Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1144 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες (μη οριστική) αποφάσεις, όπως είναι η περί αναβολής η μη τοιαύτη για σημαντικό αίτιο. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όταν ελήφθη υπόψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη. Για το ξενόγλωσσο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά ότι είναι συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και ποία και ότι ανεγνώσθη αυτούσιο και όχι σε ελληνική μετάφραση. Πρέπει να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Οι φωτογραφίες από τη φύση τους δεν αναγιγνώσκονται, αλλά επισκοπούνται. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1144/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παππά, περί αναιρέσεως της 489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 177/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να προκύπτει ότι τα έλαβεν υπόψη του όλα και τα συνεξετίμησε (όλα) για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδιασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, ως ανεφέρθη, λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξάρτητα εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω, σημαντικών αιτίων, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι αιτιολογημένη έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη ενός τοιούτου αιτήματος, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 340 § 1, 349 και 139 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για το σημαντικό αίτιο της από ανυπέρβλητο κώλυμα μη εμφανίσεως του συνηγόρου υπερασπίσεώς του και της μη δυνατότητός του εγκαίρου και επαρκούς αναπληρώσεώς του με άλλον. Η παραδοχή ή μη του ως άνω αιτήματος απόκειται μεν, ως εξετέθη, εις την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου που απεφάσισε σχετικώς, οφείλει, όμως, το τελευταίο να απαντήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως επ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη κατ'έφεση η προσβαλλομένη δια της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως απόφαση υπ'αριθμ. 489/2008 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, "μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων που εμφανίστηκαν απάντησαν... ότι διορίζουν συνήγορό τους να τους υπερασπιστεί το δικηγόρο Ιωαννίνων Δημήτριο Παππά, ο οποίος αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων Δημήτριος Παππάς δικάζει στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να εμφανισθεί σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και να εκπροσωπήσει τους κατηγορουμένους". Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης ως εξής: "Επειδή από όσα δηλώθηκαν σχετικά με την απουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου που διόρισαν οι κατηγορούμενοι για την υπεράσπισή τους, το Δικαστήριο δεν πείθεται για τη συνδρομή σημαντικών αιτίων που δικαιολογούν την αναβολή της δίκης στο πρόσωπό τους, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το λόγο απουσίας, όπως η φύση της υπόθεσης στην οποία παρίσταται, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως αυτής, ώστε να κριθεί, ενόψει και του κατωτέρω χρόνου τελέσεως της προκείμενης πράξεως, που με την τυχόν αναβολή της θα υπάρξει κίνδυνος εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ότι επιβάλλεται η εμφάνιση στη δίκη εκείνη και όχι στην παρούσα. Επομένως, δεν κρίνεται ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια και πρέπει το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης να απορριφθεί". Οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι "δεν αναφέρονται στην άνω αιτιολογία, ούτε ανεγνώσθησαν τα προσκομισθέντα και υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δικαιολογητικά ήτοι η κλήση (1635/07) του κατηγορουμένου ... που υποστήριζε ο πληρεξούσιος δικηγόρος ενώπιον του Εφετείου Πατρών ούτε το από ... ιδιωτικό πληρεξούσιο του δικηγόρου μας που παρίστατο για λογαριασμό του στο Εφετείο Πατρών για τη δικάσιμο της 17-10-08. Από τα ανωτέρω έγγραφα πέραν των όσων προφορικά δηλώθηκαν, προκύπτει και η φύση της υποθέσεως, το ομοιόβαθμο του Δικαστηρίου και η υποχρεωτική παρουσία του δικηγόρου στο Εφετείο Πατρών δια πληρεξουσίου, διότι άλλως θα απερρίπτετο η έφεσή του ως ανυποστήρικτη...". Όμως πάλι από τα αυτά πρακτικά ως άνω προκύπτει ότι ουδέν έγγραφο προσεκομίσθη υπό των κατηγορουμένων τότε, για να αναγνωσθεί, προς επίρρωση του αιτήματος της αναβολής, ενώ, πέραν αυτού, οι νυν αναιρεσείοντες, μετά την απόρριψη του άνω αιτήματός των, διόρισαν όλοι τότε δικηγόρο τους για να τους υπερασπιστεί το δικηγόρο Ιωαννίνων Δημήτριο Μπούκα, ο οποίος και εδέχθη τον διορισμό του και παρέστη καθ'όλη την διάρκεια της δίκης. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, ότι εκ της ανωτέρω ελλείψεως απερρίφθη αναιτιολογήτως το αίτημα της αναβολής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 § 1 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ'όψη του έγγραφο που δεν ανεγνώσθη κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, με την παραβίαση ούτω της ασκήσεως του απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 § 1 δ' Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήτο συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα και ανεγνώσθη, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήτο σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή πάντως, πρέπει, για να επέλθει απόλυτη ακυρότης, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη ξένη γλώσσα και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεώς των, αιτιώνται ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, συμπεριλαμβάνεται και το υπό στοιχ. 11 "έγγραφο του ... στη γερμανική γλώσσα", χωρίς να βεβαιώνεται ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν σε θέση να αντιληφθούν το περιεχόμενό του, προς δε βεβαιώνεται στο σκεπτικό ότι το προαναφερόμενο έγγραφο ελήφθη υπ'όψη από το δικαστήριο για την ενοχή των. Όμως από τον προσδιορισμό του εγγράφου αυτού δεν προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό είχε πράγματι συνταχθεί στη Γερμανική γλώσσα και, σε κάθε περίπτωση, ότι ανεγνώσθη αυτούσιο και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι οι αναιρεσείοντες εστερήθησαν του δικαιώματός των να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτου, διότι δεν κατανοούσαν το περιεχόμενό του κατά δε την ανάγνωσή του, ουδεμία αντίρρηση προεβλήθη από τους αναιρεσείοντας όπως ασφαλώς θα εγίνετο, εάν ούτοι δεν ηδύναντο να αντιληφθούν το περιεχόμενό του. Ταύτα και ανεξαρτήτως του ότι ουδόλως βεβαιώνεται ότι το έγγραφο αυτό ελήφθη και μόνον, ειδικώς, υπ'όψη από την προσβαλλομένη απόφαση για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αφού στο σκεπτικό της, όπως εξ αυτού προκύπτει, αναφέρεται το επίσης αναγνωσθέν, υπ'αριθμ. 9, "από 6/9/2000 έγγραφο του ... αποσταλέν με FAX", δηλαδή το μεταφρασμένο του άνω εγγράφου στην ελληνική γλώσσα που είναι συνημμένα μεταξύ των. Κατ'ακολουθίαν αυτών, ο σχετικός εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω της ανωτέρω πλημμελείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Προκειμένου για φωτογραφίες (ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα), τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλ'επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για τον σκοπό αυτό, γι'αυτό και δεν είναι επιβεβλημένος ο ειδικότερος προσδιορισμός τους μεταξύ των αποδεικτικών εγγράφων. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι επεδείχθησαν και προσεκομίσθησαν και τοιούτου περιεχομένου έγγραφα, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθησαν από τους διαδίκους, οι οποίοι, ούτως, έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Κατά συνέπειαν η αιτίαση των αναιρεσειόντων και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως ότι, καίτοι κατά την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας προσεκομίσθησαν πέντε φωτογραφίες, "δεν προκύπτει ότι (το δικαστήριο) τις ανέγνωσε με τα πρακτικά, ούτε εάν τις έλαβε υπόψη του, ούτε εάν επισκοπήθηκαν", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, διότι, κατά τ' ανωτέρω, οι φωτογραφίες, ως εκ της φύσεώς των, δεν μπορούν κατά κυριολεξία να αναγνωσθούν, επομένως δεν απαιτείται και να αναφερθεί ειδικώς στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, η δε ανάγνωσή τους έχει την έννοια της επιδείξεώς των, και οι άνω φωτογραφίες ότε επεδείχθησαν, τότε και επισκοπήθηκαν από όλους, μη προκύπτοντος από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως άλλου τινός. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 1/23 Ιανουαρίου 2009 αίτηση των 1) ..., 2) ... και 3) ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 489/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή