Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1311 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Προφορική ανάπτυξη.




Περίληψη:
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για να απαντήσει το δικαστήριο της ουσίας στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά ότι αυτοί αναπτύχθηκαν προφορικά, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ότι αυτοί ήσαν ορισμένοι και δεν αποτελούσαν άρνηση της κατηγορίας. Στην καταδικαστική για κλοπή απόφαση δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ειδικού δόλου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1311/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαπάντη, για αναίρεση της 20.055/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1220/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, όποιος αφαιρεί ξένο, (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά όμως για την αιτιολογία στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξη του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (ο δόλος) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδάφ. α' και 27 § 1 του ΠΚ, ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Εξ άλλου, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια του δικηγόρο, σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως για την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (την ανάγνωση των εγγράφων και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 20055/2004 αποφάσεώς του τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος "στην ..., στις 15 Απριλίου 1999 αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, και συγκεκριμένα αφαίρεσε την υπ' αριθ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της ..., η οποία ήταν σταθμευμένη επί της οδού ..., την οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που ορθώς εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα της ως άνω μοτοσυκλέτας έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της, ήτοι με σκοπό την ενσωμάτωσή της στην περιουσία του αναιρεσείοντος, (άρθρο 372 παρ. 1α ΠΚ), χωρίς να γίνει ειδική αιτιολογία στον δόλο, αφού αυτό δεν ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη αναγκαίο, ούτε δε το πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη. Επίσης απαράδεκτη είναι και η αιτίαση αυτού ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε καθόλου στον αυτοτελή ισχυρισμό του τον οποίο είχε προβάλει ήδη κατά την προδικασία, ότι δηλαδή δεν ήθελε να κλέψει τη μοτοσυκλέτα, αλλά να την χρησιμοποιήσει για μικρό χρονικό διάστημα και ότι επομένως δεν τέλεσε κλοπή, αλλά το ηπιότερο έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 374 Α του Ποινικού Κώδικα, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την αναφερόμενη στην παραπάνω νομική σκέψη έννοια. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το ότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε ούτε αναπτύχθηκε προφορικά τέτοιος ισχυρισμός. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' και Ε' του ΚΠΔ δύο μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 20.055/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ