Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1257 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Δύο αναιρέσεις. Λόγοι: Απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ άρθρο 1 Α΄) για α΄ αναιρεσείοντα, διότι για την κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη έγραφα (προανακριτική κατάθεση μάρτυρα και προανακριτική απολογία κατηγορουμένου), που δεν αναγνώστηκαν. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογή για άλλον αναιρεσείοντα. Έννοια όρου κατοχής ναρκωτικών. Απορρίπτει κατ' ουσία αναιρέσεις.




Αριθμός 1257/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κώνστα και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, για αναίρεση της 12, 13, 14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Φεβρουαρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος και η αναίρεση του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της 12-13-14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών έχουν ασκηθεί, με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τους κατηγορούμενους: 1) τον πρώτο Χ1, η από 26-2-2008 και 2) το δεύτερο, Χ2, η από 26-2-2008, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Α) Ως προς την αναίρεση του δεύτερου κατηγορουμένου (Χ2):
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο ζ του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρο 20 παρ. 1 ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (Ν. 3459/2006), " με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10)
ετών και με χρηματική ποινή 2.900 - 290.000 ευρώ τιμωρείται όποιος: α)...... ζ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η "κατοχή" των ναρκωτικών πραγματώνεται με φυσική εξουσία τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Η άσκηση διακατοχικών πράξεων μπορεί να γίνεται είτε αυτοπροσώπως είτε με άλλο πρόσωπο, που ενεργεί για λογαριασμό του πραγματικού κατόχου (βλ. άρθρα 980 και 997 του Α.Κ.) και μπορεί να είναι συμμέτοχος στο έγκλημα. Κατοχή συνιστά και η περιέλευση των ναρκωτικών στα χέρια του δράστη με μόνο σκοπό την παράδοση στον αγοραστή από το πρόσωπο που θα του υποδειχθεί πραγματώνεται δε αυτή και με την κατοχή των κλειδιών του κλειστού χώρου φύλαξης των ναρκωτικών ή με την απόκρυψή της σε θαμνώδη περιοχή. Δεν αποτελεί στοιχεί τη αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος η ύπαρξη στο δράστη σκοπού προς περαιτέρω διάθεση των κατεχομένων ναρκωτικών ουσιών ούτε απαιτείται η σχετική αναφορά τέτοιου σκοπού στην καταδικαστική απόφαση για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της, εκτός αν έχει υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προόριζε τα ναρκωτικά για αποκλειστικά δική του χρήση. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποίαν έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 12-13-14/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά το μέρος που η άνω απόφαση αφορά και τους δύο αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποσπάσματα των κατά την προδικασία απολογιών τούτων και της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, που επιτρεπτώς αναγνώσθηκαν προς επισήμανση αντιφάσεων εκείνων και υποβοήθηση της μνήμης του τελευταίου αντιστοίχως (άρθρα 366 παρ. 2 και 357 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δικ) και τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τις 9-2-2006, αστυνομικοί του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ..., αξιοποιώντας υπηρεσιακές πληροφορίες τους ότι ομάδα ("σπείρα") Αλβανών υπηκόων, διακινούσαν στην περιοχή ... και πέραν αυτής μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, τις οποίες είχαν κρυμμένες σε δασώδη περιοχή του ... πλησίον της εθνικής οδού, μεταφέροντας από εκεί τις προς πώληση ποσότητες ινδικής κάνναβης σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατόρθωσαν να εντοπίσουν το σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών στην περιοχή ... του Δήμου ..., σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από την εθνική οδό, μέσα σε μεγάλα δέντρα και βάτα. Τα ναρκωτικά ήταν επιμελώς κρυμμένα σε διπλές νάϋλον σακούλες απορριμμάτων, έτσι ώστε να προστατεύονται από τις εναλλασσόμενες καιρικές συνθήκες (ιδίως την υγρασία) και αφέθηκαν όπως ήταν από τους αστυνομικούς οι οποίοι στην συνέχεια έστησαν ενέδρα περιμετρικά του χώρου εκείνου. Την ώρα 18:45'της ίδιας ημέρας (9-2-2006) ενώ είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι της νύχτας, ακούσθηκε θόρυβος στο σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών ουσιών, ομιλία ανθρώπων και ανακίνηση (ανακάτεμα) των συσκευασιών των ναρκωτικών. Αμέσως έκαναν την σχεδιασμένη επέμβαση οι αστυνομικοί και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έρθει εκεί με το αυτοκίνητο του πατέρα του πρώτου από αυτούς, το οποίο είχαν αφήσει σε απόσταση μεγαλύτερη των 150 μέτρων από το σημείο απόκρυψης των ναρκωτικών, προδήλως για να μην κινήσουν υποψία. Τα ναρκωτικά που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ήταν 15 αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, μικτού βάρους 1959, 1947, 1555, 1765, 1908, 1976, 1957, 1806, 1941, 1802, 1959, 1899, 1941,1976 και 1980 γραμμαρίων, (βλ. εκθέσεις κατάσχεσης, ζύγισης και χημικής ανάλυσης). Ύστερα από νομότυπη έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (οδός ... στην ...) βρέθηκε το χρηματικό ποσό των 2500 €, επάνω του δε έφερε αυτός ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, όπως και ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδας, με μήκος 10 εκ. του μέτρου που ήταν κατάλληλο για την εργασία του ως υπαλλήλου "ιχθυοπωλείου", η κατοχή του όμως δεν εδικαιολογήτο στο χώρο εκείνο, όπου ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε επάνω του το χρηματικό ποσό των 600 € και δυο κινητά τηλέφωνα μάρκας ΝΟΚΙΑ και ΕRICSON, ενώ δεν είχε αποτέλεσμα η έρευνα στην οικία του. Οι κατηγορούμενοι με διαρκώς εναλλασσόμενες θέσεις κατά τις απολογίες τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσπαθούν να αποσείσουν την ευθύνη τους με τον ισχυρισμό ο μεν πρώτος ότι εξυπηρετούσε εν αγνοία της ύπαρξης ναρκωτικών κάποιον ομοεθνή του και χρησιμοποίησε ως συνοδό το δεύτερο, ο δε τελευταίος ότι έκανε εξυπηρέτηση, αγνοώντας και αυτός την ιδιότητα των ναρκωτικών. Όμως από τα ως άνω περιστατικά και τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψή του ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Ζ δημιουργείται δικανική πεποίθηση ότι οι δύο κατηγορούμενοι από κοινού εξουσίαζαν φυσικώς την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, δυνάμενοι να διαθέτουν αυτή κατά τη βούληση και προς το σκοπό παραλαβής μέρους από αυτή, προς εμπορία, είχαν μεταβεί στο σημείο εκείνο, όπου συνελήφθησαν, όπως είχαν και σε προγενέστερο χρόνο αναλάβει άλλες όμοιες ποσότητες από το ίδιο σημείο και τις είχαν διαθέσει σε τρίτους (έχοντας στην κατοχή τους προϊόντα αυτής της εμπορίας), για τους εξής λόγους: 1) Σύμφωνα με την από 9-2-2006 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα αστυνομικού Ζ οι κατηγορούμενοι "κατά την στιγμή της σύλληψης τους ισχυρίσθηκαν ότι είχαν αποκρύψει πράγματι τα ναρκωτικά και ότι τη συγκεκριμένη στιγμή πήγαν στο σημείο εκείνο να τα σκεπάσουν από τη βροχή". Στη συνέχεια αφού δεσμεύτηκαν (κατασχέθηκαν) τα ναρκωτικά και άλλα πειστήρια από τη σωματική έρευνα των κατηγορουμένων αυτοί "δήλωσαν ότι δήθεν τα ναρκωτικά ήταν κάποιου άλλου από την ... που τα είχε μεταφέρει από ... στην ... για να του τα φυλάξουν, μετά ότι ήταν κάποιου άλλου (μη κατονομαζομένου) που ερχόμενος από την Αλβανία τα άφησε στο σημείο και τους τηλεφώνησε να τα σκεπάσουν έτσι ώστε να μην βραχούν..." 2) Ο πρώτος κατηγορούμενος με την από 10-20-2006 προανακριτική απολογία του (που δόθηκε 16 περίπου ώρες μετά την σύλληψη του) ισχυρίζεται ότι ενεργούσε κατ' εντολήν του γνωστού του ..., Αλβανού που διέμενε στην ..., ο οποίος του υπέδειξε να τοποθετήσει μέσα σε πλαστικές σακούλες τα αντικείμενα (χωρίς να του γνωστοποιήσει ότι επρόκειτο για ναρκωτικά) και ότι θα του έδιδε ως αμοιβή 500 €. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την από 10-10-2006 επίσης προανακριτική απολογία του ισχυρίζεται ότι δέχθηκε να συνοδεύσει τον πρώτο κατηγορούμενο φίλο του για να προστατεύσουν από τη βροχή "κάποια πράγματα", τα οποία "κατάλαβε ότι ήταν χασίς" και θα του έδινε ο φίλος του (πρώτος κατηγορούμενος) γι αυτή τη δουλειά 500 €. Στις από 10-10-2006 απολογίες τους στον Ανακριτή, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος δεν αναφέρει αμοιβή για την περιγραφόμενη, με την ως άνω εκδοχή του, πράξη, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η αμοιβή του θα ήταν 50 € και όχι 500 € που ανέφερε στην προανακριτική απολογία του, ενώ αρνούνται αμφότεροι με τις απολογίες τους στο ακροατήριο του παρόντος και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ύπαρξη αμοιβής για την πράξη που αυτοί προσδιορίζουν. 3) Πέρα όμως από το ότι οι κατηγορούμενοι από την αρχή ισχυρίσθηκαν την ύπαρξη μιας ασυνήθιστα υπερβολικής αμοιβής 1000 € (από 500 ο καθένας αλλά θα έπαιρνε ο δεύτερος λογικά την αμοιβή του πρώτου, ο οποίος μόνον 500 € αμοιβή ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον φερόμενο ως δήθεν κύριο των ναρκωτικών), για μετάβαση τους σε απόσταση λιγότερη των 10 χιλιομέτρων από τον τόπο κατοικίας τους, οι παλινωδίες τους για τα ίδια γεγονότα, ο χρόνος που επέλεξαν για την μετάβαση τους στον τόπο απόκρυψης των ναρκωτικών (πέρας της ημέρας και έναρξη νύκτας), το ότι δεν έφεραν μαζί τους υλικά πρόσθετης επικάλυψης των 15 δεμάτων ινδικής κάνναβης ούτε ήταν αναγκαίο κάτι τέτοιο, γιατί περιβάλλονταν αυτά από δύο πλαστικές σακούλες το καθένα, το ότι είχαν σημαντικά χρηματικά ποσά στην κατοχή τους, που δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τα εισοδήματα τους (ως εργατών), το ότι η προσέλευσή τους στο χώρο απόκρυψης των ναρκωτικών ήταν αναμενόμενη για τους αστυνομικούς με βάση την υπηρεσιακή γνωστή σ' αυτούς δράση του κυκλώματος εμπορίας των ναρκωτικών και γι' αυτό ήταν στην ενέδρα πολυάριθμη ομάδα αστυνομικών ομάδα αστυνομικών και το ότι στην ως άνω μεγάλη και μεγάλης αξίας ποσότητα των ναρκωτικών "κανένας έμπορος ναρκωτικών δεν θα εμπιστευόταν σε κάποιον άλλον" οδήγησε το μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικό Ζ να διατυπώσει τη γνώμη: "είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι η συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης κατείχετο και από τους δύο δράστες (κατηγορουμένους) από κοινού, με σκοπό την εμπορία" (βλ. την από 9-2-2006 προανακριτική κατάθεσή του). Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ο δεύτερος επί πλέον παράνομης οπλοφορίας και να αναγνωρισθεί σ' αυτούς το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.)".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους άνω κατηγορουμένους ενόχους της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατά συναυτουργία, οπλοκατοχή, αναγνωρίζοντας σε αυτούς το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και επέβαλε, στο μεν πρώτο κατηγορούμενο (X1) ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ, στο δε δεύτερο κατηγορούμενο (Χ2) ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ΕΥΡΩ για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής και συνολική ποινή (στο δεύτερο κατηγορούμενο), ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και πέντε (5) μηνών. Ειδικότερα δε, κατά πιστή αντιγραφή από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τους κήρυξε ενόχους του ότι: στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, χωρίς να είναι τοξικομανείς, δηλαδή να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, με πρόθεση τέλεσαν την αντικειμενική υπόσταση των παρακάτω εγκλημάτων τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενεργώντας από πρόθεση και μετά από συναπόφαση, τέλεσαν έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα στην περιοχή ... τουΔήμου ..., ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση, έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, κατά τις πρώτες νυχτερινές ώρες της 9ης Φεβρουαρίου 2006, με πρόθεση κατείχαν από κοινού μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, απ' αυτές οι οποίες δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατά τη διάρκεια νομότυπης έρευνας από τα αρμόδια αυτονομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι κατείχαν σε ειδικό χώρο που είχαν διαμορφώσει (καβάτζα) σεδασώδες και δύσβατο μέρος της πιο πάνω περιοχής, σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από την παρακείμενη Εθνική οδό ..., δεκαπέντε (15) αυτοσχέδιες νάϋλον συσκευασίες περιέχουσες ακατέργαστη ινδική κάνναβη μικτού βάρους χιλιόγραμμων αντίστοιχα 1959, 1997, 1955, 1765, 1908, 1976, 1957, 1806, 1941, 1802, 1959, 1899, 1941, 1976 και 1980 και συνολικά μικτού βάρους είκοσι οκτώ (28) χιλιόγραμμων και επτακοσίων εβδομήντα ενός (771) γραμμαρίων. Β) Ο κατηγορούμενος (Χ2) στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατά τη διάρκεια νομότυπης σωματικής έρευνας από τα ίδια ως άνω αστυνομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι κατείχε παράνομα όπλο θεωρουμένου ως τέτοιο και κάθε αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση και άμυνα, η κατοχή του οποίου δεν δικαιολογείται από λόγους τέχνης, θήρας κ.λ.π. Συγκεκριμένα, βρέθηκε στην κατοχή του κρυμμένο εντός της φόρμας του, ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδας, με μήκος λάμας δέκα (10) εκατοστών, που από την κατασκευή του προορίζεται και είναι πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση. Δέχεται το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α' και β', 126 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α', 94παρ. 1 ΠΚ και 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 και ήδη άρθρ. 20 παρ. 1ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (Ν. 3459/2006) και 1 παρ. 1β'και 8 παρ. 1, 5 Ν. 2163/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 1) Ζ και 2) ..., καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο άνω Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, υπάρχει πληρότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τους κατηγορουμένους αυτούς, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις: τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, που στηρίζουν την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, τέτοια δε αιτιολογία, υπάρχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του δεύτερου ότι η συμμετοχή του στην άνω πράξη της παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών, είναι αυτή της απλής συνέργειας. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην άνω απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, ότι ενήργησε με τον πρώτο κατηγορούμενο μετά από συναπόφαση προς τέλεση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, έχοντας κοινό προς τούτο δόλο, συντελέστηκε δε η έννοια της κατοχής αυτής, με την απόκρυψη των ναρκωτικών στην αναφερόμενη στο σκεπτικό της αποφάσεως θέση. Κατά την εκτιθέμενη δε στην αρχή έννοια, υπάρχει κατά συναυτουργία κατά την ΠΚ 45 τέλεση της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών από τον άνω κατηγορούμενο, καθώς και κατοχή αυτών κατά την αναφερόμενη έννοια, όπως πλήρως αιτιολογείται στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεως, με αλληλοσυμπλήρωση αυτού με το διατακτικό, χωρίς να υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία, ούτε εκ πλαγίου παράβαση της ΠΚ 45, όπως ισχυρίζεται ο β' αναιρεσείων. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου ότι από αυτόν υπήρξε απλή συνέργεια στην πράξη της κατοχής ναρκωτικών, που τελέστηκε από τον κύριο και κάτοχο αυτών, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ..., μόνη δε συμμετοχή του στην πράξη της κατοχής, συνίσταται στο ότι συνόδευσε τον πρώτο κατηγορούμενο πλησίον του τόπου όπου βρισκόταν κρυμμένη η άνω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να γνωρίζει για την ύπαρξη των τελευταίων. Και ότι κατόπιν αυτών, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ως απλός συνεργός. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της (του δευτέρου αναιρεσείοντος), να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα).
Ως προς την αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (Χ1): Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Α' του Κ.Π. Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει ης απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 358 του ίδιου Κώδικα, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική του κατηγορούμενου απολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε και ο πρώτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία με το δεύτερο κατηγορούμενο, συνιστάμενη στο ότι και αυτός από κοινού με το δεύτερο κατηγορούμενο κατείχαν τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τη με ημερομηνία 9-2-2006 προανακριτική ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Ζ, όπως επίσης και την από 10-2-2006 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου αυτού (πρώτου). Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και του σκεπτικού της άνω αποφάσεως από το Δικαστήριο αυτό, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας πράγματι έλαβε υπόψη του, τόσο την προανακριτική κατάθεση του άνω μάρτυρα, όσο και την προανακριτική επίσης, απολογία του πρώτου κατηγορουμένου. Όμως τόσο η αναφερόμενη προανακριτική μαρτυρική κατάθεση, όσο και προανακριτική επίσης, απολογία του πρώτου κατηγορουμένου αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προς σχηματισμό της περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίσεώς του, αφού αναφέρεται ότι το Δικαστήριο, εκτός άλλων, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του και: "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποσπάσματα των κατά την προδικασία απολογιών τούτων και της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, που επιτρεπτώς αναγνώσθηκαν προς επισήμανση αντιφάσεων εκείνων και υποβοήθηση της μνήμης του τελευταίου αντιστοίχως..". Περαιτέρω, η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων, Χ1, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και του αναιρεσείοντος αυτού (πρώτου) και να καταδικαστεί και αυτός στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμούς 12,13,14/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ