Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1851 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς την αίτηση της Εφέτου Αθηνών που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και ζητούσε την άσκηση εφέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, και λόγω συνάφειας και για συγκατηγορουμένους της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1851/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά -Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με εγκαλούσα τη Δ και εγκαλούμενους τους 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρί-στηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1447/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη, με αριθμό 379/17-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§1+4, 128§1α 136 περ ε' και 137 ΚΠΔ την από 15-11-2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών για την παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και Εισαγγελία Εφετών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά την διάταξη του αρ. 136 περ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Από τον δικαιολογητικό λόγο της ανωτέρω διατάξεως, που σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι περίπτωση τέτοιας παραπομπής συντρέχει όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας αλλά και της προδικασίας, περιλαμβανομένων και των σταδίων της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως και της ασκήσεως ποινικής διώξεως (Α.Π. 1573/95, 1642/88, 1145/86 ). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 ΚΠΔ την παραπομπή αυτού μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων και αποφασίζει γι' αυτήν, αν δεν πρόκειται για τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τα στοιχεία α' και β' του ιδίου άρθρου ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134, 135 ΚΠΔ (ΑΠ 1642/88, Π.Χρ. Λθ/500, ΑΠ 1145/86 Π.Χρ.ΛΣτ/991).
Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αρ. 3120/2010 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών την Χ2 Εφέτη Αθηνών, Χ3 και Χ1 όπως δικαστούν για ψευδή καταμήνυση άπαντες, συκοφαντική δυσφήμηση άπαντες και ψευδορκία μάρτυρα τον Χ1. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι μετά την έκδοση του προαναφερθέντος βουλεύματος, αδυνα-τούντες οι ίδιοι, σύμφωνα με το αρ. 478 παρ. 1α ΚΠΔ, να ασκήσουν έφεση κατ' αυτού, υπέβαλαν την από 12-11-2010 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητούντες απ' αυτόν για τους λόγους που εκθέτουν να ασκήσει εκείνος έφεση κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 472 παρ. 2 ΚΠΔ. Η εκ των κατηγορουμένων όμως Χ2 υπηρετεί ως εφέτης στο Εφετείο Αθηνών, και ως εκ τούτου τόσο το, κατά το άρθρο 122 του ΚΠΔ αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, όσο και ο εις το δικαστήριο αυτό Εισαγγελέας Εφετών αδυνατούν να επιληφθούν της
υποθέσεως, συμπερι-λαμβανομένης και της ως άνω αιτήσεως των κατηγορουμένων, για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι άνευ αντικειμένου, γιατί η κατά το αρ. 479 παρ. 2 ΚΠΔ προθεσμία των 30 ημερών, εντός της οποίας ο Εισαγγελεύς Εφετών μπορεί να ασκήσει έφεση κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, θα αρχίσει κατά την γνώμη μου, από την έκδοση της αποφάσεως Σας, που θα ορίζει τον κατά παραπομπή αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως Εισαγγελέα Εφετών, αφού προηγουμένως δεν υφίσταται δυνατότητα να επιληφθεί ο, κατά το άρθρο 479 παρ. 2 ΚΠΔ, αρμόδιος Εισαγγελέας.
Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, ως προς την κατηγορουμένη Χ2 και λόγω συνάφειας, κατά τα άρθρα 128 παρ. 1α και 129 περ. α' ΚΠΔ, ως προς τους συγκατηγορουμένους της Χ3 και Χ1 (Α.Π. 1573/95), την οποία εζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ' αρ. 62324/15-11-2010 αίτηση του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Να γίνει δεκτή η υπ'αρ. 62324/15-11-2010 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η ανωτέρω ποινική υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς και στον εις αυτό Εισαγγελέα Εφετών, προκειμένου να ενεργήσουν, ως κατά παραπομπή αρμόδιοι για την υπόθεση αυτοί ό,τι και το Εφετείο Αθηνών και ο Εισαγγελέας Εφετών τόσο ως προς την κρίση επί της αιτήσεως για άσκηση εφέσεως, κρίση επ' αυτής και εκδίκαση της υποθέσεως εφ' όσον καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή.

Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσος Παπαδάκης
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 136 περ. ε του ΚΠΑ το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα. 122-125 του ίδιου κώδικα, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν, μεταξύ των άλλων λόγων, συντρέχει και η περίπτωση ε, κατά την οποία ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Κατά το άρθρο 137 παρ. 1 την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις γ και δ του άρθρου 136 μόνον ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει α) το δικαστήριο των Πλημ/κών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α και β του άρθρου 136, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβού-λιο, σε κάθε άλλη περίπτωση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο δικαιολο-γητικός λόγος της παραπομπής στην περίπτωση του εδαφίου ε του ΚΠΔ, είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού υπόνοιας μεροληψίας αυτού, λόγω συνυπηρέτησής του με τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα. Από την εννοιολογική παραβολή του εδαφίου ε προς τα άρθρα 122-125, στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στο δικαστήριο, αλλά επεκτείνεται και στις αρχές ασκήσεως της ποινικής αγωγής, της προδικασίας και της ενέργειας ακόμη της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού και στις πιο πάνω περιπτώσεις συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικό λόγος της κατοχύρωσης του ανεπηρέαστου και του αδιάβλητου των δικαστικών κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3120/2010 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών την Χ2, Εφέτη Αθηνών, Χ3 και Χ1, για να δικασθούν για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, και οι τρεις και επί πλέον ο τρίτος για ψευδορκία μάρτυρα. Οι ως άνω κατηγορούμενοι, μετά την έκδοση του προαναφερθέντος βουλεύματος, και επειδή οι ίδιοι δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ' αυτού (άρθρο 478 παρ. 1α του ΚΠΔ), υπέβαλαν την από 12/11/2010 αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αιτούμενοι για τους αναφερό-μενους σ' αυτή λόγους, να ασκήσει εκείνος έφεση κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 479 παρ. 2 του ΚΠΔ. Εν όψει όμως του ότι η εκ των κατηγορουμένων Χ2 υπηρετεί ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών, και ως εκ τούτου τόσο το, κατά το άρθρο 122 του ΚΠΔ αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, όσο και ο εις το δικαστήριο αυτό Εισαγγελέας Εφετών, αδυνατούν να επιληφθούν της υποθέσεως και της ως άνω αιτήσεως των κατηγορουμένων, συντρέχει, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως σε άλλο Εφετείο και σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών, ως προς την κατηγορουμένη Χ2 και λόγω συναφείας, κατά τα άρθρα 128 παρ. 1α και 129 περ. α του ΚΠΔ, και ως προς τους ως άνω συγκατηγο-ρουμένους της, την οποία ζήτησε ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την από 15/11/2010 αίτησή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την υπόθεση από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου ο τελευταίος να αποφανθεί επί της από 12/11/2010 αιτήσεως των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1 προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για άσκηση εφέσεως κατά του υπ' αριθμ. 3120/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού της υποθέσεως, στις λοιπές Δικαστικές και Εισαγ-γελικές αρχές του Πλημ/κείου και Εφετείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ