Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1328 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, του κατηγορουμένου εκπροσώπου ΑΕ, εκμισθώτριας θαλασσίου ποδηλάτου, για λήψη μέτρων και διάσωση πνιγέντος μισθωτή-χρήστη του ποδηλάτου. Έννοια 15 και 302 ΠΚ. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. Δ΄ και άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Ειδικότερα: α) σαφώς συνάγεται ότι επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο τα παραπάνω σχεδιαγράμματα, χάρτες και φωτογραφίες, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του οποίου είχε κάθε δυνατότητα να ζητήσει το λόγο και να προβεί, κατ' άρθρον 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά τα έγγραφα, από δε το γεγονός, που αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι στη σελίδα 12 του αιτιολογικού, αναφέρεται απλώς ότι το Δικαστήριο λαμβάνει γενικώς υπ' όψη του πλην άλλων και "τα αναγνωσθέντα έγγραφα", όχι και τα επισκοπηθέντα έγγραφα, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα παραπάνω επισκοπηθέντα σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, απλώς το Δικαστήριο εκφράστηκε στενώς και στην έννοια των αναγνωσθέντων προφανώς περιλαμβάνει και τα επισκοπηθέντα έγγραφα. Επίσης, από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό, στη σελίδα 14, αναφέρεται για να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγο-ρουμένου ότι στον τόπο του ατυχήματος υπήρχε σωστική λέμβος, ότι "το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίστηκε, η άδεια (από 30.1.2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο της εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος", προκύπτει ότι διηγηματικά και μόνον αναφέρεται η άνω μη αναγνωσθείσα άδεια του σκάφους, ούτε προκύπτει κάποια ασάφεια ως προς τα ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ούτε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση αυτής και το Δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση. Β) εφόσον το αρχικό αίτημα του κατηγορουμένου αφορούσε αποκλειστικά να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της απολιπόμενης ουσιώδους μάρτυρος φίλης του πνιγέντος έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και με παραπεμπτική 854 απόφασή του διέταξε την διαρκούσης της δίκης και εντός 1 ώρας βιαία προσαγωγή της άνω μάρτυρος και μετά την αποτυχία ανευρέσεως και βιαίας προσαγωγής από την αστυνομική αρχή, βλ. πρακτικά Φ5ο β, δήλωση Αστυνομικού ότι δεν την βρήκε στην οικίας της, δεν υποβλήθηκε κάποιο νέο αίτημα του κατηγορουμένου, όπως διακοπής ή αναβολής της δίκης, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε διακοπή ή αναβολή της δίκης και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας συνέβη, ούτε παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Απορρίπτει.




Αριθμός 1328/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 854,855/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατά τα άρθρα 1,2 και 23 παρ.1 του με αριθ. 20 Γενικού Κανονισμού Λιμένα, που εγκρίθηκε με την 3131/1-3-1999 Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ορίζεται ότι ο εκμισθωτής θαλασσίων μέσων αναψυχής, όπως είναι τα θαλάσσια ποδήλατα, έχει υποχρέωση να παραμένει ο ίδιος ή άλλο προσοντούχο άτομο υπεύθυνος, καθόλη τη διάρκεια εκμισθώσεως στη θέση (πόστο) του, να διαθέτει μηχανοκίνητη σωστική λέμβο στον αιγιαλό, πορτοκαλί χρώματος, ικανή να αναπτύσσει ταχύτητα 12 κόμβων, εφοδιασμένη με τα προβλεπόμενα σωστικά μέσα και ένα σωσίβιο με σχοινί μήκους 27,50 μ., να διαθέτει πτυσσόμενο φορείο, φορητή συσκευή τεχνητής αναπνοής, να παρακολουθεί, κατά το δυνατό, τα μισθωμένα μέσα αναψυχής, για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου κλπ.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη επί τριετία. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της άνω αποφάσεως, στην αιτιολογία αυτής, διαλαμβάνονται τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και της από 24-8-2001 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας- νεκροτομής του ιατροδικαστή ... καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Αφοι Α. Τακόπουλοι Α.Ε." διατηρούσε μέχρι και τις 4-7-2001 επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής στην περιοχή ... ... σε θέση (πόστο) έμπροσθεν του ξενοδοχείου "..." το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία της, μολονότι δεν διέθετε την σχετική άδεια από την αρμόδια Λιμενική αρχή και νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν ο κατηγορούμενος Χ. Στις 4-7-2001 και ώρα 16,30' περίπου, η παραπάνω εταιρεία εκμίσθωσε στον Ζ, γιο του πολιτικώς ενάγοντα Ψ και στη φίλη του Θ, ένα θαλάσσιο ποδήλατο στην παραθαλάσσια περιοχή ... ..., όπου λειτουργούσε την προαναφερόμενη επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για μία θαλάσσια βόλτα. Οι μισθωτές αφού επιβιβάστηκαν στο θαλάσσιο ποδήλατο, προχώρησαν μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση 200-300 μέτρα περίπου από την ακτή. Στο σημείο αυτό κατέβηκαν από το ποδήλατο και άρχισαν να κολυμπούν σε μικρή απόσταση (4 περίπου μέτρων) από αυτό. Μετά από 10 λεπτά περίπου, και ενώ η Θ βρισκόταν πλησίον του ποδηλάτου και κρατιόταν από αυτό, ο Ζ αισθάνθηκε αδιαθεσία και της ζήτησε να τον βοηθήσει, επειδή όμως δεν μπορούσε να του προσφέρει ουσιαστική βοήθεια, άρχισαν και οι δύο να καλούν σε βοήθεια, φωνάζοντας ευρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού. Επί 20 λεπτά περίπου η Θ εξακολουθούσε να φωνάζει απεγνωσμένα για βοήθεια, παλεύοντας να κρατήσει το φίλο της στην επιφάνεια. Τις συνεχείς εκκλήσεις τους για βοήθεια άκουσαν λουόμενοι οι οποίοι κολυμπώντας πήγαν προς το μέρος τους για να τους προσφέρουν βοήθεια μεταξύ των οποίων ο Ξ και ο Φ, που εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ανέβασαν τον Ζ στο θαλάσσιο ποδήλατο και προσπάθησαν να του παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια, στην συνέχεια τον έβαλαν πάνω στο καΐκι του Μ που έφθασε στο σημείο εκείνο για να βοηθήσει στη διάσωση. Το καΐκι μετέφερε τον Ζ, ο οποίος ήταν σε κακή κατάσταση και έβγαζε αφρούς από το στόμα, στην ακτή, όπου ασθενοφόρο τον παρέλαβε και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ..., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ο θάνατος του Ζ σύμφωνα με την από 24-8-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...επήλθε συνεπεία πνιγμού εντός ύδατος (ανοξυγοναιμία εγκεφάλου λόγω πνευμονικού οιδήματος αποτόκου εισροφήσεως θαλασσίου ύδατος). Η επέλευση του πιο πάνω αποτελέσματος (θανάτου) οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου ο οποίος ως υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος) της πιο πάνω εκμισθώτριας εταιρείας, η οποία εκμεταλλευόταν επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, αν και είχε νομική υποχρέωση να εφοδιάσει την εκμισθώτρια των θαλασσίων σκαφών με τα σωστικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 23 §1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20 που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3131/1-3-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικού Ναυτιλίας ( ΦΕΚ τεύχος Β' αριθμ. φύλλου 444 της 21ης Απριλίου 1999) παρέλειψε να την εφοδιάσει με αυτά, τα οποία εάν υπήρχαν είναι βέβαιο ότι θα σωζόταν ο Ζ, τούτο δε έγινε από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την όποια όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει όπως κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κατ'αντικειμενική κρίση ώστε να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ως άνω πράξη του και να παρεμποδίσει την επέλευσή του. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το παραπάνω προαναφερόμενο άρθρο 23 §1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθμό 20 που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3131/1-3-1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ο κατηγορούμενος έπρεπε να έχει εφοδιάσει την εκμισθώτρια α) με μηχανοκίνητη λέμβο στον αιγιαλό χρώματος πορτοκαλί, ικανή να αναπτύσσει ταχύτητα δώδεκα (12) κόμβων εφοδιασμένη με τα; προβλεπόμενα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα καθώς και υγειονομικό υλικό καθώς και με ένα σωσίβιο με σχοινί μήκους 27,50 μέτρων, στις πλευρές της οποίας να αναγράφονται με ευδιάκριτα γράμματα οι ενδείξεις "ΣΩΣΤΙΚΗ ΛΕΜΒΟΣ" και "LIFE BOAT", β) πτυσσόμενο φορείο, γ) φορητή συσκευή τεχνικής αναπνοής και τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με τη χρήση της και δ) να παρακολουθεί τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου. Όμως με κανένα από τα μέσα αυτά δεν είχε εφοδιάσει την εκμισθώτρια ο κατηγορούμενος υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος της) με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις του αυτές να επέλθει ο θάνατος του Ζ από πνιγμό. Και τούτο διότι ενώ κολυμπούσε δίπλα από το θαλάσσιο ποδήλατο που είχε εκμισθώσει και κινδύνευε να πνιγεί, καλούσε δε απεγνωσμένα σε βοήθεια μαζί με την φίλη του Θ, δεν υπήρξε από πλευράς εκμισθώτριας έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση προς αποτροπή του πνιγμού του. Την αποτελεσματική παρέμβαση θα εξασφάλιζε η χρήση των προβλεπομένων από τον πιο πάνω Γενικό Κανονισμό Λιμένος σωστικών μέσων και κυρίως μηχανοκίνητης λέμβου με το κατάλληλο υγειονομικό υλικό και η έγκαιρη αντίληψη του συμβάντος από πρόσωπο που έπρεπε να είχε ορισθεί για την επιτήρηση τέτοιων περιστατικών. Αυτές οι παραλείψεις ήταν που δεν απέτρεψαν τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του ανωτέρω, οποίος εξαντλήθηκε περιμένοντας βοήθεια. Από την στιγμή που άρχισαν να καλούν σε βοήθεια μέχρι να φθάσουν κολυμπώντας από την ακτή οι πρώτοι λουόμενοι οι οποίοι άκουσαν τις φωνές τους για να τους βοηθήσουν, πέρασαν 20 περίπου λεπτά. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στο χώρο της επιχείρησης κατά το χρόνο του συμβάντος υπήρχε μηχανοκίνητη, λέμβος και ότι υπήρχε άτομο για να επιτηρεί το εκμισθούμενο θαλάσσιο ποδήλατο και μάλιστα ο υπάλληλος της Ν, ο οποίος είχε δίπλωμα ναυαγοσώστη και διέθετε και κιάλια, αναπνευστική συσκευή και φορείο, δεν αποδείχτηκε ουσιαστικά βάσιμος. Δεν κρίνονται πειστικά όσα κατέθεσε απολογούμενος, ούτε όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως Ν και .... Αν υπήρχε μηχανοκίνητη λέμβος και επιτηρούνταν από υπάλληλο της εκμισθώτριας το θαλάσσιο ποδήλατο, ασφαλώς και θα άκουγε αυτός τις κλήσεις σε βοήθεια όπως και οι λουόμενοι και ο αλιεύς Μ που ήταν στο σπίτι του 500-600 μέτρα από τη επιχείρηση και πήγαν κάποια άτομα και του είπαν ότι κάποιος πνίγεται και έσπευσε με το σκάφος του να βοηθήσει (βλ. κατάθεση Μ ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου) και θα έφθανε σε ελάχιστο χρόνο με τη λέμβο στο σημείο που βρισκόταν ο θανών με την φίλη του, πράγμα που δεν έγινε. Το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίσθηκε και η άδεια (από 30-1-2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο ης εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος. Ο λιμενικός ..., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρωτόδικα, κατέθεσε ότι πήγε αμέσως μετά το ατύχημα στο ξενοδοχείο είδε τα ποδήλατα στην παραλία, έψαξε για τον υπεύθυνο αλλά δεν τον βρήκε αν και τον αναζήτησε και τον περίμενε πολύ ώρα και ότι δεν είδε κανένα ταχύπλοο παρά μόνο θαλάσσια ποδήλατα και κανό. Επίσης σε έλεγχο που είχε διενεργήσει η λιμενική αρχή Πατρών στις 1-7-2001 στην πιο πάνω επιχείρηση της εκμισθώτριας, δηλαδή τρεις μέρες πριν από το επίδικο συμβάν δεν είχε διαπιστώσει ύπαρξη λέμβου ή ταχύπλοου σκάφους στο χώρο της επιχείρησης και δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος που να παρακολουθεί τα ποδήλατα (βλ. ένορκη κατάθεση στα πρακτικά του πρωτοδίκου Δικαστηρίου του λιμενικού που διενήργησε τον έλεγχο ...). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο υπάλληλος της εκμισθώτριας Ν ο οποίος και απέκτησε μετά το επίδικο συμβάν δίπλωμα ναυαγοσώστη (βλ. από 23-5-2002 δίπλωμα που αναγνώστηκε) το πρώτον ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου παρουσιάσθηκε και ισχυρίσθηκε ότι ήταν υπεύθυνος για την επιτήρηση των ποδηλάτων και ότι δεν άκουσε φωνές για βοήθεια για να καταλάβει ότι κινδύνευαν, πλην όμως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του. Αν ήταν υπεύθυνος και βρισκόταν εκεί ασφαλώς και θα άκουγε τις φωνές για βοήθεια. Ο μάρτυρας Ξ, που προσέτρεξε για βοήθεια, αναφέρει στην κατάθεσή του ότι ήταν μέσα στο σπίτι του που βρίσκεται στην παραλία εκεί που συνέβη ο πνιγμός και κάποια στιγμή βγήκε έξω από αυτό για να τηλεφωνήσει από το κινητό του τηλέφωνο και τότε άκουσε φωνές ότι κάποιος πνιγόταν, ότι υπήρχε αναστάτωση σε όλη την παραλία και όταν κοίταξε μέσα στην θάλασσα άκουσε και αυτός τις φωνές της κοπέλας. Και ο μάρτυρας αστυνομικός Φ, που ήταν λουσμένος και προσέτρεξε για βοήθεια αναφέρει ότι ήταν στα τριάντα μέτρα από την ακτή και άκουσε φωνές για βοήθεια και ότι δεν είδε ταχύπλοα εκείνη την ημέρα στην περιοχή.
Συνεπώς δεν δικαιολογείται να άκουσαν οι πιο πάνω και να έγινε ανάστατη όλη η παραλία και να μην άκουσε ο υπεύθυνος της εκμισθώτριας. Τούτο συνηγορεί υπέρ του ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος για την επιτήρηση των ποδηλάτων. Μετά τα παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορείται.
Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, του ότι: " Στη ... στις 4-7-2001 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του παρά το γεγονός ότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού και έτσι επέφερε τον θάνατο του Ζ, κατοίκου εν ζωή ..., κατά τον ακόλουθο τρόπο: Όντας υπεύθυνος (νόμιμος εκπρόσωπος) επιχειρήσεως ενοικιάσεως θαλασσίων ποδηλάτων στην παραλία της ... και υποχρεωμένος συνεπώς με την ιδιότητά του αυτή (εκμισθωτής) από την διάταξη του άρθρου 23 § 1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένος Πατρών να διαθέτει α) μηχανοκίνητη λέμβο στον αιγιαλό ικανή να αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 12 κόμβων εφοδιασμένη με σωστικά και πυροσβεστικά μέσα καθώς και υγειονομικό υλικό, β) πτυσσόμενο φορείο, γ) συσκευή τεχνητής αναπνοής και τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με την χρήση της και δ) να παρακολουθεί τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου, αυτός κανένα από τους όρους αυτούς δεν πληρούσε για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, με αποτέλεσμα ως εκ των παραλείψεων του να επέλθει από πνιγμό ο θάνατος του προαναφερόμενου, αφού καθ'ον χρόνο αυτός κολυμπούσε δίπλα από το θαλάσσιο ποδήλατο που είχε εκμισθώσει από τη επιχείρηση του κατηγορουμένου και κινδύνευε να πνιγεί, ενώ παραλλήλως η ευρισκομένη πλησίον του κινδυνεύοντος κολυμβητή, Θ καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια προς την ακτή, δεν υπήρξε από πλευράς κατηγορουμένου η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση προς αποφυγή το μοιραίου γεγονότος όπως αυτή θα εξασφάλιζε η χρήση των σωστικών μέσων (μηχανοκίνητη λέμβο με το κατάλληλο υγειονομικό υλικό) και η έγκαιρη αντίληψη του συμβάντος από ορισθείσα για τέτοια περιστατικά επιτήρηση, αυτές δε οι παραλήψεις ήταν που επέτρεψαν εν τέλει τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του θύματος που είχε εξαντληθεί πια περιμένοντας κάποια βοήθεια".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά , στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος, υπευθύνου ως νομίμου εκπροσώπου της εκμισθώτριας των θαλασσίων ποδηλάτων ανώνυμης εταιρείας, ήτοι ποία συγκεκριμένα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα όφειλε να πάρει, ως εκ των καθηκόντων του εκ της παραπάνω ιδιότητάς του, ως νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος της εταιρείας "Αφοί Τακόπουλοι ΑΕ" και δη ότι δεν μερίμνησε, όπως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως άνω από τη λειτουργία, με άδεια της οικείας Λιμενικής Αρχής επιχειρήσεως, από την εν λόγω εταιρεία, εκμισθώσεως στη θαλάσσια περιοχή ... ... θαλασσίων μέσων αναψυχής και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Λιμένα αυτή, εγκριθέντος με την 3131/1999 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, να εφοδιάσει την εκμισθώτρια με μία μηχανοκίνητη ταχύπλοη σωστική λέμβο, πτυσσόμενο φορείο, φορητή συσκευή τεχνικής αναπνοής και άνθρωπο που να βρίσκεται συνέχεια παρών στη θέση του στον αιγιαλό, υπεύθυνο να παρακολουθεί τα μισθωμένα και στη θάλασσα πλέοντα μέσα αναψυχής για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου, δηλονότι αναφέρεται από πού πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για λήψη των παραπάνω προληπτικών μέτρων ασφαλείας και προλήψεως πνιγμού κάποιου μισθωτή θαλάσσιου ποδηλάτου. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του με αριθ. 20 Γενικού Κανονισμού Λιμένα, που αναφέρει ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται "να παρακολουθεί κατά το δυνατό τα μέσα αναψυχής που είναι μισθωμένα για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση κινδύνου", σαφώς νοείται ότι ο εκμισθωτής οφείλει ανά πάσα στιγμή να παρακολουθεί τα στη θάλασσα πλέοντα μισθωμένα από αυτόν θαλάσσια ποδήλατα για κάθε περίπτωση κινδύνου, αλλά και τους μισθωτές χρήστες αυτών για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση οιουδήποτε κινδύνου ανακύψει και κυρίως πνιγμού αυτών, ακόμα και όταν ακουσίως ή εκουσίως εγκαταλείπουν προσωρινά το ποδήλατο και κολυμβούν πλησίον του ποδηλάτου, όπως ο παθών που βρισκόταν την ώρα του κινδύνου δίπλα στο ποδήλατο στα 4μ., η δε φίλη του κρατιόταν σε αυτό και επί αρκετό χρόνο φώναζαν και οι δύο απεγνωσμένα βοήθεια, σε απόσταση 200-300 μ. από την ακτή, αλλά κανείς υπεύθυνος δεν τους είδε, γιατί απλώς, όπως δέχεται ανέλεγκτα η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδείς υπεύθυνος βρισκόταν στην παραλία την ώρα του ατυχήματος και ουδείς παρακολουθούσε το μισθωμένο ποδήλατο του θύματος, ούτε και προσέτρεξε κάποιο σκάφος του κατηγορουμένου προς βοήθεια. Οι μόνοι προστρέξαντες προς βοήθεια των απεγνωσμένα επί 20 λεπτά της ώρας ζητούντων βοήθεια μισθωτών του ποδηλάτου, ήταν άγνωστοι λουόμενοι, εκ των οποίων δύο (εξετασθέντες μάρτυρες) έφθασαν κοντά κολυμβώντας μετά 20 λεπτά της ώρας και ανέβασαν τον παθόντα στο ποδήλατο και μετά στο καΐκι του Μ που προσέτρεξε με το σκάφος του για να βοηθήσει, αφού τον φώναξαν από την οικία του, καΐκι με το οποίο και μεταφέρθηκε στην ακτή, όπου ασθενοφόρο τον παρέλαβε σε κακή κατάσταση και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ..., αλλά δεν πρόλαβαν τον από πνιγμό επελθόντα θάνατο, β) αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος και δη ότι οι άνω παραλείψεις του κατηγορουμένου ήταν εκείνες που δεν απέτρεψαν τον επελθόντα από πνιγμό θάνατο του μισθωτή του ποδηλάτου, γιατί δεν υπήρξε έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση με ταχύπλοη σωστική λέμβο από πλευράς κατηγορουμένου - υπευθύνου προσώπου προς βοήθεια και αποτροπή του πνιγμού, δεν υφίσταται καμία ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το σημείο και την απόσταση που βρισκόταν το ποδήλατο από την ακτή, ως προς τα αίτια και τις συνθήκες που επήλθε ο πνιγμός, ως προς την ύπαρξη ή μη υπευθύνου προσώπου, αφού η προσβαλλόμενη σαφώς αναφέρει παντελή απουσία οιουδήποτε υπευθύνου στην περιοχή, τη στιγμή του ατυχήματος, ώστε να παρακολουθεί τα εκμισθούμενα σκάφη, να αντιληφθεί εγκαίρως τον επελθόντα κίνδυνο πνιγμού και να προστρέξει σε βοήθεια του μισθωτή, ήτοι προσδιορίζεται και το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ορίζεται στο αιτιολογικό ότι αν υπήρχαν τα προαναφερθέντα υποχρεωτικά από τον Κανονισμό Λιμένα σωστικά μέσα και το υπεύθυνο πρόσωπο εκεί να επιτηρεί τα εκμισθούμενα θαλάσσια ποδήλατα, είναι βέβαιο ότι θα άκουγε τις κλήσεις για βοήθεια, όπως τις άκουσαν τόσοι άλλοι λουόμενοι, θα έφθανε σε ελάχιστο χρόνο με τη σωστική ταχύπλοη λέμβο και θα σωζόταν ο παθών Ζ, που τελικά πέθανε από πνιγμό, αφού εξαντλήθηκε φωνάζοντας μαζί με τη φίλη του βοήθεια και περιμένοντας τη βοήθεια επί 20 λεπτά της ώρας, γ) αναφέρεται δε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων ως άνω παραλείψεων του κατηγορουμένου εκπροσώπου της εκμισθώτριας εταιρείας, ως ενεργού αιτίας, και του επελθόντος αποτελέσματος του από πνιγμό θανάτου του άνω μισθωτή, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει, όπως όφειλε εκ των καθηκόντων του ως εκπροσώπου της άνω εταιρείας, τα παραπάνω επιβαλλόμενα από τον Κανονισμό Λιμένα και προσήκοντα προστατευτικά μέτρα. Επίσης, δεν υπάρχει καμία ασάφεια, λογικό κενό ή αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, γίνεται συσχέτιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και των προκυπτόντων από αυτά πραγματικών περιστατικών, έγινε ορθή υπαγωγή αυτών των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία δεν παραβιάστηκε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ήτοι οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, συναφείς δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της δίκης και το κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση σχεδιαγραμμάτων, σχεδίων, χαρτών και φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή, εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και επισκοπήθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται στη σελίδα 10-11 και τα παρακάτω: "Μετά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το Δικαστήριο επισκόπησε και τα παρακάτω ήτοι: έγχρωμο χάρτη της θαλάσσιας περιοχής ..., σχεδιάγραμμα του διπλ. Αρχιτέκτονα Μηχανικού ... και δύο έγχρωμες φωτογραφίες της θαλάσσιας περιοχής .... Για την ανάγνωση και την επισκόπηση των παραπάνω εγγράφων, σχεδιαγραμμάτων, χαρτών και φωτογραφιών, κανείς δεν έφερε αντίρρηση". Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο τα παραπάνω, χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του οποίου είχε κάθε δυνατότητα να ζητήσει το λόγο και να προβεί, κατ'άρθρον 358 ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά τα έγγραφα, από δε το γεγονός, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι στη σελίδα 12 του αιτιολογικού, αναφέρεται απλώς ότι το Δικαστήριο λαμβάνει γενικώς υπόψη του, πλην άλλων, και "τα αναγνωσθέντα έγγραφα", όχι "και τα επισκοπηθέντα έγγραφα", δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα παραπάνω επισκοπηθέντα σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, απλώς το Δικαστήριο εκφράστηκε στενώς και στην έννοια των αναγνωσθέντων προφανώς περιλαμβάνει και τα επισκοπηθέντα έγγραφα. Επίσης, από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό, στη σελίδα 14, αναφέρεται για να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στον τόπο του ατυχήματος υπήρχε σωστική λέμβος, ότι " το ταχύπλοο σκάφος του οποίου προσκομίστηκε η άδεια (από 30-1-2000) με ιδιοκτήτρια την εκμισθώτρια, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στο χώρο της εκμίσθωσης κατά τη στιγμή του επίδικου συμβάντος", προκύπτει ότι διηγηματικά και μόνον αναφέρεται η άνω μη αναγνωσθείσα άδεια του σκάφους, ούτε προκύπτει κάποια ασάφεια ως προς τα ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ούτε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση αυτής και το Δικαστήριο αρνήθηκε την ανάγνωση. ’ρα, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ και άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚποινΔ και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (510 παρ.1 στοιχ.Γ' του ίδιου Κώδικα) πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 352, 353, 231 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση που κάποιος μάρτυρας κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίσθηκε, όμως η μαρτυρία του κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, στην περίπτωση που δεν κρατείται προσωρινά ο κατηγορούμενος, μπορεί το Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική κρίση του, προαιρετικά να διατάξει τη διακοπή της δίκης έως οκτώ το πολύ ημέρες καθώς και τη βιαία προσαγωγή του μάρτυρα, αν δε στην επανάληψη της δίκης που διακόπηκε απουσιάζει και πάλιν ο μάρτυρας, επειδή δεν εκτελέστηκε η διαταγή για τη βιαία προσαγωγή του, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την αναβολή της δίκης για την υπόθεση, την αναβάλλει σε ρητή δικάσιμο μέσα σε 60 ημέρες. Απαιτείται όμως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποίαν απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για την κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση του αναγκαίου κατ'αυτόν μάρτυρα για να κάνει αυτός και ο συνήγορός του, κατ'άρθρο 357 παρ.2 ΚΠοινΔ απευθείας στον μάρτυρα τις ερωτήσεις που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Όπως δε προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠοινΔ για να γεννηθεί η από τις τελευταίες διατάξεις προβλεπόμενη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του Δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση ορισμένου εκ μέρους του εισαγγελέως και του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του δικαιώματος, που τους παρέχεται από τον νόμο. Τέτοια όμως υποχρέωση δεν δημιουργείται από τις προεκτεθείσες διατάξεις σε σχέση με το δικαίωμα των παραπάνω να ζητήσουν διευκρινίσεις και να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες για την εξακρίβωση της αληθείας, χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος, οπότε από την παραβίαση αυτή να δημιουργείται και λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα παρακάτω: Η ..., εμφανισθείσα στο ακροατήριο στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας, ανήγγειλεν ότι η απουσιάζουσα και κλητευθείσα μάρτυρας κόρη της Θ, αδυνατεί να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λόγω του επίδικου συμβάντος και οποιαδήποτε πίεση θα μπορούσε να επιφέρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στο πρόβλημά της, κατέθεσε δε και σχετική βεβαίωση Ψυχολόγου, η οποία και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο. Έπειτα ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ζήτησε να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της άνω μάρτυρος, την οποία θεωρεί μόνη αυτόπτη και την ουσιωδέστερη για την αποκάλυψη της αλήθειας, για να της υποβάλλει και ερωτήσεις. Το Δικαστήριο, μετά σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, δέχθηκε το εν λόγω αίτημα και διέταξε με τη με αριθμό 854/2008 παρεμπίπτουσα απόφασή του, την διαρκούσης της δίκης και εντός μιας ώρας βιαία προσαγωγή της μάρτυρος αυτής, ως κατοίκου ..., με το εξής αιτιολογικό: "Από τα έγγραφα της δικογραφίας, την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου και τη διαδικασία γενικά προέκυψε ότι η μάρτυρας Θ, κλητεύθηκε εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πλην όμως δεν εμφανίστηκε και γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι αδυνατεί να παρουσιαστεί διότι παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα. Το Δικαστήριο ωστόσο κρίνει ότι η μαρτυρία της είναι αναγκαία και τα προβλήματά που επικαλείται δεν καθιστούν αδύνατη την προσέλευσή της και ότι πρέπει να διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή της κατά την διάρκεια της συνεδριάσεως και εντός μιας ώρας, κατ'άρθρα 353 παρ.3 και 231 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, δεκτού γενομένου σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των λοιπών έξι μαρτύρων κατηγορίας και στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας Πατρών, ..., ο οποίος έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο και ανέφερε ότι, σε εκτέλεση της με αριθμό 854/ 14-5-2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου, η οποία διατάζει να προσέλθει η απολιπόμενη μάρτυρας Θ, μετέβη στην οδό ..., στην ..., που διαμένει η μάρτυρας και βρίσκεται η οικία της παραπάνω, η οποία και δεν ανευρέθηκε, οπότε το Δικαστήριο, προχώρησε στην υπόλοιπη διαδικασία και στην ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία είναι καταχωρημένη και η κατάθεση στον πρώτο βαθμό της άνω μάρτυρος, χωρίς ο συνήγορος του κατηγορουμένου να επανέλθει επί του ζητήματος ή να υποβάλει νέο αίτημα, διακοπής της δίκης ή αναβολής της δίκης, ούτε δε και όταν ρωτήθηκε αργότερα από τον πρόεδρο, αν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, υπέβαλε κάποιο αίτημα σχετικά με την εξέταση ή μη της ουσιώδους αυτής μάρτυρος. Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον το αρχικό αίτημα του κατηγορουμένου, αφορούσε αποκλειστικά να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή της άνω απολιπόμενης ουσιώδους μάρτυρος και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και μετά την αποτυχία ανευρέσεως και βιαίας προσαγωγής από την αστυνομική αρχή, δεν υποβλήθηκε κάποιο νέο αίτημα του κατηγορουμένου, όπως διακοπής ή αναβολής της δίκης, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε διακοπή ή αναβολή της δίκης και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας συνέβη, ούτε παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 46/17-12-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της με αριθ. 854,855/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή