Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1515 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία.




Περίληψη:
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα η λαθεμένη παράθεση της οικείας ποινικής διατάξεως και το δικαστήριο παραθέτει την ορθή. Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1515/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λεωνίδα Κοτσαλή, Γρηγόριο Τσόλια και Αθανάσιο Ψάλτη, περί αναιρέσεως της 275/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 532/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 275/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως 1995, κλήθηκε με την υπ' αριθ. ...ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, σύμφωνα με το Νόμο περί Στρατολογίας, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την ..., αυτός όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 έως 4-10-2005, οπότε διακόπηκε η ανυποταξία με την εμφάνιση του στο Φρουραρχείο Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Στον κατηγορούμενο είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. ...Γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) Α' εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 cc υπό φαρμακευτική αγωγή κορτιζονοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από ... και ... στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αριθ. ... Πιστοποιητικό τύπου Β'). Λόγω της αναβολής υγείας, αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο ΣΓ Ανατολικής Αττικής στην ΕΑΑ για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθ. ...έγγραφο της ΕΑΑ, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω Επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο ΣΓ Ανατολικής Αττικής η υπ' αριθ. ...Γνωμάτευση της ΕΑΑ, με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (15), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθ.... Πιστοποιητικό τύπου Α', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου ... η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφό της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από τη προ αναφερθείσα μία Γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωση του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω πλαστή Γνωμάτευση, δεν "νομιμοποιούσε", την παραμονή του κατηγορουμένου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατολογική Αρχή. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει κατά την ομόφωνη κρίση των μελών τουΔικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο".
Στη συνέχεια, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός(1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 στοιχ. α, 193, 198 παρ.2α, 213 παρ.1 του ΣΠΚ, 51, 53 και 54 του Ν. 3421/2005 και των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, που ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως του 1995, ενώ κλήθηκε με την υπ' αριθμό ... ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και συγκεκριμένα να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την ..., δεν προσήλθε όπως όφειλε με αποτέλεσμα να κηρυχθεί ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 μέχρι την 4-10-2005 που διακόπηκε η κατάστασή του αυτή, με την εμφάνισή του στο Φρουραρχείο Αθηνών. Αιτιολογείται, ακόμη, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία πρόθεση του κατηγορουμένου, ήταν να αποφύγει την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, και προκειμένου να επιτύχει την οριστική απαλλαγή του από τις τάξεις του Στρατού, προέβη στην κατάρτιση πλαστής ιατρικής γνωματεύσεως, την οποία προσκόμισε στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, και για την οποία η φερόμενη ως εκδώσασα αυτήν αρχή, διέψευσε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εξέδωσε αντίστοιχη γνωμάτευση, πλην εκείνης, που έτυχε εξάμηνης αναβολής.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της από το άρθρο 50 § 4 του ν. 3160/2003, προβλεπόταν ως λόγος αναιρέσεως της απόφασης η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου, που προέβλεπε και τιμωρούσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αλλά με την αναφερθείσα τροποποιητική διάταξη η περίπτωση αυτή του λόγου αναίρεσης καταργήθηκε. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 514 του άνω Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 7 του ανωτέρω ν. 3.160/2003, ο Άρειος Πάγος παραθέτει αυτεπαγγέλτως το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου, που εφαρμόστηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα σε αυτή. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για λαθεμένη παράθεση του άρθρου 51 παρ. 1 και 2 του Ν. 3421/2005, "περί Στρατολογίας των Ελλήνων και άλλες διατάξεις" που τιμωρεί την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αντί του ορθού άρθρου 17 του ν. 1763/1988, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του ως άνω αδικήματος, προεχόντως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το δε Δικαστήριο τούτο παραθέτει αυτεπαγγέλτως σε αυτή το ορθό άρθρο 51 παρ. 1 και 2 του ν. 3421/2005, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παρατεθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 51 του ν. 3421/2005, αποτελεί αυτούσια διατύπωση με εκείνη του άρθρου 17 του ν. 1763/1988. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 6 από 6 Μαρτίου 2008 αίτηση του..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 275/2-10-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ