Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1658 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Κλητήριο θέσπισμα, Ακροάσεως έλλειψη, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 17 § 8 του Ν. 1337/1983. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) έλλειψη ακρόασης λόγω μη απαντήσεως σε ισχυρισμούς περί νομικής και πραγματικής πλάνης, γ) απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω του ότι ο Εισαγγελέας δεν απήγγειλε κατά την έναρξη της διαδικασίας ολόκληρο το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά συνοπτικά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1658/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καυκουλά, περί αναιρέσεως της 36/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου.

Το Μονομελές Πλημ/κείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Ν. 1577/1985) για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ως άνω άρθρου, κάθε κατασκευή που εκτελείται και χωρίς άδεια της παρ. 1 είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές με τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν. 1377/1983, όπως ισχύουν, ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του τελευταίου αυτού νόμου, οι ιδιοκτήτες, οι εντολείς κατασκευής αυθαιρέτου και οι εργολάβοι κατασκευής τιμωρούνται με κοινή φυλάκιση τουλάχιστον εξ (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την υποβάθμιση του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Η παραπάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Για το παραδεκτό των αυτοτελών ισχυρισμών επιβάλλεται να προτείνονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του, προκειμένου να κριθεί το ουσία βάσιμο αυτών διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη αορίστως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 31 του ΠΚ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει ο προτείνων αυτήν κατηγορούμενος ν' αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατά πλάνη πίστευε ότι δικαιούτο να προβεί στην πράξη του αυτή εν όψει ιδιαίτερα του τόπου, του χρόνου, ηλικίας, πνευματικών ικανοτήτων και του επαγγέλματός του αλλά και της προσπάθειας που κατέβαλε για να ενημερωθεί για την έννοια νομικής διάταξης παρά δημοσίων αρχών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την προσβαλλόμενη 36/2006 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος υπέβαλε την από 13-8-2001 αίτησή του προς το Δήμο ..., που βρίσκεται στη περιοχή ..., η οποία έχει χαρακτηρισθεί χορτολιβαδική από την Δασική Υπηρεσία, για να κατασκευάσει κλίμακα καθόδου - πρόσβασης προς τη παραλία που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της περιοχής ... . Ωστόσο, ενώ η αίτηση αυτή είχε διαβιβασθεί προς τη Κτηματική Υπηρεσία Ν. ... και το Πολεοδομικό Γραφείο ... προκειμένου να χορηγηθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις για την έκδοση της σχετικής άδειας, ο κατηγορούμενος, από πρόθεση χωρίς να αναμένει την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, την 9-8-2001 προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή κλίμακας σε απόκρυμνη πλαγιά από σιδερένιες ράγες και ξύλινες τάβλες, μήκους περίπου 20-25 μέτρων και σε απόσταση 30 μέτρων από την ίσαλο γραμμή καθώς και στην αυθαίρετη κατασκευή περίφραξης από σιδερόβεργες σε παρακείμενη περιοχή, η οποία (κατασκευή) έφθανε ως τη θάλασσα.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Μονομελές Πλημ/κείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/83 και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης 30 ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα με σαφήνεια προσδιορίζονται οι εργασίες κατασκευής για τις οποίες απαιτείται άδεια της αρμόδιας πολεοδομίας, ως και το ότι έλαβαν αυτές χώραν χωρίς την προηγούμενη χορήγησή της, ως και η κατασκευή αυτών από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας να αξιολογούνται χωριστά και σε συσχετισμό μεταξύ τους τα στην αρχή του προοιμίου αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ 1 Ε συναφείς λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των προμνησθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απαράδεκτη είναι, η υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αιτίαση για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων, διότι με αυτή πλήττεται η αναιρετέα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος ο υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι ενώ στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης φέρεται ότι κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για δύο παραβάσεις του ν. 1337/1983 επιβλήθηκε σ' αυτόν μια ποινή χωρίς να αιτιολογείται αν η ποινή αυτή αντιστοιχεί σε μία πράξη ή αν αποτελεί συνολικά ποινή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
II. Όπως από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας λόγον αναιρέσεως ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του πρόσβαλαν αυτοτελή περί συγγνωστής νομικής ή πραγματικής πλάνης ισχυρισμό. Το στην απολογία του κατηγορουμένου διαλαμβανόμενο ότι "προέβη στην πράξη του έξω από την ιδιοκτησία του σε ένα παλιό μονοπάτι για να κατεβαίνει ο κόσμος στην παραλία ... Ο Δήμος υιοθετεί το έργο αυτό, και ζήτησε την άρση της κατεδάφισής του ...", δεν παρέχει έρεισμα για να εκτιμηθεί ότι αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό είτε περί νομικής είτε περί πραγματικής πλάνης.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιγή τον περί νομικής άλλως περί πραγματικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 343 εδ. α' του Κ.Π.Δ. "Μόλις πάρει τα στοιχεία της ταυτότητας του κατηγορουμένου ... ή ο εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία. Κατόπιν εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ζητεί από τον κατηγορούμενο γενικές πληροφορίες για την πράξη για την οποία κατηγορείται". Από τη διάταξη αυτή, τόσο κατά την γραμματική της διατύπωσή της όσο και από τον σκοπό της, ο οποίος μεταξύ άλλων είναι να λαμβάνει ο κατηγορούμενος και πάλι γνώση των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στο παραπεμπτικό βούλευμα, σαφώς προκύπτει α) ότι ο εισαγγελέας συνοπτικά απαγγέλει την κατηγορία και όχι ολόκληρο το κείμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή του παραπεμπτικού βουλεύματος, β) ο διευθύνων τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να δώσει γενικές πληροφορίες επί της συνοπτικά από τον Εισαγγελέα απαγγελθείσας κατηγορίας.
Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ο εισαγγελέας απήγγειλε συνοπτικά την κατηγορία", ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό ανεξάρτητα του ότι η μη τήρηση της διάταξης αυτής του άρθρου 343 ΚΠΔ δεν ιδρύει κάποιον λόγο αναίρεσης και ειδικότερα τον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της στερήσεως των υπερασπιστικών - δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/9/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 36/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Σύρου (Μεταβατική Εδρα Ανδρου).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ