Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1299 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1299/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικήτα Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 3871/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενη την Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1750/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 εδάφ. α` του Π.Κ., υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο έξι μηνών Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται αντικειμενικώς μεν η με οποιαδήποτε πράξη η παράλειψη οφειλομένης ενεργείας του εισπράττοντος ή διαχειριζομένου την περιουσία του δημοσίου υπαλλήλου ελάττωση της περιουσίας του προς όφελος αυτού ή άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η πράξη ή παράλειψή του είναι επιζήμια για την περιουσία του δημοσίου και θέλησή του να την ζημιώσει. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.γ' ΠΚ προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης με σκοπό τη βλάβη τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το εν λόγω έγκλημα είναι απλής διακινδύνευσης που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση αυτής έγινε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ1, (ήδη αναιρεσείων) στο ... σε χρόνους που αναφέρονται πιο κάτω τέλεσε τις πράξεις α) της απιστίας σχετική με την υπηρεσία ελαττώνοντας εν γνώσει του τη δημοτική περιουσία και η διαχείριση της οποίας του ήταν εμπιστευμένη κατά το ποσό των 6.500.000 δρχ. και β) της υπεξαγωγής εγγράφων, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεώς των αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα: Α) Στο πιο πάνω τόπο στις 9-11-2000 ενώ ως Δήμαρχος ... είχε την αρμοδιότητα διοίκησης των οικονομικών υποθέσεων του Δήμου ..., που ήταν εμπιστευμένη σε αυτόν σύμφωνα με τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (αρθρ. 410/1995), εν γνώσει του προέβη σε μείωση της περιουσίας του εν λόγω Δήμου με το να εγκρίνει την πληρωμή ποσού, 6.500.000 δραχμές στην Κοινοπραξία ΑΑ-ΒΒ για εργασίες που, δήθεν εκτέλεσε και για δήθεν προμήθεια υλικών αναφορικά με το έργο αξιοποίησης των Λουτρών ..., μολονότι από την προαναφερθείσα κοινοπραξία δεν είχαν γίνει εργασίες, ούτε παράδοση υλικών σχετικά με το ποσό αυτό. Με τον τρόπο επήλθε μείωση κατά το ανωτέρω ποσό στην περιουσία του Δήμου ..., με δαπάνες του οποίου εκτελούνταν εν μέρει το ανωτέρω έργο, με το να πληρωθεί η εν λόγω κοινοπραξία από έσοδα του Δήμου ... με σκοπό να ωφεληθούν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας από την καταβολή του ποσού των 6.500.000 δραχμών χωρίς την εκτέλεση αντιστοίχων εργασιών και παράδοση υλικών κατά τη διαδικασία του έργου αξιοποίησης των λουτρών ... . Β) Στον πιο πάνω τόπο, στις 29-7-2003, κατέστησε μη προσιτά, με το να τοποθετήσει σε μη γνωστό σημείο στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου ... των αποδείξεων πληρωμής των προμηθευτών-αναδόχων έργων της Δημοτικής Επιχείρησης Λουτρών ... , που αφορούσαν τις παροχές των επιχειρήσεων ΓΓ, ΔΔ Ο.Ε. προς τη Δημοτική Επιχείρηση Λουτρών ... (τοποθέτηση μαρμάρου δαπέδου, διακοσμητικών μαρμάρων πάγκων και κατασκευή, τοποθέτηση κουφωμάτων-επίπλων αντίστοιχα), των οποίων εγγράφων δεν ήταν κύριος, καθόσον αυτά ανήκαν στην ιδιοκτησία της Δημοτικής Επιχείρησης Λουτρών ... . Ο δε σκοπός του ήταν να επιφέρει βλάβη στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου ... , ως προς την αποφυγή διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου στις οικονομικές υποθέσεις της Δημοτικής Επιχείρησης Λουτρών ... και του Δήμου ... μέσω της αντιπαραβολής των ανωτέρω εγγράφων σχετικά με τα ποσά που διατέθηκαν στις ανωτέρω επιχειρήσεις και τη διαπίστωση των υπερβάσεων στην πληρωμή των επιχειρήσεων αυτών. Τα παραπάνω ενισχύονται από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας, πλέον του γεγονότος, που μεταξύ άλλων αναφέρεται και στην έκθεση ορκωτών λογιστών, ότι μέχρι σήμερα δεν ολοκληρώθηκε η ξενοδοχειακή μονάδα και δεν λειτουργεί, αφού δεν έχει παραδοθεί όλος ο εξοπλισμός που παραγγέλθηκε. Περαιτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εν γνώσει του προέβη σε μείωση της περιουσίας του Δήμου ... ενεργώντας υπό την ιδιότητα του, ως Δήμαρχος και στα πλαίσια των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί μη ευθύνης του, αφού αυτός δεν ενεργούσε ως διατάκτης πληρωμής, αλλά διαχειριζόμενος έσοδα της επιχείρησης ακόμη, απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός του ότι εκτελέστηκαν εργασίες που αντιστοιχούν στο ποσό των 6.500.000 δρχ., κατά το οποίο έγινε δεκτό ότι μειώθηκε η περιουσία του Δήμου και ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Τέλος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του ότι παραδόθηκαν τα έγγραφα (αποδείξεις πληρωμής) που αναφέρονται στην πράξη της υπεξαγωγής, αφού αυτό δεν προκύπτει από πουθενά, ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου, κατά συνέπεια θα πρέπει και ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά τα και εις το διατακτικό διαλαμβανόμενα." Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, για απιστία σχετική με την υπηρεσία, διέλαβε στην απόφασή του, όσον αφορά στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της απιστίας σχετική με την υπηρεσία, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 256 εδάφ. α, 263Α Π.Κ. που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων ενώ ήταν Δήμαρχος ... ήτοι υπάλληλος κατά τη διάταξη του άρθρου 263Α Π.Κ., επιφορτισμένος με τη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων του Δήμου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, εν γνώσει του ελάττωσε την δημοτική περιουσία, με σκοπό να ωφεληθεί η Κοινοπραξία "ΑΑ-ΒΒ" και συγκεκριμένα εν γνώσει του ενέκρινε την πληρωμή ποσού 6.500.000 δραχμών στην ανωτέρω Κοινοπραξία για εργασίες της, αναφορικά με την αξιοποίηση των Λουτρών ... που δεν εκτέλεσε ως και για την παράδοση υλικών σε σχέση με την ανωτέρω αξιοποίηση η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα. Περαιτέρω, ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι ουδεμία υπέχει ευθύνη, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Άλλωστε αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα της απιστίας σχετική με την υπηρεσία. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, (σχετικά με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη) με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά και καθ' όσον με τους ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτοι. Σε σχέση όμως με την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων για την οποίαν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων η αιτιολογία, αυτή είναι ελλιπής και ασαφής, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο του προαναφερόμενου εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος. Τούτο δε διότι: α) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση με σαφήνεια, αν και πως τα παραπάνω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, β) δεν εξατομικεύονται ποια είναι ακριβώς τα έγγραφα αυτά ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος ως προς την υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς παράδοση αυτών στα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου ... και γ) δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος να βλάψει με την απόκρυψη των εγγράφων τα ως άνω μέλη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγος της κρινόμενης αίτησης να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη διάταξη της περί κηρύξεως ενόχου του αναιρεσείοντος για την αποδιδομένην σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και κατά συνέπεια και ως προς την διάταξή της για την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 3871/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη:
Α) Ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων.
Β) Ως προς την διάταξη της για την συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές, για νέα συζήτηση και μόνον του ανωτέρω εγκλήματος και για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθμ. 58/24-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή