τους, δηλαδή ο οδηγός και οι τέσσερις ληστές που εισήλθαν στην Τράπεζα, ενώθηκαν και με κοινό δόλο συναποφάσισαν να διαπράξουν την άνω περιγραφείσα ληστεία, ενεργώντας προς πραγμάτωση αυτής συγχρόνως, με διαφορετική ο καθένας ενέργεια, η οποία, όμως, κατέτεινε στην πραγμάτωση των συνθετικών στοιχείων της εν λόγω ληστείας. Ο καθένας απ' αυτούς θέλησε και αποδέχθηκε την τέλεση της εν λόγω ληστείας, γνώριζε ότι και ο άλλος ενεργούσε με δόλο τελέσεως της άνω πράξεως και θέλησε και αποδέχθηκε να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Κατά τη διάπραξη της ληστείας αυτής οι ληστές διένειμαν τους ρόλους τους. Ο ένας απ' αυτούς [αγνώστων στοιχείων] ανέλαβε το ρόλο να οδηγήσει τους λοιπούς με το αυτοκίνητο ΟΠΕΛ ΑΣΚΟΝΑ έξω από την Τράπεζα και μετά την ληστεία να παραλάβει αυτούς και να τους απομακρύνει από τον τόπο του εγκλήματος, πράγμα που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο δεύτερος απ' αυτούς (αγνώστων στοιχείων) ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, στην είσοδο της Τράπεζας, κοιτώντας προς τα έξω, ώστε να εποπτεύει την κίνηση όσων θα κυκλοφορούσαν εκτός της Τράπεζας και, αν κινδύνευε η αποστολή τους από ενδεχόμενη εμφάνιση αστυνομικών, να δώσει το κατάλληλο σύνθημα προς εξαφάνισή τους ή προς λήψη άλλων μέτρων, ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τρίτος απ' αυτούς (αγνώστων στοιχείων) ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, στην αρχή του σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, ώστε να εποπτεύει την παραμικρή κίνηση των υπαλλήλων και πελατών της τράπεζας που βρίσκονταν στο ισόγειο, να αποτρέψει την κάθοδο υπαλλήλων που βρίσκονταν και εργάζονταν στον πρώτο όροφο και να αντιδράσει βιαίως σε οποιαδήποτε τυχόν εκδήλωση αντίστασης των υπαλλήλων και πελατών της τράπεζας, ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τέταρτος απ' αυτούς ανέλαβε το ρόλο, εισερχόμενος στην τράπεζα, να βροντοφωνάξει "ληστεία, ακίνητοι, ψηλά τα χέρια" και στη συνέχεια να τοποθετηθεί, οπλοφορώντας, απέναντι από το γκισέ του ταμείου και να πυροβολήσει πελάτη της τράπεζας, ώστε να δημιουργήσει με τον πυροβολισμό και τα αίματα του τραυματισθέντος ιδιαίτερα σκληρό σκηνικό, τρομοκρατικό περιβάλλον και τεταμένη σύγχυση στους υπαλλήλους και στους πελάτες της τράπεζας και μετά την αφαίρεση των χρημάτων να φωνάξει "τέλος χρόνου", ρόλο που έφερε επιτυχώς εις πέρας. Ο τελευταίος απ' αυτούς, ήτοι ο κατηγορούμενος, ανέλαβε το ρόλο, αφού εισέλθει στην τράπεζα με τους λοιπούς, να κατευθυνθεί με το πιστόλι προς το διευθυντή του υποκαταστήματος και με ύβρεις και προτεταμένο το πιστόλι του να τον εξαναγκάσει να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, από το οποίο αφαίρεσε τα χρήματα, και έφερε επιτυχώς εις πέρας την αποστολή του. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά έξι μέλη (τρεις τακτικοί δικαστές και τρεις ένορκοι) του Δικαστηρίου έκριναν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο ένας εκ των εν λόγω ληστών και μάλιστα αυτός που με το πιστόλι αφαίρεσε τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο. Η κρίση αυτή, εκτός των άλλων, στηρίζεται κυρίως στο ότι α) ο κατηγορούμενος πολλές φορές πριν από την εν λόγω ληστεία εθεάθη να επισκέπτεται την πόλη των ..., οδηγώντας αυτοκίνητο OPEL ASKONA, χρώματος ασημί, προς κατόπτευση της Τράπεζας και των γύρω χώρων, για την κατάστρωση του σχεδίου τέλεσης της ληστείας και την ασφαλή απομάκρυνση από τον τόπο του εγκλήματος, β) οι ληστές χρησιμοποίησαν για την πράξη τους το κλεμμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο από την περιοχή των ... (τόπο καταγωγής του κατηγορουμένου), χρώματος ασημί, μάρκας OPEL ASKONA, που έφερε επίσης τις κλεμμένες πινακίδες ..., με το οποίο και απομακρύνθηκαν από την Τράπεζα μετά τη ληστεία. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν αυτό που οδηγούσε ο κατηγορούμενος τις προηγούμενες της ληστείας ημέρες, όταν επισκεπτόταν το φίλο του ΑΑ στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων στα ..., και έως την ημέρα της ληστείας αυτός δεν ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο έφυγε από τα χέρια του είτε με κλοπή είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ούτε ότι το παρέδωσε σε άλλον για τη διάπραξη της ληστείας, γ) το εν λόγω αυτοκίνητο αντιλήφθηκε ο μάρτυρας κατηγορίας ΖΖ να διέρχεται, κατά την έξοδό του, από τα ... μετά τη ληστεία, μπροστά από το ευρισκόμενο στα ... και στη διασταύρωση των οδών ...-...-... καφενείο, στο οποίο έπινε καφέ, και αναρωτήθηκε "πάλι εδώ είναι ο ... (αναφέρεται το μικρό όνομα του Χ) και πότε χτύπησε την πόρτα", δ) το ως άνω αυτοκίνητο με τους ληστές δεν κατευθύνθηκε μετά τη ληστεία προς οποιαδήποτε γεωγραφική περιφέρεια της χώρας, αλλά προς τη ... και ειδικότερα προς το Νομό ..., το εν γένει οδικό δίκτυο του οποίου (κύριες οδούς, χωματόδρομους κλπ) γνωρίζει κάλλιστα ο κατηγορούμενος, γι' αυτό και κατάφερε, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο, όταν εξήλθε με τους συνεργούς του των ..., να διαφύγει τα "μπλόκα" των αστυνομικών μετά τη ληστεία και να εξαφανιστεί μαζί τους, ε) όλοι οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία έγινε η ληστεία, αναγνώρισαν ότι ο κατηγορούμενος έφερε το ύψος και τον τύπο του σώματος που είχε ο "κοντός ληστής" που άρπαξε τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο, και στ] διάχυτη ήταν η πεποίθηση και η φήμη στην κοινωνία των ... ότι την αιματηρή ληστεία τη διέπραξε ο Χ με την παρέα του. Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων, πρέπει κατά την γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη που κατηγορείται, δηλαδή για ληστεία από κοινού που εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου". Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία της ληστείας από κοινού που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα και, ειδικότερα, του ότι: "στις 18-7-1991, στα ..., από κοινού με άλλα τρία πρόσωπα, αγνώστων στοιχείων, με κοινό δόλο και κοινές ενέργειες, χρησιμοποιώντας σωματική και ψυχολογική βία και με ενωμένες απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, εξανάγκασαν άλλον να παραδώσει ξένα (ολικά) κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, και συγκεκριμένα τον διευθυντή και τους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ..., να τους παραδώσουν από το χρηματοκιβώτιο της άνω Τράπεζας το ποσό των 6.953.500 δραχμών σε Ελληνικά και ξένα χαρτονομίσματα, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Τούτο δε έπραξαν υπό την απειλή όπλων (ένα πιστόλι και τρεις κοντόκανες καραμπίνες) και με ταυτόχρονο πυροβολισμό εναντίον πελάτου της Τράπεζας, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του, η πράξη δε αυτή εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, επέβαλε στον κατηγορούμενο ισόβια κάθειρξη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 79, 380 §§1,2 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, 1) ΓΓ, 2) ΕΕ, 3) ΗΗ, 4) ΘΘ, 5) ΑΑ, 6) ΖΖ, 7) ΝΝ, 8) ΚΚ, 9) ΛΛ, 10) ΜΜ και 11) ΞΞ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αξιόποινη πράξη της ληστείας, όσο και ως προς την επιβαρυντική τέλεση αυτής με ιδιαίτερη σκληρότητα. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα' στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: ως ιδιαίτερα σκληρό τρόπο τελέσεως της ληστείας η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνει την έλλειψη στους ληστές αισθημάτων πάθους και ευσπλαχνίας προς το θύμα πυροβολισμού συνεργού τους, χωρίς όμως τα ανωτέρω ανθρώπινα αισθήματα να συνιστούν πράξη κατά την έννοια της ΠΚ 14. Ενόψει, όμως, όσων έχουν λεχθεί, το δικάσαν Δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού του με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, έχει δεχθεί ως ιδιαίτερη σκληρότητα του δράστη κατηγορουμένου, αυτήν που προήλθε από ανέλεγκτη και στερούμενη οποιουδήποτε ανθρώπινου αισθήματος ενέργειά του. Αβάσιμα επίσης ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπήγαγε στην έννοια της ιδιαίτερης σκληρότητας τα πραγματικά περιστατικά, ότι οι δράστες της ληστείας "έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνοι" στις κραυγές του πόνου του αιμορραγούντος σώματος και "στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο", αφού τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται από το νόμο ως αναγκαία στοιχεία για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης σκληρότητας της διατάξεως της ΠΚ 380 § 2. Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της § 2 του άρθρου 380 του ΠΚ, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική αυτή περίσταση προς ευόδωση της ληστείας, η οποία θεμελιώνεται στα περιστατικά, ότι οι δράστες της ληστείας "έμειναν απαθείς και φάνηκαν άσπλαχνη" στις κραυγές πόνου του αιμοραγούντος θύματος και "στη θέα της λίμνης του αίματος στο δάπεδο". Και ότι τα ανθρώπινα αισθήματα δεν συνιστούν πράξη κατά την έννοια του άρθρου 14 ΠΚ, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, μη παραθέτουσα, πέραν των αισθημάτων, και πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση της περί εκτέλεσης της ληστείας με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό, υπέπεσε και στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την κατάγνωση σε αυτόν της επιβαρυντικής αυτής περίστασης. Όμως, με το αναλυτικό και λεπτομερές σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται με κάθε λεπτομέρεια πραγματικά περιστατικά και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, που οι τελευταίες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 § 2 του ΠΚ, περιλαμβάνονται στον όρο "πράξεις". Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την επιβαρυντική αυτή περίπτωση της ληστείας για τον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο προαναφερόμενος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσβάλλεται η άνω απόφαση, ως προς την καταδικαστική κρίση για το βάσιμο έγκλημα της ληστείας για παράθεση αντιφατικής αιτιολογίας, που εκθέτει στην αίτησή του, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, και συγκεκριμένα, σχετικά με το αναφερόμενο στο σκεπτικό και κλεμμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με το οποίο ο αναιρεσείων θεάθηκε να μεταβαίνει στο συνδεόμενο φιλικά με αυτόν πρόσωπο, στο συνεργείο του στα ..., αλλά και αυτό χρησιμοποιήθηκε και για τη διαφυγή των ληστών μετά την πράξη τους, από την Τράπεζα των ... . Τέλος, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του επικαλείται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που αποτελείται κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι το δικάσαν Εφετείο ανέγνωσε τις καταθέσεις των μαρτύρων, ΠΠ, ΡΡ, ΣΣ και ΤΤ χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αν υπήρχε και ποιο ήταν το εξαιρετικό σοβαρό κώλυμα, που εμπόδιζε την κλήση τους στο ακροατήριο, με την παράλειψή του δε αυτή, το Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 § 3 εδάφ. δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 § 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, να εξετάσει τους μάρτυρες και έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 § 1 περ. δ' ΚΠΔ, που στηρίζει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται όχι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποίο ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχεχικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύναμη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μιας τέτοιας κατάθεσης, δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και από το άρ. 14 παρ. 2 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1996, κυρώθηκε από την Ελλάδα με τo Ν. 2462/1997 και ισχύει από 5.8.1997 (ΦΕΚ Α. 25), να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρ. 171 παρ. 1 σχοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, όχι η ανάγνωση αυτής έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, που λήφθηκαν κατά την προδικασία κι έτσι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις σ'αυτούς, μολονότι δεν απεδείχθη το ανέφικτο της κλήτευσή τους είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι από τα ενσωματωμένα στην απόφαση που προσβάλλεται, πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η ανάγνωση αυτή έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Συνεπώς, δεν επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας και εντεύθεν απορριπτέος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 443/20-5-1998) αίτηση του Χ γα αναίρεση της με αριθμό 5/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή