Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1830 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Αγορά ναρκωτικών ουσιών από η΄ κατηγορούμενο (ως τοξικομανής), κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού, πώληση ναρκωτικών ουσιών από γ΄ κατηγορούμενη, απλή συνέργεια στην πώληση ναρκωτικών ουσιών από κοινού (οι λοιποί κατηγορούμενοι εκτός του η΄ κατηγορουμένου). Καταδικαστική απόφαση Πενταμελούς Εφετείου. Συνεκδίκαση έξι ξεχωριστών αιτήσεων αναιρέσεως ισάριθμων από τους οκτώ από τους κατηγορούμενους που καταδικάσθηκαν. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεων. Παράθεση από τον Άρειο Πάγο εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων που παρέλειψε να παραθέσει το δικαστήριο της ουσίας στην απόφαση του, κατ' άρθρο 514 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη επιβαλλομένης αιτιολογίας από μη αναφορά στοιχείων που δεν ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση των αποδιδομένων αξιόποινων πράξεων και από το ότι η πώληση μικροποσότητας ηρωίνης σε τρίτον έγινε από έναν από τους κατηγορουμένους πέραν των ποσοτήτων ναρκωτικών που έγινε δεκτό ότι κατείχαν από κοινού οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι μέχρι να επέμβουν οι αστυνομικού για να τους ελέγξουν. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όσον αφορά παραβίαση δικαιωμάτων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, διότι στους συνηγόρους υπεράσπισης δόθηκε ο λόγος για την επιβλητέα ποινή μετά την πρόταση του Εισαγγελέα. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι έγινε χρήση αποδεικτικών μέσων αποκτηθέντων χωρίς να εξασφαλίζεται η τήρηση της κατ' αντιδικία δίκης. Μη προσβολή υπερασπιστικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων από τη λήψη υπόψη του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας - αστυνομικού, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρθηκε σε τέλεση σε τέλεση μεταγενεστέρως από ορισμένους από τους κατηγορούμενους άλλων πράξεων, μη αποτελουσών αντικείμενο της ποινικής υποθέσεως στην κατ' έφεση δίκη. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, όσον αφορά τη λήψη υπόψη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν στο σημείο όπου γίνεται μνεία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, καθόσον αρκούσε η μνεία περί αναγνώσεως των στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την αιτίαση μη αναγνώρισης ελαφρυντικού πρότερου έντιμου βίου που αναγνωρίσθηκε υπέρ ορισμένων από τους αναιρεσείοντες. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση συνδρομής περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 24 Ν. 1729/1987 που προεβλήθη αορίστως χωρίς τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του τελευταίου κατηγορουμένου ότι έπρεπε να κριθεί ατιμώρητος ως τοξικομανής, διότι αιτιολογείται η εκ μέρους του συγκατοχή των ναρκωτικών ουσιών προς περαιτέρω διάθεση.




Αριθμός 1830/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Σ. Σ. του Π., 2)Β. Σ. του Φ., 3)Μ. Σ. του Π., 4)Τ. Τ. του Κ., 5)A. T. του S., κρατούμενες στις Φυλακές ... και 6)Χ. Σ. του Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ειρήνη Μαρούπα και Όθωνα Παπαδόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.407-408-412/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους :1)Ε. Σ. του Π. και 2)Π. Σ. του Π..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2010 έξι (6) αιτήσεις αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα απλό 10 Ιουνίου 2010 και 15 Ιουλίου 2010, δύο δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως υπ' αριθμούς εκθέσεως 9/5-3-2010 της Β. Σ. 10/5-3-2010 της Μ. Σ., 11/5-3-2010 της Τ. Τ., 12/5-3-2010 της A. T., 8/5-3-2010 της Σ. Σ. ενώπιον της νομίμου αναπληρώτριας διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών … και 7/5-3-2010 του Χ. Σ. ενώπιον του διευθυντή Κράτησης Καταστήματος …, στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, 407-408-412/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι συναφείς και συνεκδικάζονται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 περ.β'και ζ'του ν.1729/1987, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ.β' και ζ' του κ.ν.ν.3459/2006) τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων αγοράζει, πωλεί και κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα είναι, η φυσική εξουσίαση τους από το δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, είναι δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή των αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται υποκειμενικά δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Ειδικότερα συγκατοχή ναρκωτικών υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β'του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, που συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούλησή του να συμβάλλει υλικά ή ψυχικά στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Ο χρόνος τελέσεως της απλής συνέργειας τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξεως αφού η απλή συνδρομή παρέχεται αποκλειστικώς είτε πριν από την κυρία πράξη είτε κατά τη διάρκειά της. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση τέτοιας απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν αποδίδεται από το δικαστήριο στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Ε. Σ. του Π. και Π. Σ. του Π., που δεν έχουν ασκήσει αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι μέλη της ίδιας οικογένειας και κατοικούν στο ίδιο σπίτι στον .... Ύστερα από πληροφορίες που περιήλθαν στην υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης ότι οι ανωτέρω διακινούν ναρκωτικές ουσίες αστυνομικοί της υπηρεσίας αυτής έθεσαν το σπίτι τους σε παρακολούθηση. Στις 26/7/2004 και περί ώρα 14.00 διαπιστώθηκε ότι η γ' κατηγορούμενη Σ. Σ. πώλησε στον A. S. ένα μικροδέμα ηρωϊνης βάρους 0,4 gr. αντί τιμήματος 10 ευρώ. Από τον έλεγχο που επακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι κατείχαν από κοινού είχαν δηλαδή στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά βούληση α)ένα μικροδέμα ηρωϊνης βάρους 15 gr, β)πέντε μικροδέματα ηρωΐνης, βάρους 0,4 gr το καθένα, γ)39 μικροδέματα ηρωΐνης, βάρους 0,3 gr το καθένα και δ)δύο φιαλίδια με υγρή μεθαδόνη βάρους 106 gr το καθένα. Το πρώτο από τα παραπάνω μικροδέματα (των 15 gr) βρέθηκε στο έδαφος του προαυλίου του σπιτιού των κατηγορουμένων, όπου το έριξε ο πρώτος από αυτούς στην προσπάθειά του να διαφύγει τη σύλληψη, τα δε λοιπά μικροδέματα βρέθηκαν πάνω του, ενώ τα φιαλίδια με την υγρή μεθαδόνη βρέθηκαν μέσα στο σπίτι των κατηγορουμένων. Οι 1ος , 2ος , 4η , 5η , 6η και 7η των κατηγορουμένων συνέδραμαν στην ενίσχυση της ήδη ειλημμένης αποφάσεως της 3ης από αυτή να πωλήσει στον Α. Σ. την παραπάνω ποσότητα ηρωΐνης, με την παρουσία τους στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και την κατόπτευση του γύρω χώρου για τυχόν παρουσία αστυνομικών. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο 8ος κατηγορούμενος Χ. Σ. αγόρασε στη … ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα αγόρασε α)στις 25-7-2004 από έναν αλβανό με το επώνυμο "Π." αγνώστων λοιπών στοιχείων, 7 gr ηρωΐνης, που αποτελούν μέρος της παραπάνω κατεχομένης ποσότητας, αντί 150 ευρώ, και β)από έναν ρώσο αγνώστων στοιχείων, τα ανωτέρω φιαλίδια υγρής μεθαδόνης, αντί 60 ευρώ ο ίδιος δε κατηγορούμενος σε ανεξακρίβωτες ημερομηνίες μέσα στα τελευταία τρία έτη πριν από τη σύλληψή του (στις 26/7/2004) έκανε χρήση ηρωΐνης. Όμως από την υπ' αριθμ. πρωτ. 1994/27-7-2004 ιατροδικαστική έκθεση του γιατρού Δ. Ψ. αποδείχθηκε ότι ο 8ος κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων που του αποδίδονται ήταν τοξικομανής, αφού είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που αγόρασε και κατείχε (από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του) τις προόριζε για δική του αποκλειστική χρήση, αντίθετα τόσο η μεγάλη ποσότητά τους, όσο και η κατανομή τους σε μικροδέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η εν λόγω ποσότητα προοριζόταν για περαιτέρω διάθεση, ο δε σχετικός αντίθετος αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ...
Επομένως πρέπει να κηρυχθούν: α)όλοι οι κατηγορούμενοι ένοχοι της κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών, ο 8ος ως τοξικομανής, β)η 3η κατηγορούμενη ένοχος πώλησης ναρκωτικής ουσίας 0,4 gr ηρωΐνης, οι δε 1ος, 2ος,4η, 5η,6η και 7η ένοχοι απλής συνεργείας στην πώληση αυτή (όπως και πρωτοδίκως) γ)ο 8ος κατηγορούμενος ένοχος ως τοξικομανής της αγοράς ναρκωτικών ουσιών και ... Επίσης πρέπει ν' αναγνωριστούν ελαφρυντικά στον α' κατηγορούμενο του 84 παρ.2δ' ΠΚ, στον δεύτερο του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ και στους λοιπούς του αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ, να απορριφθούν όμως τα αιτήματα των γ' και ζ' κατηγορουμένων για χορήγηση και του ελαφρυντικού του άρθρου 133 ΠΚ (μετεφηβικής ηλικίας) λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους Ε. Σ., Π. Σ. και τους ήδη αναιρεσείοντες Σ. Σ., Β. Σ., A. T., Τ. Τ. και Μ. Σ. ... του ότι Α) Στο Δ. Θ. στις 26-7-2004 ενεργώντας από κοινού (και με τον έτερο των αναιρεσειόντων Χ. Σ. κατείχαν, δηλαδή είχαν στην φυσική τους εξουσία και μπορούσαν να διαθέσουν πραγματικά και κατά βούληση ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα περί ώρα 14.30'της ανωτέρω ημερομηνίας, ενώ οι ως άνω κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο προαύλιο της οικίας τους, επί της οδού ... στον Δ. Θ. και κατείχαν από κοινού (και με τον όγδοο κατηγορούμενο) τις παρακάτω αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, αφού αντιλήφθηκαν την παρουσία αστυνομικών προσπάθησαν να διαφύγουν, αλλά ακινητοποιήθηκαν από αυτούς για έλεγχο. Εν συνεχεία ο εκ των κατηγορουμένων Ε. Σ. έριξε στο έδαφος ένα μικροδέμα ηρωΐνης βάρους 15 γραμμαρίων και σε σωματική έρευνα που του έγινε από αστυνομικά όργανα βρέθηκαν πάνω του πέντε (5) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 2 γραμμαρίων και τριάντα εννέα (39) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,3 γραμμαρίων το καθένα ήτοι συνολικού βάρους 11,7 γραμμαρίων, ενώ σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε εντός της οικίας τους βρέθηκαν δύο (2) φιαλίδια υγρής μεθαδόνης βάρους 106 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων. Όλες δε τις πιο πάνω ποσότητες ηρωΐνης και μεθαδόνης τις κατείχαν από κοινού (και με τον όγδοο κατηγορούμενο) οι ως άνω κατηγορούμενοι, αφού τις είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να τις διαθέσουν πραγματικά και κατά βούληση. Β)Στο Δ. Θ., ενεργώντας από κοινού οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και (από τους αναιρεσείοντες) οι τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη από αυτούς, στις 26-7-2004 και ώρα 14.00 με πρόθεση παρείχαν οποιαδήποτε συνδρομή στο δράστη της αξιόποινης πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα συνέδραμαν στην ενίσχυση της ειλημμένης απόφασης της Σ. Σ. στην πώληση στον A… S… ενός μικροδέματος ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων, αντί του χρηματικού ποσού των 10 ευρώ με την παρουσία τους στον πιο πάνω τόπο και την κατόπτευση του γειτονικού χώρου για τυχόν παρουσία αστυνομικών. Επίσης το Εφετείο μετ' απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ. Σ. ένοχο, ως τοξικομανή, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν.1729/1987, του ότι: Α)Στη … κατά τους παρακάτω χρόνους αγόρασε ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα α)στις 25-7-2004 αγόρασε από έναν Αλβανό με το επίθετο "Π." αγνώστων λοιπών στοιχείων ηρωΐνη συνολικού βάρους 7 γραμμαρίων, αντί τιμήματος 150 ευρώ και β)στις 23-7-2004 αγόρασε από έναν Ρώσο, αγνώστων στοιχείων, δύο φιαλίδια υγρής μεθαδόνης, συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων, αντί τιμήματος 60 ευρώ. Β)Στο Δ. Θ. στις 26-7-2004, ενεργώντας από κοινού με τους πρώτο έως και έβδομη κατηγορουμένους κατείχε τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ένα μικροδέμα ηρωΐνης βάρους 15 γραμμαρίων, πέντε (5) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,4 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 2 γραμμαρίων και τριάντα εννέα (39) μικροδέματα ηρωΐνης βάρους 0,3 γραμμαρίων το καθένα ήτοι συνολικού βάρους 11,7 γραμμαρίων και δύο φιαλίδια με υγρή μεθαδόνη βάρους 106 γραμμαρίων το καθένα, ήτοι συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων κατέχοντας αυτές της άνω ποσότητες ηρωΐνης και μεθαδόνης από κοινού με τους άνω συγκατηγορουμένους του αφού τις είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση. Ακολούθως το Εφετείο αφού αναγνώρισε υπέρ των αναιρεσειουσών το ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ κατεδίκασε εξ αυτών την 3η κατηγορούμενη Σ. Σ. σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και καθόρισε την σε βάρος της στερητική της ελευθερίας ποινή σε έξι (6) ετών κάθειρξη κατ' επαύξηση της βαρύτερης ποινής των πέντε ετών, κατά ένα (1) έτος από την ποινή φυλακίσεως για την δεύτερη πράξη, καθένα δε των 4ης, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων Β. Σ., A. T., Τ. Τ. και Μ. Σ. σε κάθειρξη πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία κατά πλειοψηφία και σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την πράξη της απλής συνεργίας σε πώληση ναρκωτικών ουσιών και καθόρισε την σε βάρος εκάστου των ανωτέρω καταδικασθέντων συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή σε έξι ετών κάθειρξη κατ' επαύξηση της βαρύτερης ποινής των πέντε ετών κατά ένα έτος από την ποινή φυλακίσεως για την δεύτερη πράξη, ενώ τον τελευταίο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ. Σ., για τον οποίο δέχθηκε ότι οι προπεριγραφόμενες ότι τελέσθηκαν από αυτόν με στοιχεία Α και Β πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, κατεδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για την κατοχή κατά συναυτουργία και αγορά ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α , 27 παρ.1, 45,47 παρ.1, 83, 84 παρ.2α, δ', ε', 94 παρ.1 Π.Κ. και των άρθρων 4 παρ.1.3 Πιν.Α5, Β5,5 παρ.1 στοιχ.β', ζ', 5 παρ.2, 13 παρ.4β, ν.1729/1987 όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 ν.2161/1993, το άρθρο 13 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 ν.2161/1993 και εν συνεχεία όσον αφορά την παρ.4 αυτού από το άρθρο 4 παρ.2 εδαφ.β' του ν.2408/1996 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Από τις άνω διατάξεις παρατίθενται αυτεπαγγέλτως στο σημείο αυτό της αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 514 Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 50 παρ.7 του ν.3160/2003, εκείνη του άρθρου 47 παρ.1 ΠΚ και αυτή του άρθρου 13 παρ.1, 4β ν.1729/1987, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες Β. Σ., A. T., Τ. Τ., Μ. Σ. και Χ. Σ. και οι οποίες διατάξεις δεν έχουν παρατεθεί αν και εφαρμόσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί των επί μέρους αντιθέτων αιτιάσεων των αναιρεσειόντων παρατηρούνται τα εξής: Κατά τα δεκτά γενόμενα από το Πενταμελές Εφετείο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά πριν επέμβουν προς έλεγχο οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Διώξεως Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης τα ναρκωτικά κατείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, ευρισκόμενοι στο προαύλιο της οικίας των στην οδό ... στον Δ. Θ. όσον αφορά τις συσκευασμένες σε μικροδέματα ποσότητες ηρωΐνης ενώ τις ποσότητες μεθαδόνης κατείχαν από κοινού κι ίδιοι εντός της άνω οικίας των , είχαν δε αυτές τις ποσότητες ναρκωτικών στη φυσική τους εξουσία και μπορούσαν να τις διαθέσουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους. Πέραν αυτών δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση και άλλα περιστατικά για τη στήριξη της κρίσεως του Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της από κοινού κατοχής των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών από όλους τους αναιρεσείοντες ως προς τις επί μέρους ποσότητες ηρωΐνης το συνολικό βάρος των οποίων ήταν 28,7 γραμμάρια και τις ποσότητες μεθαδόνης συνολικού βάρους 212 γραμμαρίων. Σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, δηλαδή εκείνο της επεμβάσεως των αστυνομικών της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών στον χώρο όπου ήταν η οικία στην οποία από κοινού κατείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι τις άνω ποσότητες ναρκωτικών συνέβησαν αυτά που δέχεται το Εφετείο ότι ο μη αναιρεσείων από τους κατηγορούμενους Ε. Σ. προσπάθησε να διαφύγει και ότι πριν ακινητοποιηθεί από τους αστυνομικούς απέρριψε ένα από τα μικροδέματα ηρωΐνης και τα υπόλοιπα από αυτά ανευρέθησαν επάνω του στη σωματική έρευνα που του έγινε. Από τις παραδοχές αυτές δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση προς όσα δέχθηκε το Εφετείο ότι πριν από την επέμβαση των αστυνομικών όλοι οι κατηγορούμενοι ως συναυτουργοί με κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης των άνω ποσοτήτων ηρωΐνης και μεθαδόνης κατείχαν από κοινού αυτές τις ναρκωτικές ουσίες γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμετοχοι έπρατταν με κοινό δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι έτερος εκτός των αναιρεσειόντων ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε την πραγματική εξουσία διαθέσεως αυτών των ναρκωτικών ουσιών. Ούτε ήταν αναγκαίο να γίνεται μνεία στην ως άνω απόφαση των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες ως συναυτουργούς που να δηλώνουν την άσκηση φυσικής εξουσιάσεως με δυνατότητα διάθεσης και διαπίστωσης οποτεδήποτε της ύπαρξης αυτών των ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου το Εφετείο ως προς την πράξη της πωλήσεως ποσότητος 0,4 γραμμαρίων ηρωΐνης από την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη Σ. Σ. στον κατονομαζόμενο αγοραστή προσδιορίζει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης τα αναγκαία στοιχεία της συγκεκριμένης συναλλαγής ήτοι τα πρόσωπα που συνεβλήθησαν την ναρκωτική ουσία κατ'είδος και ποσότητα και το συμφωνηθέν τίμημα για την μεταβίβαση της. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση με την οποία καταδικάζονται οι υπαίτιοι κατοχής ναρκωτικών από κοινού ότι οι δράστες αυτής της πράξεως είχαν προέλθει προηγουμένως σε αγορά των κατεχομένων ποσοτήτων. Διευκρινίζεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η συνδρομή που παρείχαν στην αυτουργό της πωλήσεως μικροποσότητος ηρωΐνης οι λοιπές αναιρεσείουσες ως απλοί συνεργοί, που, εκτός από την παρουσία των προς ψυχική ενίσχυση της συγκατηγορουμένης των αυτουργό, κατόπτευαν τον γύρο χώρο για τυχόν παρουσία αστυνομικών κατά τον χρόνο που γινόταν η συναλλαγή. Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επι πλέον στοιχεία προσδιοριστικά της απλής συνεργείας των λοιπών αναιρεσειουσών στην πώληση μικροποσότητας ηρωΐνης από την αυτουργό της πράξεως αναιρεσείουσα Σ. Σ. ούτε άλλα στοιχεία για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών από κοινού για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι όλοι οι αναιρεσείοντες καθώς και για την αγορά επι μέρους ποσότητας ναρκωτικών από τον τελευταίο κατηγορούμενο Χ. Σ.. Στον τελευταίο αναιρεσείοντα, κατ'ορθή εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.2 ν.1729/1987, επιβλήθηκε μια ποινή (φυλάκιση 4 ετών) τόσο για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών από κοινού όσο και για την αγορά επι μέρους ποσοτήτων ναρκωτικών από αυτόν με την παραδοχή ότι αφορούσαν και οι δύο ως άνω πράξεις την ίδια ποσότητα. Δεν αφορούσε τον αναιρεσείοντα Χ. Σ. η επιβολή στους λοιπούς αναιρεσείοντες συγκατηγορουμένους για την πράξη της πωλήσεως μικροποσότητας ηρωΐνης ξεχωριστής ποινής από την ποινή που επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες για την πράξη της κατοχής από κοινού άλλων πλην της πωληθείσης ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε αντίφαση από την παραδοχή ότι πριν επέμβουν οι αστυνομικοί για να τον ελέγξουν κατείχαν οι αναιρεσείοντες τις αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών στο χώρο όπου ήταν στο Δ. Θ. η αναφερόμενη οικία των και ο αυλείος χώρος της καθόσον αργότερα καταδιώχθηκε και ακινητοποιήθηκε από τους αστυνομικούς ο μη αναιρεσείων κατηγορούμενος Ε. Σ. βρέθηκε να έχει τις ποσότητες ηρωΐνης που εν συνεχεία κατασχέθηκαν. Ούτε ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να δικαιολογήσει την κατοχή από έναν ή περισσότερους από τους κατηγορουμένους της πωληθείσης στον A. S. από την αναιρεσείουσα Σ. Σ. μικροποσότητας ηρωΐνης αφού πώληση ναρκωτικών νοείται και χωρίς την κατοχή των από τους κατηγορουμένους που είχαν συμμετοχή στην πώληση. Είναι απορριπτέοι κατόπιν αυτών οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και οι λόγοι των κυρίων αιτήσεων των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 47 παρ.1 Π.Κ. και 5 του ν.1729/1987 από το δικάσαν Εφετείο και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για ελλιπή και ασαφή καθώς και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι.
Ο προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες με το κύριο δικόγραφο της αιτήσεως καθενός έτερος λόγος αναιρέσεως ότι δεν δόθηκε στους συνηγόρους υπεράσπισης των ο λόγος επί των ποινών υπάγεται σε αυτούς που ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδαφ.δ' του ιδίου Κώδικα απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί η παραβίαση των διατάξεων των καθοριζουσών την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση κατά την οποία μετά την κήρυξη ως ενόχου από το δικαστήριο του κατηγορούμενου δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν και στον συνήγορο του κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής κατά την οποία τελευταίος πρέπει να λάβει τον λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του (άρθρο 369 παρ.3 σε συνδυασμό με άρθρο 373 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, μετά την κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και αφού έλαβε τον λόγο ο Εισαγγελέας και πρότεινε για τις επιβλητέες ποινές, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων έλαβαν το λόγο ο καθένας ξεχωριστά από την Πρόεδρο του δικαστηρίου και ζήτησαν να επιβληθούν στους πελάτες τα ελάχιστα των ποινών, εκ περισσού δε δόθηκε στους συνηγόρους των αναιρεσειόντων ο λόγος και πριν από τον καθορισμό της συνολικής ποινής και ζήτησαν αυτοί να επιβληθούν σ' αυτές τα ελάχιστα όρια της συνολικής ποινής. Επομένως, είναι απορριπτικές οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'λόγος αναιρέσεως για την επικαλούμενη από τη κατά τα ανωτέρω παράλειψη ότι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ' Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν και οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας προκύπτει από την αποδεικτική χρήση μέσων που αποκτήθηκαν με παράνομες πράξεις και όταν τα αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται υπόψη κτήθηκαν χωρίς να εξασφαλίζεται η τήρηση της κατ'αυτοδικία δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας Ν. Π., που περιλαμβανόταν στους κλητευθέντες κατ'άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. από τον Εισαγγελέα από εκείνους που είχαν εξεταστεί και στην πρωτόδικη δίκη, κατά την εξέταση του ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε αυτά που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ'έφεση δίκης και μεταξύ άλλων, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ότι από τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους η Β. Σ. συνελήφθη ξανά το 2009 για πώληση 4 γραμμαρίων και ότι ο Χ. Σ. πώλησε 7 γραμμάρια ηρωΐνη. Μόνον από το ότι αναφέρθηκε ο παραπάνω μάρτυρας στην κατάθεσή του σε περιστατικά που ανάγονται σε άλλο χρόνο, μεταγενέστερο από τον κρίσιμο και σε διαφορετικές υποθέσεις από την ερευνώμενη από το δικάσαν Εφετείο σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στη συγκεκριμένη υπόθεση ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχαν πρωτοδίκως καταδικασθεί, δεν κατέστη άκυρη ως αποδεικτικό μέσο η κατάθεση των εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας, που περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως ληφθέντα υπόψη από το άνω δικαστήριο αποδεικτικά μέσα. Δεν προκύπτει ότι το Εφετείο με όσα δέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση του για την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα όσα ανέφερε ο εξετασθείς μάρτυρας Ν. Π. για την τέλεση από τους αναιρεσείοντες Β. Σ. και Χ. Σ. άλλων πράξεων σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της ποινικής υποθέσεως που ερευνήθηκε στην κατ' έφεση δίκη. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του κληθέντος μάρτυρα Ν. Π. δεν προσέβαλε τα υπερασπιστικά δικαιώματα των άνω αναιρεσειόντων από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι εδικαιούντο και σε σχέση με όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας κατά την εξέτασή του για μεταγενέστερες πράξεις των που είναι αντικείμενο άλλων υποθέσεων να απευθύνουν στον εν λόγω μάρτυρα οι ίδιοι ή δια των συνηγόρων των διευκρινιστικές ερωτήσεις εάν εθίγοντο από τα λεχθέντα από τον μάρτυρα για μεταγενέστερου χρόνου περιστατικά κατά το μέρος που τους αφορούσαν αλλά και να τον καταμηνύσουν αν ήταν αξιόποινες πράξεις αυτά που ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας για μεταγενέστερη του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων συμπεριφορά των. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση απόλυτα ακυρότητα, προκληθείσα από το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αντίθετα προς το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ' και προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ την κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα, την οποία ισχυρίζοντας ότι δεν είχαν δυνατότητα να αντικρούσουν προσκομίζοντας έγγραφα και επαρκείς αποδείξεις περί της αναλήθειας, κατ' αυτούς, όσων ανέφερε ο μάρτυρας εκείνος σε σχέση με μεταγενέστερες πράξεις των κατηγορουμένων που αφορούν άλλες ποινικές υποθέσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333,364 παρ.2 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με ειδικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στους κατ'άρθρο 509 υποβληθέντες από τους αναιρεσείοντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής των, έλαβε υπόψη ως αναγνωσθέντα έγγραφα τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται ότι ανεγνώσθησαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκαν όπως βεβαιώνεται στο προεισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και προκύπτει από την επισκόπηση των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών της κατ' έφεση δίκης, όπου, κατά την παράθεση των ληφθέντων υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο αποδεικτικών μέσων, αναφέρεται εκτός των άλλων και η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αρκεί δε η μνεία αυτού του γεγονότος σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και στην αιτιολογία της και δεν απαιτείται με ποινή ακυρότητος να αναφέρεται η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο οικείο σημείο των πρακτικών όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό χωρίς να αναγνωσθούν αυτά στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο έτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο δεν απάντησε καθόλου στον προβληθέντα και αναπτυχθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειουσών Μ. Σ., A. T. και Τ. Τ. για αναγνώριση υπέρ αυτών του από το άρθρο 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Σε σχέση με την άνω αιτίαση παρατηρείται κατ' αρχήν ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης από τους συνήγορους υπεράσπισης των άνω αναιρεσειουσών κατά την αγόρευση των, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ζητήθηκε αορίστως η αναγνώριση υπέρ των ήδη αναιρεσειουσών A. T. και Τ. Τ. του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και υπέρ της Μ. Σ. του ελαφρυντικού επιβολής μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 133 ΠΚ σε νεαρή ενήλικα, για τη μη παραδοχή ή μη αιτιολογημένη απόρριψη των οποίων δεν παραπονούνται με λόγο αναιρέσεως. Ανεξαρτήτως αυτών όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικάσαντος Εφετείου αναγνωρίσθηκε υπέρ των άνω αναιρεσειουσών η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ. Επομένως είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειουσών και είναι αβάσιμος ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (Κ.Ποιν.Δ. 510 παρ.1 στοιχ.Β' σε συνδυασμό με άρθρο 170 παρ.2) είτε ως αφορών σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του από το άρθρο 84 παρ.2 εδαφ.α' Π.Κ. ελαφρυντικού, που οδηγεί σε μείωση της ποινής.
Ως προς τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού για συνδρομή περιπτώσεως εφαρμογής του άρθρου 24 του ν.1729/1987 επισημαίνονται τα παρακάτω. Με τη διάταξη αυτήν όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 21 ν.2161/1993 προβλεπόταν δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτελέσεως της ποινής που καταγνώσθηκε εφόσον ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6,7 και 9 του άνω νόμου συντέλεσε με δίκη του πρωτοβουλία κατά τρόπο ουσιώδη, πριν από την καταδίκη του στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας ή στη σύλληψη και παραπομπή προσώπων που επιδίδονται στην τέλεση πράξεων αναφερομένων στα άρθρα 5 μέχρι 8 εφ' όσον η πράξη για την οποία κατηγορείται ο υπαίτιος είναι ελαφρύτερη από την πράξη, στην ανακάλυψη της οποίας συντέλεσε. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως από τους συνηγόρους υπερασπίσεως του, όσον αφορά τον μη αναιρεσείοντα πρώτο των κατηγορουμένων Ε. Σ. μόνον με την επίκληση του άρθρου 24 χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών τα οποία συνιστούν την ευεργετική συμβολή του καταδικασθέντος στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών ή στη σύλληψη μεγαλεμπόρων ναρκωτικών. Το δικάσαν Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μόνον διέλαβε σχετική διάταξη ότι απορρίπτει τον αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 24 ν.1729/1987. Το Πενταμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα σε τέτοιο προβληθέντα αορίστως αυτοτελή ισχυρισμό. Οι ήδη αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προβάλουν αιτιάσεις για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού με τους κατατεθέντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως δοθέντος ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν θα ωφελούσε τους ίδιους, αλλά μόνον του μη ασκήσαντα αναίρεση πρώτο των κατηγορουμένων, τον οποίο και προσωπικά αφορούσε, αν είχε κριθεί βάσιμος κατ' ουσία.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για την άνευ της επιβαλλόμενης αιτιολογίας απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ετέρου μη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Στον τελευταίο από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους καθόσον αυτός μόνον κρίθηκε ένοχος ως τοξικομανής αγοράς ναρκωτικών ουσιών και κατοχής από κοινού με τους επτά κατηγορούμενους ναρκωτικών ουσιών προσιδιάζει ο προτεινόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη του προβληθέντος στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι οι αποδιδόμενες σ' αυτόν ως τοξικομανή πράξεις συνιστούσαν εκείνην της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και ότι έπρεπε γι' αυτές λόγω της εξαρτήσεως του από τα ναρκωτικά να κηρυχθεί αθώος. Από το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτιολογημένα κρίθηκε απορριπτέος αυτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Πέραν όσων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από την ιατροδικαστική έκθεση 1994/27-7-2004 του ιατρού Δ. Ψ., για το ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των αποδιδομένων πράξεων ο 8ος κατηγορούμενος (Χ. Σ.) είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι από κοινού με τους άλλους συγκατηγορουμένους του κατείχε ο αναιρεσείων Χ. Σ. και τις ποσότητες ναρκωτικών που είχε αγοράσει εκείνος και τις λοιπές αναφερόμενες ότι βρέθηκαν ποσότητες ναρκωτικών όπως και ότι η εν λόγω ποσότητα ήταν μεγάλη και ήταν κατανεμημένη σε μικροδέματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι προοριζόταν η εν λόγω ποσότητα ναρκωτικών για περαιτέρω διάθεση. Από τα παραπάνω έπεται ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως του άνω κατηγορουμένου για να παραμείνει αυτός ατιμώρητος κατ' εφαρμογή των όσων ορίζονταν στο εδάφιο α'της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.2161/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ.1 και 3 του ιδίου άνω νόμου 1729/1987 όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παρ.3 με το άρθρο 14 ν.2161/1993. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και κατά το μέρος που πλήττεται για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και για κακή εφαρμογή του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ. Σ.. Κατά τα λοιπά με όσα προβάλλονται με αυτούς τους πρόσθετους λόγους προκειμένου να αμφισβητηθεί αν ήταν μεγάλη η ποσότητα των 28 γραμμαρίων ηρωΐνης και της εντός ολίγων ημερών καταναλώσεως τέτοιας ποσότητος από τοξικομανή και περί εντάξεως του άνω αναιρεσείοντος ως τοξικομανούς σε πρόγραμμα απεξάρτησης μεθαδόνης, καθώς και για παράλειψη αναφοράς των ποσοτήτων ναρκωτικών που αυτός ημερησίως χρειαζόταν να καταναλώνει ως τοξικομανής που έκανε κατάχρηση μικροποσοτήτων ναρκωτικών, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί των πραγμάτων του δικαστηρίου της ουσίας, διότι επιχειρείται η συναγωγή συμπερασμάτων διαφορετικών ως προκυπτούντων από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο και να υποστηριχθεί έτσι ότι εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Μετά από όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως όπως διαμορφώνονται από τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 5 Μαρτίου 2010 αιτήσεις υπ' αριθμό 8/2010 της Σ. Σ. του Π. και Μ., υπ' αριθμό 9/2010 της Β. Σ. του Φ. Σ. και Μ., υπ' αριθμό 10/2010 της Μ. Σ. του Π. και Β., υπ' αριθμό 11/2010 της Τ. Τ. του Κ. και Π., υπ' αριθμό 12/2010 της A. T.του S. και της R. και υπ' αριθμό 7/2010 του Χ. Σ. του Π., περί αναιρέσεως της 407-408-412/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους πρόσθετους λόγους των αυτών αναιρεσειόντων για αναίρεση της προαναφερθείσης αποφάσεως. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ