Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 104 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 (μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών) στον ΤΑΤΤΑ. Ι.) Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για ασάφεια ως προς τα ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας. ΙΙ.) Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής κατ΄ άρθρο 61 ΚΠΔ. Δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο η επιφύλαξη του δικαστηρίου να απαντήσει επί του αιτήματος αναβολής ευθύς μετά την υποβολή του και διατύπωση της αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως του στο σκεπτικό αυτής για την καταδικαστική του κρίση επί της ουσίας.




Αριθμός 104/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γκότση, περί αναιρέσεως της 28585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.7.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν, και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία...... Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο, και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής (Ολ Α.Π. 1/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, υπό την ιδιότητά του ως εργοδότης και δη διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 19.2.2001 έως 19.2.2003 και ενώ απασχολούσε με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά την μισθολογική περίοδο από 1.1.2001 έως και 31.12.2002 στην ανωτέρω επιχείρησή του προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και ώφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στον Οργανισμό αυτόν τις παρακάτω εισφορές μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η εργασία, εν τούτοις δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ποσού 21.638,71 ευρώ, ούτε τις εργατικές εισφορές, ποσού 64.916,13 ευρώ, αλλά τις παρακράτησε, όπως ακριβώς ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης. Ο μάρτυρας υπερασπίσεως ομολογεί τις οφειλές του κατηγορουμένου, όντας υπάλληλος του ταμείου στην ως άνω εταιρεία. Η αόριστη αναφορά και επίκληση οφειλών του ανωτέρω Ταμείου προς την εταιρεία και ο επικείμενος συμψηφισμός δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων, της μη διενέργειας κάποιας καταβολής ή ρυθμίσεως του χρέους που υφίσταται και του επικειμένου κινδύνου παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση ασκήσεως αγωγών στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού αυτές έχουν ασκηθεί στις 31.5.2007, χωρίς όμως να έχει προσδιορισθεί χρόνος συζητήσεως ακόμη. Επομένως, η βραδύτητα που επέδειξε ο κατηγορούμενος (ενώ ισχυρίζεται την ύπαρξη τόσο μεγάλων οφειλών εκ μέρους του Ταμείου) στην άσκηση των εν λόγω αγωγών, οδηγούν το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής, συνεκτιμωμένου του κινδύνου παραγραφής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών στο ΤΑΤΤΑ και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών και συνολική χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 ΑΝ 86/67 σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ. 1 του ΠΚ, 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/1952, και τα άρθρα 16 παρ. 1 και 2 της με αριθμό 55575/1979 από 18/11.7.1965 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα, ουδεμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δημιουργείται από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αντίθετος λόγος αναίρεσης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, ενώ στο τέλος της σελ. 3 του σκεπτικού αναφέρεται "Ο μάρτυρας υπερασπίσεως ομολογεί τις οφειλές του κατηγορουμένου, όντας υπάλληλος του Ταμείου της ως άνω εταιρείας ........", υπάλληλος του Ταμείου (ΤΑΑΑ εν προκειμένω) είναι ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας .... και όχι ο προταθείς από τον αναιρεσείοντα μάρτυρας ...., ο οποίος δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με το εν λόγω Ταμείο, Και τούτο διότι, από την ως άνω φράση του σκεπτικού προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του και εξήρε, ως έχον ιδιαίτερη βαρύτητα, το περί ομολογίας του χρέους της εκπροσωπουμένης από τον αναιρεσείοντα εταιρείας "..... ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", σημείο της κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης ...., ο οποίος είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου του Ταμείου της ως άνω εταιρείας και όχι, ως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ....., υπαλλήλου της ΤΑΤΤΑ.
Κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, πρέπει, κατ' άρθρα 139 παρ. 2 να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των από 31.7.2007 αγωγών του, που άσκησε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. To Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που διαλαμβάνεται στο πιο πάνω αναφερόμενο σκεπτικό του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Η αναφορά δε του κινδύνου της παραγραφής έγινε εκ περισσού και δεν στηρίζει την απορριπτική επί του αιτήματος αναβολής κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', κατ' εκτίμηση του δικογράφου σχετικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφασή του, που εξέδωσε επί του αιτήματος της αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 172 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραλείψεως του δικαστηρίου ν' αποφανθεί επί της παραπάνω αιτήσεως που υπέβαλε ο εκπροσωπήσας τον απόντα αναιρεσείοντα για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος ευθύς μετά την υποβολή του, αλλά επιφυλάχθηκε ν' απαντήσει και απέρριψε αυτό με ιδιαίτερη σκέψη στο σκεπτικό της περί ενοχής του (κατηγορουμένου) απόφασής του, αφού η στο σημείο αυτό της διαδικασίας εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας από καμμία διάταξη του ΚΠΔ και οποιουδήποτε νόμου προκύπτει ότι προσβάλλει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε και ουδεμία βλάβη εκ του λόγου τούτου επικαλείται ότι έχει υποστεί.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2008 αίτηση του ....., επιχειρηματία, κατοίκου ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 28585/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή