Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1236 / 2017    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Ψευδής βεβαίωση, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως: α) Εσφαλμένη
ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ. και β) έλλειψη ειδικής
και εμπεριστατωμένης ως προς την ενοχή. Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για
έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή. Αβάσιμοι
οι λόγοι κατά το μέρος που οι αιτιάσεις τους δεν είναι απαράδεκτες. Απορρίπτει αναίρεση.Επιβάλει έξοδα.





Αριθμός 1236/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Καρρά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 529/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 21 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ....
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263α του ίδιου Κώδικα και τέτοιος είναι και ο συμβασιούχος ιατρός του Ι.Κ.Α. που αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ., β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του Π.Κ. και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαιώσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ’ ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού (σκεπτικού) προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, αν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Επίσης, δεν αποτελούν έλλειψη αιτιολογίας και λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος). Για τον άμεσο δόλο του δράστη, που περιλαμβάνει και την γνώση του ότι τα βεβαιωθέντα περιστατικά είναι ψευδή, υπάρχει η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως η σχετική με το ψευδές περιστατικό βεβαίωση του κατηγορουμένου θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δίκη του πράξη ή παράλειψη οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 529/2016 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση, του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Κατά τον Ιούνιο του 2008 η Φαρμακευτική Υπ/νση του Υποκαταστήματος ΙΚΑ διενήργησε έλεγχο στο φαρμακείο του Μ. Π., κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι το 90% τουλάχιστον των συνταγών προερχόταν από τον κατηγορούμενο, ιατρό παθολόγο, συμβασιούχο του ΙΚΑ, που υπηρετούσε στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών στην .... Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος: 1) στις 7-3-2008 εξέδωσε 3 συνταγές φαρμάκων συνολικής αξίας 611,15 ευρώ, στο όνομα του ασφαλισμένου Γ. Γ., ο οποίος ουδέποτε είχε μεταβεί στο ως άνω ΙΚΑ, όπου υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, ούτε υπήρχε συνταγογράφηση στο βιβλιάριό του από άλλον ιατρό του ΙΚΑ, 2) στις 19-3-2008 εξέδωσε δύο συνταγές φαρμάκων, συνολικής αξίας 396,23 ευρώ, στο όνομα του ασφαλισμένου Κ. Φ., του οποίου όμως τα φάρμακα συνταγογραφούντο από τους ιατρούς Ε. Ζ. και Χ. Π. και ουδέποτε αυτός είχε μεταβεί στο ..., καθόσον εξυπηρετείτο πάντα από το ΙΚΑ Κορυδαλλού, 3) στις 11-3-2008 εξέδωσε 1 συνταγή φαρμάκων αξίας 153,90 ευρώ, στο όνομα της ασφαλισμένης Κ. Λ., όμως ο αναγραφόμενος αριθμός διευθύνσεώς της δεν υπήρχε, ενώ ο Α.Μ. ανήκει στην ασφαλισμένη Ε. Ν., 4) στις 19-3-2008 εξέδωσε 1 συνταγή φαρμάκων αξίας 117,31 ευρώ, στο όνομα της ασφαλισμένης Ε. Α., όμως η συνταγή αυτή δεν ήταν καταχωρημένη στο βιβλιάριό της και η ίδια ουδέποτε μετέβη στο ΙΚΑ όπου υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, 5) στις 21-3-2008 εξέδωσε 1 συνταγή φαρμάκων στο όνομα της συζύγου του ασφαλισμένου Δ. Κ., χωρίς να υπάρχει σχετική καταχώρηση στο βιβλιάριο υγείας της ασφαλισμένης η οποία ουδέποτε μετέβη στο ΙΚΑ όπου υπηρετούσε ο κατηγορούμενος και δεν έπασχε από Ca μαστού ούτε λάμβανε αντίστοιχα φάρμακα. Ο κατηγορούμενος παρέδωσε τις παραπάνω συνταγές στον ίδιο φαρμακοποιό Μ. Π. προς εκτέλεση, ο οποίος αφού τις κατάθεσε, εισέπραξε τα αναγραφόμενα σ’ αυτές ποσά, εν αγνοία των ασφαλισμένων και με ισόποση της αξίας των φαρμάκων ζημία του ως άνω ταμείου. Το γεγονός της συνταγογραφήσεως φαρμάκων εκτός της ειδικότητας του κατηγορουμένου, της μεγάλης αξίας αυτών άνω των 100 ευρώ εκάστη, χωρίς σχετική καταχώρηση στα βιβλιάρια ασθενείας των ασφαλισμένων, καταδεικνύει και τον δόλο του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, ως και πρωτοδίκως, απορριπτομένων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του ως αβασίμων". Ακολούθως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στην Αθήνα, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2008: Με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, τυγχάνοντας ιατρός παθολόγος, υπηρετών στον Α’ Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του ΙΚΑ, που βρίσκεται στην ..., κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξέδωσε τις κατωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενες συνταγές στο όνομα ασφαλισμένων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στις οποίες βεβαίωνε ψευδώς τη συνταγογράφηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σε αυτούς, οι οποίοι ουδέποτε επισκέφθηκαν το ανωτέρω Υποκατάστημα του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και δεν γνώριζαν τον κατηγορούμενο και αληθές είναι ότι οι προαναφερόμενες συνταγές είναι προϊόν κατευθυνόμενης συνταγογράφησης του φαρμακοποιού Π. Μ., ο οποίος διατηρεί φαρμακείο στην οδό ..., από το οποίο οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ουδέποτε παρέλαβαν τα συνταγογραφημένα σκευάσματα. Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράνομης συνταγογράφησης, ήταν να επέλθει ζημία στο ανωτέρω ταμείο, ως προς την αξία των συνταγογραφημένων σκευασμάτων, αφού ο ανωτέρω φαρμακοποιός κατέθετε τις συνταγές με τους αντίστοιχους λογαριασμούς, εισέπραττε τα αντίστοιχα ποσά, παρά το γεγονός ότι οι συνταγές αυτές εκδόθηκαν εν αγνοία των ασφαλισμέvωv. Ειδικότερα εξέδωσε: α] στις 07/03/2008 τις υπ’ αριθμ. ... ...-08, ... ...-08 και ... ...3-08 συνταγές, με αναγραφόμενα ιδιοσκευάσματα Dilatrend 12,5 Bt4, Pradif caps Bt2 & Pariet 20 tabl bt3 (για την πρώτη συνταγή), Pygnogenol tabl bt2, Triatec tabl Bt3 & Plavix tabl bt1 (για τη δεύτερη συνταγή) και Efexor tabl bt3, Seretide discus Bt2 & Ladinon tabl 500 bt4 (για την τρίτη συνταγή) στο όνομα του ασφαλισμένου Γ. Γ., εν άγνοια αυτού, συνολικής αξίας [611,15] ευρώ, β] στις 19/03/2008 τις υπ’ αριθμ. ...19-3-08 και .../19-3-08 συνταγές με αναγραφόμενα ιδιοσκευάσματα Theodur 200 mg bt2, Berovent inh bt4 &.Pulmicort amp bt3 (για την πρώτη συνταγή) και Klaricid tabl bt1, Zinadol 500 mg tabl bt4 & Pariet 20 mg bt6 (για τη δεύτερη συνταγή) στο όνομα του ασφαλισμένου Φ. Κ., εν αγνοία αυτού, συνολικής αξίας [396,23] ευρώ, γ] στις 11/03/2008 την υπ’ αριθμ. .../11-3-08 συνταγή με αναγραφόμενα σκευάσματα Seropram tabl 20 mg, Cipralex tabl 10 mg bt2 & Lostin tabl 40 mg bt2, στο όνομα της Ασφαλισμένης Λ. Κ., εν αγνοία αυτής, αξίας [153,90] ευρώ, δ] στις 19/03/2008 την υπ’ αριθμ. ...19-3-08 συνταγή με αναγραφόμενα σκευάσματα Norvasc 5 mg b5, Diovan 50 mg bt3 & Actos tabl bt1, στο όνομα της ασφαλισμένης Α. Ε., αξίας [117,31] ευρώ, εν αγνοία της και ε] στις 21/03/2008 την υπ’ αριθμ. .../21-3-08 συνταγή με αναγραφόμενα ιδιοσκευάσματα Lorbef caps 400 mg bt2, Spectracef tabs 400 mg bt1 & Losec caps 20 mg Bt5, στο όνομα της συζύγου του ασφαλισμένου Κ. Δ., εν αγνοία αυτού. Τις ανωτέρω συνταγές παρέδωσε στον
φαρμακοποιό Π. Μ. προς εκτέλεση, ο οποίος αφού κατέθεσε αυτές με τους αντίστοιχους λογαριασμούς, εισέπραξε τα προαναφερόμενα ποσά, εν αγνοία των ασφαλισμένων". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α’ και γ’ , 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27, 98 και 242 παρ. 1 του Π.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλημάτος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και με τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, όπως διαπιστώνεται από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο ορθά υπήγαγε στην έννοια του δημοσίου εγγράφου τις κρίσιμες συνταγές που εξέδωσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ως ιατρός παθολόγος του ..., με τις οποίες βεβαίωσε ψευδώς τη συνταγογράφηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, η δε ανάγκη εκ των υστέρων θεωρήσεως των συνταγών για να ολοκληρωθούν και να μπορούν να πληρωθούν από το ΙΚΑ και να εισπραχθούν από τον φαρμακοποιό δεν επηρεάζει την υπάρχουσα δυνατότητα παραγωγής έννομων συνεπειών από την ψευδή βεβαίωση με αυτές, ούτε τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αφού όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η καθ’ ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του εγγράφου, αλλά το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων δεν ευσταθεί, αφού αφενός ουδεμία ασάφεια προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως ως προς το ζήτημα της ανάγκης θεώρησης των επιλήψιμων ιατρικών συνταγών, αφετέρου δε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι οι επίδικες ιατρικές συνταγές κατατέθηκαν στο ΙΚΑ με τους αντίστοιχους λογαριασμούς και εισπράχθηκαν από τον φαρμακοποιό που τις εκτέλεσε και πουθενά δεν γίνεται δεκτό ότι οι συνταγές αυτές βρέθηκαν στο φαρμακείο Μ.Π. κατά τον έλεγχο και δεν εισπράχθηκαν, ώστε να δημιουργείται αντίφαση στις παραδοχές της. Αλλά και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ευσταθούν. Ειδικότερα, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, αλλά, απεναντίας, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και καθιστούν την αιτιολογία πλήρη και ουσιαστική και όχι "τυπική". Επίσης, το δικαστήριο προσδιορίζει κατ’ είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα και προκύπτει σαφώς ότι όλα τα συνεκτίμησε μη εξαιρώντας κάποια από αυτά. Η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται λόγος για καταθέσεις των "μαρτύρων κατηγορίας" ενώ μόνον ένας μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε, είναι αβάσιμη. Τούτο διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται η φράση "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο", δηλαδή ο πληθυντικός αριθμός αναφέρεται όχι μόνον στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και στις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνονται τόσο στο δικόγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως, όσο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες παραπονείται ο αναιρεσείων για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται σε εσφαλμένη κατά την κρίση του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι απαράδεκτες, αφού με αυτές, υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ενόψει τούτων, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εσφαλμένης εφαρμογής, ευθείας και εκ πλαγίου, των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίοι προβάλλονται με την κρινόμενη αναίρεση και με τους πρόσθετους λόγους της, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2016 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Δ. Χ. του Ε., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7-6-2016, καθώς και τους 21-9-2016 πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της 529/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή