Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 483 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Έγγραφα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Πραγματογνωμοσύνη, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.




Περίληψη:
559 αρ. 11 οι γνωμοδοτήσεις προσωπικού με ειδικές γνώσεις. (390 Κ.Πολ.Δ. ) είναι έγγραφα με ειδική ρύθμιση 559 αριθ. 19. Έλλειψη νομικής βάσης. Αφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τα επιχειρήματα δεν συνιστούν αιτιολογίες. Η στάθμιση των αποδείξεων και η αξιολόγησή τους δεν συνιστά αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε. Οι διατάξεις των άρθρων 387 και 390 Κ.Πολ.Δ., ως δικονομικές δεν επιδέχονται μομφή από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 που αφορά σε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πραγματογνωμοσύνη και γνωμοδότηση εκτιμώνται ελεύθερα, δεν χρειάζεται να αιτιολογείται , η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.




Αριθμός 483/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Γ., 2) Α. Τ. συζ. Σ., 3) Β. Ν. συζ. Δ., 4) Π. Σ. συζ. Ν. και 5) Δ. Θ. συζ. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ’γγελο Τσάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πεύκης Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ζωή Τσορόβα, η οποία δήλωσε ότι ο δήμος Λυκόβρυσης - Πεύκης, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Πεύκης, συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3577/2000, 6766/2003 μη οριστικές, 2310/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 311/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 28/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 24/2012, ΑΠ 249/2012). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012, ΑΠ 249/2012) ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα, πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό της αυτοψίας (Κ.Πολ.Δικ. 359), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (Κ.Πολ.Δικ. 383), η έκθεση των τεχνικών συμβούλων (Κ.Πολ.Δικ. 392 παρ.3), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (Κ.Πολ.Δικ. 270 παρ.2, 339) - ΑΠ 7/2007 -. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (Κ.Πολ.Δικ.390) δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, (ως δικαστικό τεκμήριο), χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (ΑΠ 107/2010, ΑΠ 769/2008). Επομένως η μνεία της απόφασης ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές και συνεπώς η παράλειψη μνείας τους στην απόφαση δεν ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.11 (ΟλΑΠ 8/2005, 12/2005, ΑΠ 1964/2009). Τέτοιες γνωμοδοτήσεις είναι και οι γνωμοδοτήσεις και τα σχεδιαγράμματα των ιδιωτών μηχανικών (ΑΠ 406/2006), οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (αρθ. 391, 392) και τα τοπ/κά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση του διαδίκου, ενώ δεν εντάσσονται εδώ οι εξώδικες γνωμοδοτήσεις, που δεν αφορούν στην ένδικη υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του διορισθέντος ως πραγ/νος, τοπογράφου - μηχανικού Δ. Ε., 2) την από μηνός Δεκεμβρίου 1998 (εννοεί 1999) έκθεση πραγ/νης του διορισθέντος ως πραγ/νος τοπογράφου - μηχανικού Δ. Α., 3) την από 15.12.1992 έκθεση ιδιωτικής πραγ/νης του πραγ/νος Α. Σ., 4) το από μηνός Ιουνίου 1986 διάγραμμα του μηχανικού Ν., 5) την υπ' αριθμ. 47/1978 πράξη ρυμοτομίας της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, 6) το από 29.12.1972 Διάγραμμα Εφαρμογής Ρυμοτομικού Σχεδίου Νομαρχίας Αττικής, 7) Φωτοδιάγραμμα Α/Φ λήψεως 1959 του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, 8) το υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, 9) την από το έτος 1930 πράξη διανομής του Υπουργείου Γεωργίας επί του τμήματος Λυκόβρυση προς τους γεωργικούς συνεταιρισμούς "Κερένκιοι - Αλληλεγγύη - Λυκόβρυσις" 10) το από μηνός Φεβρουαρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Χ., 11) το διάγραμμα σχεδίου πόλεως κλίμακος 1:10.000 ΓΥΣ, αεροφωτογραφίες του έτους 1983 υπ' αριθμ. 151686 και 151687/24-4-1983 του ΠΕΧΩΔΕ 12) την υπ' αριθμ. 47/1978 πράξη προσκυρώσεως αναλογισμού της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται από τους διαδίκους με επίκληση", καθώς και "τις εκθέσεις πραγ/νης, με αριθμούς 3/1999 και 37/2005, των διορισθέντων από το δικαστήριο πραγ/νων Δ. Α. και Δ. Ε.", από δε τη βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα της πραγ/νης και των εγγράφων, ενώ δεν απαιτείτο να γίνεται ιδιαίτερη μνεία της από 15.12.92 εκθέσεως ιδιωτικής πραγ/νης του Α. Σ., καθώς και των υπό στοιχ. 4 και 10 διαγραμμάτων, καθόσον αυτά, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι έγγραφα με ειδική ρύθμιση από το νόμο και δεν απαιτείται η ξεχωριστή μνεία τους στην απόφαση. Εξάλλου η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ (ΑΠ 1740/2012). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1750/2012). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 17/2012). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον στην απόφαση μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1740/2012). Περαιτέρω ο παραπάνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού. Οι παραβιάσεις δικονομικού χαρακτήρα κανόνων, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, μπορεί να θεμελιώσουν κάποιο από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του άρθρου 559. Ως διατάξεις δικονομικού δικαίου έχουν κριθεί, μεταξύ άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 368, 391 παρ.1, 387 και 391 ΚΠολΔικ (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011). Εξάλλου η έκθεση πραγ/νης, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔικ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατά αρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, και να είναι αντίθετη με το πόρισμα της πραγ/νης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγ/νης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αφού ο κανόνας του άρθρου 387 είναι, όπως προαναφέρθηκε, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011). Τα ίδια ισχύουν και ως προς την εκτίμηση των κατά το άρθρο 390 γνωμοδοτήσεων προσώπων με ειδικές γνώσεις, όπως είναι οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι ενεργούντες κατ' εντολή των διαδίκων ιδιώτες, με ιδιάζουσες γνώσεις και σχετικά πάντοτε με την ένδικη υπόθεση (ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, με την οποία αγωγή είχε ζητηθεί η ακύρωση του υπ' αριθμ. .../1996 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων επιφανείας 166,27 τ.μ. του συμβ/φου Αθηνών Γεράσιμου Ζαχαράτου, γιατί οι ενάγοντες από πλάνη αγνοούσαν ότι το τμήμα που σε ανταλλαγή τους δόθηκε από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο Δήμο ήταν δικό τους, ως περιλαμβανόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας τους. Οι αιτιάσεις αυτές συνίστανται ειδικότερα στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση α) "δεν προσδιορίζει επί τη βάσει ποίων αποδεικτικών μέσων πείσθηκε ότι η αληθής οριογραμμή του βορείου ορίου του ακινήτου είναι η βόρεια οριογραμμή των κληροτεμαχίων 3β και 29 της διατομής του Υπουργείου Γεωργίας και όχι το αρκτικό όριο του βορειότερου από τα τρία κτίσματα, όπου εστεγάζετο το κέντρο του Δ. Κ., β και γ) περιέχει ασάφειες ως προς την οριοθέτηση του βορείου ορίου του ακινήτου των εναγόντων - αναιρεσειόντων δ) από την παραδοχή της απόφασης ότι "όπως προκύπτει από τη δεύτερη κατά σειρά από τις διεξαχθείσες πραγ/νες, ήτοι την από Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του πραγ/να Δ. Ε., το κοινό όριο των κατά τα προαναφερθέντα ιδιοκτησιών των διαδίκων (εναγόντων - εναγομένων) ... βρίσκεται πέρα και προς βορρά της οριογραμμής διανομής 1930 του Υπουργείου Γεωργίας" δεν προκύπτει νοηματικός συλλογισμός, αλλά αντίθετα υπάρχει μία ασύνδετη πρόταση χωρίς συμπέρασμα και ε) δεν συνάπτεται με το κρινόμενο ζήτημα, δηλαδή με το αν το διεκδικούμενο τμήμα ακινήτου περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "η ύπαρξη κτισμάτων (ταβέρνας κλπ) ή τουλάχιστον ίχνη επί του εδάφους αυτών και τις υφιστάμενες αμφισβητήσεις εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, έλαβε υπόψη του αφενός μεν ο ως άνω πολιτικός υπομηχανικός, ο οποίος είχε ορισθεί και αμειφθεί από τους ενάγοντες και αφετέρου οι τελευταίοι που σκοπεύουν στην εξασφάλιση προσώπου του οικοπέδου επί της οδού ... και της άμεσης εκμετάλλευσης (ανοικοδόμησης) αυτού". Στη συνέχεια με τις τρεις επόμενες αιτιάσεις του ίδιου αναιρετικού λόγου, ήτοι των στ έως και η, και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ήτοι του αριθμού 19 αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ορίζουν την αποδεικτική δύναμη των εκθέσεων των πραγ/νων και των τεχνικών συμβούλων δεν αιτιολογεί α) γιατί δεν δέχθηκε την από Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του διορισθέντα από το δικαστήριο πραγ/να Δ. Ε. και την από 15.12.1992 έκθεση ιδιωτικής πραγ/νης του πραγ/να Α. Σ. που διεξήχθη κατ' εντολή των εναγόντων και β) γιατί δέχθηκε την έκθεση της τεχνικής συμβούλου του εναγομένου. Ο λόγος αυτός κατά τις υπό στοιχεία α έως και ε αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και μάλιστα όσον αφορά την α αιτίαση, γιατί αφορά σε ελλείψεις που ανάγονται στη στάθμιση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες δεν στοιχειοθετούν τον ερευνώμενο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολόγησης ως προς το γιατί η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει γιατί δέχθηκε ποια είναι "η αληθινή οριογραμμή του βορείου ορίου του ακινήτου", δεν επιδέχεται μομφή από την παραπάνω διάταξη (ΑΠ 1740/2012). Οι υπό στοιχεία β έως και ε αιτιάσεις αφορούν σε παραδοχές, οι οποίες δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν σε κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αιτιολογία της απόφασης, επιδεχόμενη μομφή, από την επικαλούμενη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1750/2012). Οι λοιπές αιτιάσεις του κρινόμενου λόγου της αναίρεσης, που αφορούν στην έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ή μη των εκθέσεων δικαστικής και ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου, είναι προεχόντως απαράδεκτες γιατί αφορούν σε παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 387 και 390 ΚΠολΔικ και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται μομφή από την προλαβούσα διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα που, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και μόνο δικαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο, κατά τις εν λόγω διατάξεις (387 και 390), που αποτελούν επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 340, εκτιμά ελεύθερα τις εκθέσεις αυτές (γνωματεύσεις) και η σχετική κρίση του, που δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔικ, ως αναγομένη στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου βαρύνουν τους ηττηθέντες αναιρεσείοντες (αρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) και θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ'αριθμ. 134423/8.12.92 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1733/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή