Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 95 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι τα επικαλούμενα νέα στοιχεία δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.




Αριθμός 95/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2061/2007.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 44/30.01.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ την από 27-11-2007 αίτηση του Χ, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 110/13-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή, για παράβαση καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για την ως άνω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι στην ... και στις 4-4-2002, ενεργώντας με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, και στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, με το υπ'αριθμ. πρωτ. 3330/02 έγγραφο που συνέταξε και υπτέγραψε ο ίδιος χωρίς να έχει προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του, διέταξε την άρση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί από την άνω υπηρεσία (ΔΟΥ Αλεξάνδρειας) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας κατά 1/2 που είχε ο Ζ, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, κατάσχεση είχε επιβληθεί σε εκτέλεση του υπ'αριθμ. 3051/24-10-2001 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας για ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου, ύψους 5.229,71 ευρώ, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι σήμερα και υφίστανται με σκοπό να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον ανωτέρω Ζ, περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., .... (Προϊσταμένου και Εφόρου, αντίστοιχα, της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας) .... (υπαλλήλου ΣΔΟΕ) και ..., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην απολογία του αιτούντος κατηγορουμένου. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος: 1) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της με Α/Α ρύθμισης 221/25-10-2001 απόφασης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας , 2) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπ'αριθμ. πρωτ. 9463/25-9-2007 βεβαίωσης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας όπου βεβαιώνεται ότι το χρέος του Ζ έχει ολοσχερώς εξοφληθεί από 16-11-2004, 3) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθμ. 1312/12-11-2004 διπλοτύπου είσπραξης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, 4) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 19-6-2007 καρτέλας του αυτού, που αφορά όλα του τα χρέη προς τη ΔΟΥ Αλεξάνδρειας και 5) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθμ. 1243/26-10-2007 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, που αφορά την μερίδα αυτού. 'Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 110/2006 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινομένη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτουμένη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος της ως άνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ'αρ. 110/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των ως άνω εξετασθέντων μαρτύρων όπως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και, αξιολόγησε αφενός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, που ο αιτών συνέταξε και υπέγραψε, ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, χειρόγραφη εντολή για άρση της κατάσχεσης, που είχε διαταχθεί από την υπηρεσία του, το σχετικό χρέος του καθού η κατάσχεση οφειλέτη Ζ δεν είχε εξοφληθεί και αφετέρου ότι το χρέος αυτό εξοφλήθηκε αργότερα.
Συνεπώς, τα κρίσιμα αυτά στοιχεία, που περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως άνω έγγραφα δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που καταδίκασαν τον αιτούντα και επομένως τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν νέες αποδείξεις οι λόγοι που πλήττουν την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, και επομένως την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητα της αποφάσεως που καταδίκασε τον αιτούντα (ΑΠ 1743/90 ΠΧρ ΜΑ 737). 'Ετσι οι λόγοι που προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση ότι δηλαδή, εσφαλμένα καταδικάσθηκε ο αιτών για παράβαση καθήκοντος, αφού δεν είχε καμία πρόθεση να παραβεί το καθήκον του και ότι η υπηρεσία του καμία βλάβη δεν υπέστη τελικώς δεν αποτελούν νέες αποδείξεις, αλλά λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μάλιστα προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν με την υπ'αριθμ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεώς του από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος της πράξεως αυτής. Κατ'ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο - τ ε ί ν ω Α) να απορριφθεί η από 27-11-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 110/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 14 Ιανουαρίου 2007.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και τον πληρεξούσιο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 27.11.2007 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 110/13.1.2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθ. 259 Π.Κ.), ισχυριζόμενος ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτήν, γίνεται φανερόν ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Αντίθετα, αυτή είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που δι'αυτής προβάλλονται οι λόγοι, ότι εσφαλμένα καταδικάσθηκε ο αιτών για παράβαση καθήκοντος, αφού δεν είχε καμία πρόθεση να παραβεί το καθήκον του και ότι η υπηρεσία του δεν υπέστη καμία βλάβη τελικώς, διότι αυτοί (λόγοι) δεν αποτελούν λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας αλλά επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχο της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδοσιακή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ'αρ. 110/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αρ. 2050/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος και ειδικότερα του ότι, στην ..., στις 4.4.2002, ενεργώντας με πρόθεση, παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, και στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ως Προϊστάμενος εσόδων και Διευθυντής Δικαστικού της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, με το υπ' αρ. πρωτ. 3330/2002 έγγραφο που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, χωρίς να έχει προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του, διέταξε την άρση της κατάσχεσης που είχε επιβληθεί από την άνω υπηρεσία (ΔΥΟ Αλεξάνδρειας) επί του ποσοστού συνιδιοκτησίας, κατά 1/2, που είχε ο Ζ, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, κατάσχεση που είχε επιβληθεί σε εκτέλεση του υπ'αρ. 3051/24.10.2001 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας για ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου, ύψους 5.229,71 ευρώ, οι οποιες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται, με σκοπό να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον ανωτέρω Ζ, περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό. Το ως άνω δικαστήριο, στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... (προϊσταμένου και Εφόρου, αντίστοιχα, της ΔΥΟ Αλεξάνδρειας), ... (υπαλλήλου ΣΔΟΕ) και ..., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και στην απολογία του αιτούντος. Ήδη, ο αιτών, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της με Α/Α ρύθμισης - απόφασης 221/25.10.2001 του Προϊστάμενου της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, 2) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της υπ'αρ. πρωτ. 9463/25.9.2007 Βεβαίωσης της ΔΟΥ Αλεξάνδρειας, όπου βεβαιώνεται ότι το χρέος του Ζ έχει ολοσχερώς εξοφληθεί από 16.11.2004, 3) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ'αριθ. 1312/12.11.2004 διπλοτύπου είσπραξης της ΔΟΥ Αλεξανδρείας, όπου αναφέρεται ότι έναντι ρύθμισης του οφειλέτη καταβλήθηκε το ποσό των 2.304,61 ευρώ στην ως άνω ημερομηνία, 4) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 19.6.2007 καρτέλας του αυτού οφειλέτη, που αφορά όλα του τα χρέη προς τη ΔΟΥ Αλεξάνδρειας και 5) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπ' αρ. 1243/26.10.2007 πιστοποιητικού του Υποθηκο-φυλακείου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, το οποία αφορά τη μερίδα του οφειλέτη. Όμως, τα ανωτέρω προσκομιζόμενα με επίκληση, από τον αιτούντα, έγγραφα, ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση και της οποίας ζητείται η ακύρωση με την ένδικη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, με τον οποίο να δικαιολογείται η αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού τα στοιχεία αυτά δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της αξιόποινης πράξης, για την οποία και καταδικάσθηκε. Τούτο, δε, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο σκεπτικό της υπ'αρ. 110/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων, όπως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και στη συνέχεια έκρινε ότι, κατά τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο τόπο και χρόνο, που ο αιτών συνέταξε και υπέγραψε τη χειρόγραφη εντολή για άρση της κατάσχεσης, η οποία είχε διαταχθεί από την υπηρεσία στην οποία, ως υπάλληλος, αυτός υπηρετούσε, το χρέος του οφειλέτη Ζ δεν είχε εξοφληθεί και συνεπώς, συνέτρεχαν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 259 Π.Κ. Το γεγονός ότι το χρέος αυτό ρυθμίστηκε να καταβληθεί σε δόσεις και ότι εκ των υστέρων αυτό εξοφλήθηκε ολοσχερώς, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού η επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο προέβη στην ως άνω πράξη του ο αιτών, δεν ήταν απαραίτητο και να επιτευχθεί, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί αντικειμενικά και υποκειμενικά η ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.11.2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 110/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή