Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 852 / 2012    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης των τριών αναιρεσειόντων, ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης του κλητευθέντος αναιρεσείοντος, μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής. Δέχεται αίτηση αναίρεσης λοιπών αναιρεσειόντων ως βάσιμη. Οι λόγοι αναιρέσεως των λοιπών πέντε αιτήσεων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω συνεκτίμησης εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, είναι βάσιμοι.




ΑΡΙΘΜΟΣ 852/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τις 16 και 20 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτη), για συμπλήρωση της σύνθεσης και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Π. του Δ., 2. Χ. Π. του Δ., κατοίκων Βέροιας, 3. Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν, 4. Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5. Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 6. Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 7. Μ. Τ., 8. Σ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου, περί αναιρέσεως της 163/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Ν. του Ν., κατοίκου ... και 2. Χ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη-Ζωή Τσιγαρά.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Νοεμβρίου 2011 (τρεις) και από 28 Νοεμβρίου 2011 (πέντε) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1430/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 28 Νοεμβρίου 2011 (τρεις) αιτήσεις αναίρεσης των ως άνω αιτούντων την αναβολή αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, καθώς και να απορριφθούν οι λοιπές αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Επί των αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Δ. Π., Ε. Π. και Χ. Π..
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο εμφανίστηκε στο παρόν δικαστήριο ο δικηγόρος Ευθύμιος Αναγνώστου, ως εκπροσωπών τους αναιρεσείοντες Δ., Ε. και Χ. Π. και ζήτησε αναβολή της συζήτησης, για το λόγο ότι αδυνατεί να νομιμοποιηθεί και να παρασταθεί γι αυτούς, ως μη κατέχων το αναγκαίο πληρεξούσιο. Το παραπάνω αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναβολής δε συνιστά κατά την κρίση του δικαστηρίου ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση που δικαιολογεί την αναβολή, ενόψει μάλιστα του ότι σχετική κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδόθηκε στους άνω τρεις αναιρεσείοντες και στον αντίκλητο δικηγόρο τους για τη σημερινή δικάσιμο της 15-5-2012, από 11-1-2012 και 17-2-2012, αντίστοιχα και οι αναιρεσείοντες αυτοί είχαν αρκετό χρόνο και δυνατότητα να διορίσουν συνήγορο και να χορηγήσουν σε αυτόν εγκαίρως σχετικό πληρεξούσιο για την παράστασή τους στον ’ρειο Πάγο, πράγμα που δεν έπραξαν, καίτοι μάλιστα οι πλημμεληματικές πράξεις απάτης που καταδικάστηκαν, έχουν χρόνο τελέσεως την 11-12-2003 και παραγράφονται στις 11-12-2011.
Περαιτέρω, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, αφού δεν παρέστη ο ανωτέρω συνήγορός τους, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση αυτών να ερευνηθεί περαιτέρω ερήμην των τριών αυτών αναιρεσειόντων.
Όπως προκύπτει από τα από 11-1-2012, 10-1-2012, 11-1-2012 αποδεικτικά επιδόσεως προς τους άνω απολιπόμενους τρεις αναιρεσείοντες Δ., Ε. και Χ. Π., του αρχιφύλακα ΑΤ Βέροιας ... (δύο), της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και από 17-2-2012 τρία αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... προς αντίκλητο δικηγόρο τους, οι τρεις απολιπόμενοι αναιρεσείοντες και ο ορισθείς αντίκλητος δικηγόρος τους Α. Τασούλης, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν οι αναιρεσείοντες στη συνεδρίαση της 15 / 5 /2012, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 28/ 11 /2011 αυτοτελής αίτησή τους. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, οι ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες, μετά την ως άνω απόρριψη του άνω αιτήματός τους για αναβολή, δεν παραστάθηκαν κατ'αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και επομένως πρέπει να δικασθούν ερήμην και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αυτών, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Β. Επί των αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Ε. Κ., Ε. Μ., Ι. Μ., Σ. Μ. και Μ. Τ..
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 163/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάσθηκαν, σε πρώτο βαθμό, οι αναιρεσείοντες σε βαθμό πλημμελήματος, για απάτη επί δικαστηρίου, με χρήση ψευδούς κατά περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης μάρτυρος, σε μη εφέσιμη ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών ο καθένας.
Συνεπώς, από τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ΚΠΔ στο οποίο ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, προκύπτει ότι το "ανέκκλητο" της αποφάσεως, συνεπεία του οποίου μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως, σκοπείται σε σχέση προς τον αναιρεσείοντα και όχι σε σχέση προς όλους τους διαδίκους και κατ' ακολουθίαν οι κρινόμενες πέντε αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αρ. 163/2011 μη εκκλητής για τους πέντε αναιρεσείοντες αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, είναι παραδεκτές και ερευνητέες περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, καίτοι άλλος συγκατηγορούμενος (Θ. Λ.) καταδικάσθηκε σε εφέσιμη ποινή για κακουργηματική απάτη και εκκρεμεί προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο έφεση αυτού.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικεί΅ενο του εγκλή΅ατος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λα΅βάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκει΅ένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Επίσης, δεν συντρέχει η παραπάνω ακυρότητα της διαδικασ, αν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτουν από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 163/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία καταδικάσθηκαν, σε πρώτο βαθμό, οι πέντε αναιρεσείοντες Ε. Κ., Ε. Μ., Ι. Μ., Σ. Μ. και Μ. Τ., σε βαθμό πλημμελήματος, για απάτη επί δικαστηρίου, από κοινού, με χρήση ψευδούς κατά περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης μάρτυρος (του Θ. Λ.), σε μη εφέσιμη ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία, ενώ ο μη αναιρεσείων κατηγορούμενος Θ. Λ. καταδικάστηκε σε εφέσιμη ποινή, για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) και για ψευδορκία μάρτυρος (σε ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου που χρησιμοποίησαν οι νυν αναιρεσείοντες στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών προς απόκρουση ασκηθείσας εναντίον τους τακτικής αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας), το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατά είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους αναιρεσείοντες και τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Θ. Λ.), μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν στην περιοχή του ορεινού όγκου των Γρεβενών και πλησίον του ήδη λειτουργούντος τουριστικού χιονοδρομικού κέντρου Βασιλίτσας ήδη είχε αρχίσει εντεινόμενη συνεχώς η τουριστική και οικονομική ανάπτυξή της ευρύτερης περιοχής, λόγω της αυξημένης παρουσίας τουριστών χειμερινού κυρίως τουρισμού, με συνέπεια την παράλληλη αύξηση και της οικιστικής ανάπτυξης, λόγω της ζήτησης τουριστικών καταλυμάτων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των τουριστών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της αύξησης των αξιών των ακινήτων στην περιοχή Πολυνερίου, της οποίας ήταν γνώστης, καθόσον κατάγεται από αυτήν και είχε διατελέσει και Πρόεδρος της ομώνυμης Κοινότητας επί δύο τετραετίες, καθώς και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου, και η οποία (περιοχή) βρίσκεται πλησίον του ορεινού όγκου της Πίνδου και κυρίως του χιονοδρομικού κέντρου της Βασιλίτσας, ήλθε σε επαφή με τρίτους επενδυτές, οι οποίοι εκδήλωναν ενδιαφέρον να προχωρήσουν σε αγορές τεμαχίων γης, στην περιοχή Πολυνερίου, με σκοπό την περαιτέρω τουριστική αξιοποίησή τους, εμφανιζόμενος προς αυτούς είτε ως ιδιοκτήτης αγροτεμαχίων, είτε παράλληλα ότι εκπροσωπεί άλλους ιδιοκτήτες, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να πωλήσουν σε τρίτους τις ιδιοκτησίες τους. Στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητας του, (ο πρώτος κατηγορούμενος) εκμεταλλευόμενος επιπλέον και το γεγονός α) ότι οι κάτοικοι ..., από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, δηλαδή από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και μετά, έπαυσαν να καλλιεργούν τις εκεί ιδιοκτησίες τους και έτσι, για υποκειμενικούς ο καθένας λόγους, δεν ασκούσαν συνεχή εποπτεία επί των ιδιοκτησιών τους και β) ότι στην ευρύτερη περιοχή των Γρεβενών (όπως και στο Πολυνέρι) δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας και οι περισσότεροι στηρίζουν το δικαίωμα κυριότητας τους σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης, ήτοι σε έκτακτη χρησικτησία, εμφάνιζε, είτε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, είτε και μόνος του, τμήματα της επίδικης περιοχής ως ανήκοντα είτε στην κυριότητα του είτε στη συγκυριότητα των συγκατηγορουμένων του, παρόλο που τόσο αυτός όσο και οι συγκατηγορούμενοι του γνώριζαν ότι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των πωλουμένων ακινήτων δεν ήταν αυτό που εμφανίζετο στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και τα ειδικά πληρεξούσια που συντάσσοντο για τον σκοπό αυτό, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει αυτός και οι συγκατηγορούμενοι του παράνομο περιουσιακό όφελος από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων, βλάπτοντας έτσι τους πραγματικούς κυρίους, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.
Η δραστηριότητα αυτή του πρώτου κατηγορουμένου άρχισε να αποκαλύπτεται περί τα τέλη του έτους 2002. Συγκεκριμένα, ενόψει της επένδυσης που θα πραγματοποιείτο στην περιοχή ... από τον Χ. Ε. Μ., κάτοικο ..., η Διεύθυνση Δασών Ν. Γρεβενών, μετά από αίτηση του τελευταίου, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 51/ΔΑΣ- 8381/11-9-2002 πράξη χαρακτηρισμού και ανάρτησε στα γραφεία της Κοινότητας το από μηνός Φεβρουαρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα, με τον σχετικό κτηματολογικό πίνακα των ιδιοκτησιών στη θέση "Γκαμπζιά" ή "Κοπάνες" και " Μήτσιαλου Βαρκά", στο Δ. Δ. ..., το οποίο συνέταξε ο Σ. Μ., αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός, στο οποίο αποτυπώνοντο τόσο οι γεωργικές, όσο και οι δασικές εκτάσεις της περιοχής, συνολικού εμβαδού 95.967,75 τ.μ. και 21.659,25 τ.μ., αντιστοίχως. Όπως αναφέρεται στο τοπογραφικό, η υπόδειξη των ορίων των ιδιοκτησιών έγινε από τους Δ. Τ., Ε. Μ. (τρίτο κατηγορούμενο), Θ. Λ. (πρώτο κατηγορούμενο), Σ. Λ. (σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου) και Α. Χ., ενώ από τον κτηματολογικό πίνακα προέκυπτε ότι οι γεωργικές εκτάσεις (συνολικού εμβαδού 95.967,75 τ.μ.) ανήκαν μόνο σε εννέα οικογένειες. Το τελευταίο θορύβησε αρκετούς κάτοικους της περιοχής, γιατί διαπίστωσαν ότι με την ως άνω ανάρτηση του Δασαρχείο επήλθε διατάραξη στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, αφού οι ιδιοκτησίες τους, που βρίσκοντο στην εν λόγω περιοχή, περιελήφθησαν σ' αυτές των αναφερομένων ως ιδιοκτητών στον κτηματολογικό πίνακα.
Έτσι, άρχισε να αποκαλύπτεται η δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω. Στις 11-12-2003, ο πρώτος κατηγορούμενος, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ε. Π., Χ. Π., Δ. Π. (8°, 9° και 10η), και την ήδη αποβιώσασα Γ. χηρ. Δ. Π., παρέστησαν ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά, ότι οι εν λόγω συγκατηγορούμενοι του, είναι αποκλειστικοί κύριοι ενός αγρού στη θέση "Κοπάνες" της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ., και με τον τρόπο αυτό την έπεισαν να προβεί στη σύνταξη του υπ' αριθμό .../11-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου πρώτος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου και για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους Ξ. Μ. του Κ. και Ν. Β. του Κ.. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι οι προαναφερόμενοι δεν ήσαν συγκύριοι ολοκλήρου του ακινήτου, αλλά τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκταση 4.000 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ.. Περιήλθε δε σε αυτόν από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949. Από τότε ο προαναφερόμενος το είχε, συνεχώς και αδιαλείπτως, στη νομή και κατοχή του, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, μέχρι το χρόνο της πώλησης, καθιστάμενος έτσι κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ). Στην πράξη τους αυτή προέβησαν οι προαναφερόμενοι (πωλητές) με σκοπό να προσπορίσουν στο εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους των πωλητών τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου οι πωλητές δεν είχαν δικαίωμα κυριότητας, ύψους 12.000 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα, πραγματικό κύριο, όσο και τους αγοραστές. Το γεγονός ότι το παραπάνω τμήμα του μεταβιβασθέντος ακινήτου, εμβαδού 4.000 τ.μ., ανήκει στην κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ., επιβεβαιώνεται από τις ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσες καταθέσεις όχι μόνο του τελευταίου, αλλά και των μαρτύρων, Θ. Λ., Δ. Λ., Α. Γ., Α. Τ., Χ. Λ., Ι. Κ., Σ. Δ., Α. Β. και Γ. Κ., οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ..., είναι ιδιοκτήτες ακινήτων στην ίδια περιοχή και συνεπώς έχουν άμεση αντίληψη των γεγονότων, ενώ ουδείς από τους λοιπούς εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες κατέθεσε κάτι διαφορετικό. Τα ίδια αναφέρουν και οι Γ. Δ. Μ. και Σ. Χ. Δ., κάτοικοι ..., γεννηθέντες το έτος 1919 και 1938, αντιστοίχως, στην υπ' αριθμ. .../29-11-2002 ένορκη βεβαίωση τους, ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, οι οποίοι περιγράφουν με σαφήνεια και λεπτομερώς, από ίδια αντίληψη, τη θέση, τα όρια και την έκταση της επίδικης ιδιοκτησίας του εγκαλούντος, τον τρόπο με τον οποίο την απέκτησε από τον πατέρα του και τις πράξεις νομής του επ' αυτής. Ενισχυτικό της δόλιας συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι, στο από 16-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο Ι. Μ., πολιτικός μηχανικός και επισυνάπτεται στο παραπάνω, υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο, τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου υποδεικνύει ο ίδιος, ειδικός, πληρεξούσιος των πωλητών και όχι οι τελευταίοι, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι. Επίσης, η δόλια συμπεριφορά των προαναφερομένων κατηγορουμένων ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην πωληθείσα έκταση των 19.460 τ.μ., περιέλαβαν και ένα τμήμα δασικής έκτασης, κάτι το οποίο γνώριζαν, καθόσον αποτυπώνετο αυτή ως τέτοια στην παραπάνω και προηγηθείσα της μεταβίβασης ανάρτηση του Δασαρχείου Γρεβενών. Οι 8ος, 9ος και 10η κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4.000 τ.μ., αποτελεί τμήμα του ακινήτου το οποίο περιήλθε σε αυτούς από κληρονομιά του πατέρα τους, Δ. Ε. Π., που πέθανε το έτος 1981 και την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../11-12-2001 δήλωσή τους, ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, που μεταγράφηκε νομίμως και ότι στο δικαιοπάροχο πατέρα τους περιήλθε από κληρονομιά του κατά το έτος 1971 αποβιώσαντος Β. Π. του Π., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../20-12-1968 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βέροιας Αντωνίου Σαρρηκωστή, και δημοσιεύθηκε νομίμως. Όπως προκύπτει, όμως, από το περιεχόμενο της ως άνω δημόσια διαθήκης, ο διαθέτης εγκαθιστά γενικό κληρονόμο του των πατέρα των κατηγορουμένων, στον οποίο καταλείπει όλη την περιουσία του, κινητή και ακίνητη, οσηδήποτε και οπουδήποτε ήθελε βρεθεί αύτη κατά το θάνατο του, χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά σε αυτήν έστω του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία του και συνεπώς, το γεγονός αυτό και μόνο (της εγκατάστασης του πατέρα των κατηγορουμένων), δεν αίρει την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, έστω και αν ο δικαιοπάροχος των κατηγορουμένων, Δ. Π., υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Βέροιας την υπ' αριθμ. .../1979 αρχική δήλωση κληρονομιάς, με την οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, ένα βοσκότοπο πενήντα (50) στρεμμάτων σε διάφορες τοποθεσίες της Κοινότητας Πολυνερίου Γρεβενών (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 4868/79/12-6-1979 πιστοποιητικό της Οικ. Εφορίας Βέροιας), καθόσον πρόκειται περί μίας γενικής και αόριστης δήλωσης, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τη θέση, το εμβαδόν και τα όρια των ακινήτων στα οποία αυτή αναφέρεται. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι, όπως προέκυψε από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, η οικογένεια Π. έχει στην κυριότητά ένα αγρό, που βρίσκεται στην επίδικη περιοχή, ο οποίος όμως έχει πολύ μικρότερη έκταση από αυτήν που αναφέρεται στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο και σε κάθε περίπτωση δεν καταλαμβάνει τμήμα του επιδίκου ακινήτου του εγκαλούντος, Χ. Δ.. Από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Στις 20-11-2003, ο πρώτος κατηγορούμενος (Θ. Λ.), ενόψει της συζήτησης της υπ' αριθμ. καταθ. 198/2003 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, που άσκησαν οι Α. Ζ., Ν. Ν., Ε. Ν. και Α. συζ. Β. Ν. (εγκαλούσα) κατά των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτης και έβδομου των κατηγορουμένων, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών, Μενέλαου Παπαϊωάννου, όπου κατέθεσε ενόρκως, και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../20- 11-2003 ένορκη βεβαίωση, ότι ο Ι. Μ. του Ε. ήταν μέχρι το έτος 1996 κύριος, κάτοχος και ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων και ενός αγρού 16 περίπου στρεμμάτων, στη θέση "Μήτσιαλου Βαρκά", στην κτηματική περιοχή ... του Δ. Θ. Ζ., που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Σ., ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και Τ., με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό Γρεβενών - Σμίξης και ιδιοκτησία κληρονόμων Τ. (στην κατεύθυνση Κοινότητας Πανοράματος) και με ιδιοκτησίες Π. και Τ., τον οποίο μεταβίβασε το 1997 στα παιδιά του. Την ένορκη αυτή βεβαίωση προσκόμισαν οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, στις 4-6-2004, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους. Το Ειρηνοδικείο Γρεβενών, με την υπ' αριθμ. 98/2004 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη και στη συνέχεια, μετά από έφεση των εναγόντων κατά της εν λόγω απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με την υπ' αριθμ. 4/2008 τελεσίδικη απόφασή του, απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Όπως αποδείχθηκε όμως, ένα τμήμα του ως άνω αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., είχε περιέλθει κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στον Α. Ζ. του Ν., από γονική παροχή του πατέρα του Ν. Ζ. του Α., δυνάμει του υπ' αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής, της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας Παρθένας Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νομίμως, ενώ η ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού 34 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από και κατά ίσα μερίδια στους α) Ν. Ν. του Β. και β) Ευθύμιο Ν. του Β., από γονική παροχή της μητέρας τους, Α. συζ. Β. Ν., η οποία παρακράτησε υπέρ αυτής την επικαρπία τούτου, με το υπ' αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής, της ίδιας συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας, Παρθένας Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νομίμως. Περαιτέρω, στη μεν εγκαλούσα και "παρέχουσα γονέα", Α. Ν., περιήλθε το επίδικο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από άτυπη δωρεά εκ μέρους του πατέρα της, Ν. Ζ. του Γ., κατά το έτος 1961, στο δε "παρέχοντα γονέα" Ν. Ζ. του Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από άτυπη δωρεά εκ μέρους του πατέρα του, Α. Ζ. του Γ., κατά το έτος 1950. Έτσι, η μεν εγκαλούσα, από το έτος 1961, ο δε Ν. Α. Ζ., από το έτος 1950, είχαν το επίδικο ακίνητο στην ανεπίληπτη νομή και κατοχή τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μέχρι και το έτος 2002, οπότε κατέστησαν συγκύριοι τούτου, κατά τα εν λόγω ποσοστά, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και στη συνέχεια, μεταβίβασαν το ιδανικό μερίδιο τους στα τέκνα τους, λόγω γονικής παροχής, με τα ανωτέρω, υπ' αριθμ. .../1-10- 2002 και .../4-10-2002 συμβόλαια γονικής παροχής, της προαναφερομένης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νομίμως. Επίσης και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των προαναφερομένων, Ν. Γ. Ζ. και Α. Γ. Ζ., από τότε που το επίδικο ακίνητο περιήλθε σε αυτούς, από άτυπη δωρεά του πατέρα τους, Γ. Ζ. ή Μ., ασκούσαν επί τούτου από κοινού φυσική εξουσίαση διανοία συγκυρίου και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν από κοινού, συνέλεγαν τους καρπούς και το επόπτευαν, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τρίτους. Επομένως, όσα ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του, σχετικά με τον επίδικο αγρό των 4.960,70 τ.μ., ήσαν ψευδή και αυτός το γνώριζε. Πρόθεση του δε ήταν να συνδράμει τους 3°, 4°, 5°, 6η και 7° των συγκατηγορουμένων του στην τέλεση του αδικήματος της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου, που διέπραξαν αυτοί σε βάρος της εγκαλούσας, με σκοπό να κερδίσουν χρήματα, ζημιώνοντας την εγκαλούσα, καθόσον κατά την περίοδο εκείνη η αξία της γης στην εν λόγω περιοχή, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης, ήταν υψηλή. Επίσης και οι προαναφερόμενοι συγκατηγορούμενοι του γνώριζαν ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης ήταν ψευδές. Παρόλα αυτά, την προσκόμισαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής των Α. Ζ. κλπ. εναντίον τους, προς απόδειξη του αποδεικτέου θέματος της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 4.960,70 τ.μ., παριστάνοντας έτσι ψευδώς ότι τούτο ανήκε στη συγκυριότητα τους και έτσι παραπλάνησαν τόσο την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με την υπ' αριθμ. 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την εν λόγω ψευδή βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή, όσο και τους δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την εν λόγω ψευδή βεβαίωση, απέρριψε την έφεση που άσκησαν οι ενάγοντες κατά της παραπάνω απόφασης του Ειρηνοδικείου, με αποτέλεσμα να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επιδίκου, δηλαδή 5.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των αντιδίκων τους. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσες καταθέσεις όχι μόνο της εγκαλούσας, Α.ς Ν., αλλά και των μαρτύρων Χ. Δ., Θ. Λ., Δ. Λ., Α. Γ., Α. Τ., Χ. Λ., Ι. Κ., Α. Β. και Γ. Κ., οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο ..., είναι ιδιοκτήτες ακινήτων στην ίδια περιοχή και συνεπώς έχουν άμεση αντίληψη των γεγονότων, ενώ ουδείς από τους λοιπούς εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσε κάτι διαφορετικό. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των 3ου έως και 7ου των κατηγορουμένων, Ι. Ε. Μ., επικαλούμενος κτήση του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως τμήματος μεγαλυτέρου, συνολικής έκτασης 15.467 τ.μ., το μεταβίβασε στα τέκνα του (3° έως και 6° από αυτούς), με το υπ' αριθμ. .../1997 συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, που μεταγράφηκε νομίμως, το οποίο προηγείται χρονικώς των ως άνω συμβολαίων γονικής παροχής (που καταρτίστηκαν το 2002), καθόσον το συμβόλαιο τούτο καταρτίστηκε σε πρόσφατο χρόνο. Επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται: α) Από το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../28-5-2003 και .../20-11-2003 ένορκων βεβαιώσεων της Β. συζ. Ι. Μ., μητέρας των 3ου έως 6ου και γιαγιάς του 7ου των κατηγορουμένων, ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, η οποία ναι μεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, πλην όμως οι καταθέσεις της δεν κρίνονται πειστικές ενόψει της συγγενικής της σχέσης με τους κατηγορούμενους. Και β) από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. .../28-5-2003 ένορκης βεβαίωσης του Χ. Κ. Κ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, των υπ' αριθμ. .../28-5-2003 και .../21-11-2003 ένορκων βεβαιώσεων του Αθανασίου Λ. Ν., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παπαϊωάννου, των από 12-12-1996 και 13-12-1996 υπευθύνων δηλώσεων των Ν. Γ. Κ. και Μ. Δ. Τ. και της από 21- 12-1996 βεβαίωσης του Προέδρου της Κοινότητας Πολυνερίου (η οποία σημειωτέον έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, αφού δεν αφορά την προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση), ενόψει του ότι δεν κρίνονται πειστικές, αφού αντικρούονται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομίμως κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ζωντανή διαδικασία. Τονίζεται, ότι ενώ οι κατηγορούμενοι, είχαν την ευχέρεια και τη δυνατότητα να προτείνουν τους προαναφερόμενους ως μάρτυρες υπερασπίσεως, ώστε η αξιοπιστία και η βασιμότητα των καταθέσεων τους να αξιολογηθούν και να κριθούν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εν τούτοις δεν το έπραξαν, αλλά ούτε εξέτασαν κάποιο άλλο μάρτυρα, αρκούμενοι στην προσκόμιση των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων. Και γ) από το υπ' αριθμ. .../1946 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Σιούλη, που αφορά την αγοραπωλησία αγρού στην ίδια περιοχή, το οποίο εμφανίζει ως νότιο όριο του μεταβιβαζόμενου αγρού τον Ι. Μ., καθόσον δεν προκύπτει ότι το ακίνητο τούτο συμπίπτει με το επίδικο, ή με κάποιο άλλο τμήμα του ακινήτου του Ι. Μ., καθόσον δεν αναφέρονται τα ακριβή όρια του αγρού του τελευταίου. Τέλος, η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι α) εκμίσθωναν τον αγρό των 15.467 τ.μ. σε τρίτους καλλιεργητές, κατά τα έτη 1999 - 2001, ούτε και από το ότι οι καλλιέργειες στο συγκεκριμένο αγρό ελέγχθηκαν το έτος 2000 από την αρμόδια επιτροπή ελέγχου γεωργικής εκμετάλλευσης, β) δήλωναν στο έντυπο Ε9 των φορολογικών τους δηλώσεων το συγκεκριμένο αγρό, γ) αξίωσαν με την από 2-12-2002 αγωγή τους, κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Γρεβενών, που άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, αποζημίωση για ζημίες που υπέστησαν στην ιδιοκτησία τους από τη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού που διέρχεται από το συγκεκριμένο σημείο, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 365/2003 απόφαση του Δικαστηρίου, καθόσον όλα τα ανωτέρω αναφέρονται σε πρόσφατο χρόνο και δεν προσπορίζουν κυριότητα. Τονίζεται, ότι όλες οι παραπάνω ενέργειες των 3ου έως και 7ου των κατηγορουμένων, που σχετίζονται με το ως άνω ακίνητο (γονική παροχή προς αυτούς από τον πατέρα τους, εκμίσθωση σε τρίτους, δήλωση στο Ε9), οι οποίες περιήλθαν σε γνώση της εγκαλούσας (Α. Ν.) μετά την αποκάλυψη της δραστηριότητας του πρώτου κατηγορουμένου, άρχισαν μετά την, σύμφωνα με τα παραπάνω, τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με την κυριότητα του επιδίκου και γεννά εύλογα ερωτηματικά για τις προθέσεις των κατηγορουμένων. Ενισχυτικό, επίσης, της δόλιας συμπεριφοράς των παραπάνω κατηγορουμένων, είναι και το γεγονός ότι το ως άνω από μηνός Φεβρουαρίου 2002 κτηματολογικό διάγραμμα, που αναρτήθηκε από τη Διεύθυνση Δασών Γρεβενών, μαζί την υπ' αριθμ. 51/ΔΑΣ - 8381/11-9-2002 πράξη χαρακτηρισμού και αποτέλεσε το έναυσμα για την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του πρώτου κατηγορουμένου, καθόσον επέφερε τη διατάραξη στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, συντάχθηκε μετά από υπόδειξη των ορίων η οποία έγινε από τους Θ. Λ. (πρώτο κατηγορούμενο), Σ. Λ. (σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου, αρχικώς κατηγορουμένη και μετέπειτα αποβιώσασα) Ε. Μ. (3° κατηγορούμενο), Δ. Τ. και Α. Χ.. Τέλος, ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου αποτελεί και το γεγονός, ότι στις ορεινές περιοχές των Γρεβενών, όπως η ένδικη, αλλά και στην υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα, δεν είναι σύνηθες το φαινόμενο της ύπαρξης από το παρελθόν ενιαίων αγροτεμαχίων μεγάλης έκτασης (15-16 στρεμμάτων), καθόσον δεν ήταν εφικτό, λόγω κυρίως της μορφολογίας του εδάφους (λόφοι, ρέματα, βουνά, μικροί ποταμοί κλπ.) και των ελλιπών τεχνικών μέσων, σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές της υπόλοιπης χώρας, όπου η επίπεδη διαμόρφωση του εδάφους ευνόησε την ανάπτυξη μεγάλων ενιαίων ιδιοκτησιών γης. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι η αξία των ένδικων ακινήτων δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η αξία των εν λόγω ακινήτων, κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων, ανερχόταν σε 2.500 έως 3.000 ευρώ ανά στρέμμα. Ενισχυτικό τούτου, είναι το γεγονός ότι στο ως άνω, υπ' αριθμ. .../11-12-2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, με το οποίο οι τρεις τελευταίοι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν το ως άνω ακίνητο, συνομολογείται ποινική ρήτρα ανερχόμενη στο ποσό των 70.000 ευρώ, ενώ το τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας ορίζεται συνολικά σε 3.270 ευρώ (για αγρό έκτασης 19.460 τ.μ.). Τονίζεται, επίσης, ότι είναι παγκοίνως γνωστό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ, 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ότι οι εμπορικές αξίας των ακινήτων είναι πολλαπλάσιες των αντικειμενικών και συνεπώς οι τελευταίες δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο για τον προσδιορισμό της αξίας των επιδίκων, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος. Περαιτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίσταση τέλεσης της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου, στράφηκε όχι μόνο κατά του εγκαλούντος, Χ. Δ., αλλά σε βάρος και άλλων συγχωριανών του, εμφανίζοντας είτε από κοινού με άλλους, είτε και μόνος του, τμήματα της επίδικης περιοχής ως ανήκοντα είτε στην κυριότητα του είτε στη συγκυριότητα τρίτων, παρόλο που τόσο αυτός όσο και οι τελευταίοι γνώριζαν ότι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των πωλουμένων ακινήτων δεν ήταν αυτό που εμφανίζετο στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και τα ειδικά πληρεξούσια που συντάσσοντο για τον σκοπό αυτό, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει αυτός και οι λοιποί παράνομο περιουσιακό όφελος από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων, βλάπτοντας έτσι τους πραγματικούς κυρίους, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία, τα ίδια έπραξε και σε βάρος των μαρτύρων Θ. I. Λ., Α. Γ. Γ., Α. Γ. Τ., Χ. Γ. Λ., Ι. Β. Κ., Α. Β. Β. και Γ. Δ. Κ., οι περισσότεροι των οποίων δικαιώθηκαν δικαστικώς. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την επανειλημμένη τέλεση της παραπάνω πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι παραπάνω κατηγορούμενοι, ο μεν πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της ψευδορκίας μάρτυρα, οι δε λοιποί (3ος έως και 10η) για την αξιόποινη πράξη της πλημμεληματικής απάτης και να αναγνωρισθεί στους 1°, 3°, 5°, 6η, 7°, 8° και 10Π το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 παρ. 2α' Π.Κ.).
Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε, με την προσβαλλόμενη με αρ. 163/2011 απόφασή του, κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους απάτης επί δικαστηρίου από κοινού. Το δικαστήριο αυτό, για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή η .../20-11-2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Θ. Λ., ενώπιον συμβολαιογράφου δοθείσα, που ως εναγόμενοι προσκόμισαν στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών, ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο και επομένως το δικαστήριο αυτό εξαπατήθηκε από τους αναιρεσείοντες και εξέδωσε απορριπτική της εναντίον τους αγωγής κυριότητας αγρού απόφαση, επικυρωθείσα μάλιστα από το κατ'έφεση δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, έλαβε υπόψη του, αμέσως και ευθέως και συνεκτίμησε εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 163/2011 απόφασης στις σελίδες 59-60 του αιτιολογικού αυτής, και τα έγγραφα, α) το 4868/12-6-1979 πιστοποιητικό της Οικ. Εφορίας Βέροιας, β) την υπ' αριθμ. 198/2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, Α. Ζ., Ν. Ν., Ε. Ν. και Α. Ν. και γ) το από 16-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., τα οποία ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και για το λόγο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι από τα ανωτέρω πράγματι αναφερόμενα στο αιτιολογικό και συνεκτιμηθέντα για την επί της ενοχής κρίση του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα: α) η 198/2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας Α. Ζ. κλπ, αναγνώσθηκε με αρ. 100 του καταλόγου των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων(βλ. σελ. 48 πρακτικών), β) το από 16-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ιω. Μήλιου, αναγνώσθηκε ομού με το με αρ. .../2003 συμβόλαιο, στο οποίο και επισυνάπτεται ( βλ. αρ. 27 καταλόγου αναγνωσθέντων εγγράφων προσκομισθέντων από κατηγορουμένους σε σελ. 52 πρακτικών). Όμως το με αρ. 4868/12-6-1979 πιστοποιητικό της Οικ. Εφορίας Βέροιας, αναφέρεται στη σελ. 59 του αιτιολογικού, ότι αφορά δηλωθέντα με τη με αρ. .../1979 αρχική δήλωση κληρονομίας βοσκότοπο 50 στρεμμάτων από τον αρχικό δικαιοπάροχο των κατηγορουμένων Δ. Π., χωρίς αυτά τα δύο έγγραφα να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, ούτε το περιεχόμενό τους να προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Συγκεκριμένα, στο παραπάνω εκτιθέμενο εκτενές αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ότι ο επίδικος αγρός (βοσκότοπος), ανήκει κατά κυριότητα στους ενάγοντες, σε αντίθεση με την εσφαλμένη κρίση των πολιτικών δικαστηρίων που κατά την κατηγορία εξαπατήθηκαν από τους κατηγορουμένους και απέρριψαν την αγωγή κυριότητας, και το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, για να ανατρέψει ισχυρισμό ιδίας συγκυριότητας των εναγομένων- κατηγορουμένων επί του επιδίκου ακινήτου, αναφέρει ότι δεν αίρει την κρίση του δικαστηρίου το γεγονός της, με τη με αρ. .../1968 δημόσια διαθήκη του Β. Π., εγκατάστασης στη κληρονομία του Δ. Π., δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων, έστω και αν ο άνω κληρονόμος- δικαιοπάροχος των κατηγορουμένων, υπέβαλε στην οικονομική εφορία Βέροιας τη με αρ. .../1979 αρχική δήλωση κληρονομίας, με την οποία δήλωσε και ένα βοσκότοπο 50 στρεμμάτων σε διάφορες τοποθεσίες (βλ. το υπ. αριθμ. πρωτ. 4868/79/12-6-1979 πιστοποιητικό της οικονομικής εφορίας Βέροιας), καθόσον πρόκειται περί μιας γενικής και αόριστης δήλωσης. Δηλαδή χρησιμοποιεί το ποινικό δικαστήριο, για να εξαγάγει την επί της ενοχής των κατηγορουμένων για απάτη σε δικαστήριο κρίση του και τα παραπάνω δύο έγγραφα , ήτοι την .../1979 αρχική δήλωση κληρονομίας του Δ. Π., δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων και το υπ. αριθμ. πρωτ. 4868/79/12-6-1979 πιστοποιητικό της οικονομικής εφορίας Βέροιας, πλην όμως τα δύο αυτά έγγραφα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων και άρα δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Έτσι όμως επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί αποστερήθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι από τη δυνατότητα να εκθέσουν τις απόψεις τους και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο των δύο μη αναγνωσθέντων εγγράφων, που δεν γνώριζαν το περιεχόμενό τους και συνεπώς είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων και των πέντε αναιρεσειόντων, ως βάσιμος.
Μετά από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες πέντε αιτήσεις αναιρέσεως ως βάσιμες, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 163/2011 απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τους εν λόγω πέντε αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, όσον αφορά μόνο την κατηγορία κατά των πέντε αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για πλημμεληματική απάτη σε δικαστήριο, με χρόνο τελέσεως την 4-6-2004, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση επεκτατικό αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ, υπέρ των λοιπών καταδικασθέντων και λοιπών αναιρεσειόντων, που απορρίπτεται η αναίρεσή τους, λόγω της ερημοδικίας τους, γιατί αυτοί καταδικάσθηκαν για απάτη τελεσθείσα την 11-12-2003, με άλλη αντικειμενική υπόσταση και όχι για απάτη σε δικαστήριο, από κοινού τελεσθείσα την 4-6-2004 με τους άνω πέντε ως παραπάνω αναιρεσείοντες, των οποίων γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής των αναιρεσειόντων Δ. Π., Ε. Π. και Χ. Π..
Απορρίπτει τις με αρ. εκθ. 7, 8 και 9/28-11-2011 αιτήσεις των Δ. Π. του Δ., Ε. Π. του Δ. και Χ. Π. του Δ. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της με αρ. 163/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως ανυποστήρικτες.
Καταδικάζει τους παραπάνω τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για καθένα από αυτούς και στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων με κοινό συνήγορο πολιτικώς εναγόντων, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Δέχεται τις με αρ. εκθ. 2,3,4,5 και 6/28-11-2011 αιτήσεις των Ε. Μ. του Ι., Μ. Τ. του Ι., Σ. Μ. του Ι., Ε. συζ. Χ. Κ. και Ι. Μ. του Ε. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της με αρ. 163/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Αναιρεί τη με αρ. 163/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά τις διατάξεις της που αφορούν μόνον τους παραπάνω πέντε καταδικασθέντες αναιρεσείοντες Ε. Μ. του Ι., Μ. Τ. του Ι., Σ. Μ. του Ι., Ε. συζ. Χ. Κ. και Ι. Μ. του Ε. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της που αφορά τους άνω πέντε αναιρεσείοντες για νέα εκδίκαση στο ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή