Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2364 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή, μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας για αγορά να αναφέρεται το όνομα του πωλητού και το τίμημα αγοράς. Πλήρης η αιτιολογία της καταδικαστικής για αγορά αποφάσεως ότι "αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος" (ΑΠ 205/2008, ΑΠ 792/2007, ΑΠ 858/2007). Υπότροπος κατ' άρθρο 8 Ν.1729/1987 (23 Κ.Ν.Ν.). Έννοια. Σκοπός διατάξεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής (ΑΠ 2384/2007). Τιμώρηση τοξικομανούς υποτρόπου. Ουχί αντίθεση σε αρχή αναλογικότητας άρθρο 25 Συντάγματος (ΑΠ 969/ 2003). Διαφορετική η υποτροπή του 88 ΠΚ. Μπορεί να κηρυχθεί υπότροπος με αυτή αν δεν συντρέχουν προϋποθέσεις 8 Ν.1729/1987. Ελαφρυντική περίσταση 84 § 2ε' ΠΚ. Όχι όταν ο υπαίτιος επέδειξε καλή συμπεριφορά ενώ ήταν κρατούμενος (ΑΠ 131/2008, ΑΠ 384/2007). Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61 ΠΚ). Ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση του 1ου αναιρεσείοντος. Αναιρεί κατά τη διάταξή της που επέβαλε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί 3ετία. Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2364/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Ζ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 274/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2008 και από 15/9/2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1523/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 2ου των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του 1ου των αναιρεσειόντων και να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του 2ου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σε αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αστυφύλακα Α' Α.Τ...., ο αναιρεσείων Χ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 27/1/2009, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 24-9-2008 αίτησή του, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με τη με αριθ. 217/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε, με την παρουσία του αναιρεσείοντος η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
2. Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εξ άλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό ε`) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Πρέπει όμως η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως, εκ των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, εκείνου της αγοράς δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. 3. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του Ν.3459/2006), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και το εδ.α της παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.2408/1996 και αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ.15 του Ν.2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών (29.412-588.235 €), τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6, 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ` επάγγελμα ....." Τέλος, κατά το άρθρο 23 του Ν.3459/2006, η ισχύς του οποίου αρχίζει από της 25ης Μαϊου 2006, με την οποία καθορίζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις, ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 8 του ν.1729/1987 (ήδη 23 του κωδικοποιημένου νόμου περί ναρκωτικών), προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής, είναι η βαρύτερη τιμωρία των ατόμων εκείνων, που παρουσιάζουν μια επικινδυνότητα σχετική με την βαρύτητα των αδικημάτων, όπως αυτά οριοθετούνται από τη διάταξη αυτή και σχετίζονται με την εμπορία των ναρκωτικών (άρθρα 5, 6 και 7 του Ν.1729/1987 και ήδη 20, 21 και 22 του Ν.3459/2006). Περαιτέρω η διάταξη της παραγράφου 4 εδ. β` του άρθρου 13 του ν. 1729/87, με την οποία η αγορά, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικής ουσίας (άρθρο 5 παρ. 1 β, ζ Ν. 1729/1987) από δράστη τοξικομανή, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 200.000 έως 5.000.000 δραχμών (590-15.000 €), αν δε είναι υπότροπος, τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 300.000 έως 50.000.000 δραχμών (880 - 150.000 €), δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας, αφού για την ίδια πράξη της αγοράς κατοχής και μεταφοράς από μη τοξικομανή η απειλούμενη ποινή είναι κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 έως 100.000.000 δραχμών (2.900 - 290.000 €) και υπότροπο δράστη η ανωτέρω αναφερομένη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 88 παρ. 1 ΠΚ, όποιος είχε καταδικαστεί για κακούργημα ή για πλημμέλημα από δόλο σε ποινή στερητική της ελευθερίας που ξεπερνά τους έξι μήνες και μέσα σε πέντε χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, αν είχε καταδικαστεί για πλημμέλημα, και σε 10 χρόνια, αν είχε καταδικαστεί για κακούργημα, τελεί νέο κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, βρίσκεται σε υποτροπή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση υποτροπής η ποινή που προβλέπεται για την πράξη επιβαρύνεται και μπορεί να ξεπεράσει το ανώτατο όριο που ορίζεται στο νόμο και να φτάσει έως το ανώτατο όριο του είδους της επιβαλλόμενης ποινής. Αν στο νόμο ορίζεται διαζευκτικά ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική, επιβάλλεται πάντοτε η πρώτη, επιβαρυνόμενη κατά το προηγούμενο εδάφιο. Όπως προκύπτει από την πρώτη των ως άνω διατάξεων οι προϋποθέσεις της υποτροπής που τάσσει είναι οι αυτές με εκείνες που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 8 Ν. 1729/1987 (23 Ν. 3459/2006), με τη διαφορά ότι η τελευταία απαιτεί καταδίκη μόνον για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και αυξάνει τα όρια της απειλούμενης ποινής ως ανωτέρω, γι αυτό και αποκαλείται ειδική υποτροπή σε σχέση με τη γενική του άρθρου 88 ΠΚ. Εκ τούτων παρέπεται ότι, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 Ν. 1729/1987, ο δράστης θα αντιμετωπισθεί από απόψεως ποινικής μεταχειρίσεως εντός των πλαισίων που κατά τα άνω ορίζονται, ανάλογα αν είναι ή όχι τοξικομανής, αποκλειομένων των ανωτέρω ορίων ποινής που ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 89 ΠΚ. Όταν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ειδικής υποτροπής του νόμου περί ναρκωτικών, διότι ο δράστης έχει κηρυχθεί ένοχος για άλλο κακούργημα και όχι κάποιο από εκείνα των άρθρων 5, 6, 7 Ν. 1729/1987, τότε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές από άποψη χρόνου προϋποθέσεις, υφίσταται η γενική υποτροπή του ΠΚ και το Δικαστήριο θα επιμετρήσει την ποινή στα πλαίσια που ορίζει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 89 ΠΚ. Δεν μπορεί δε να υποστηριχθεί ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των γενικών περί υποτροπής διατάξεων του ΠΚ, διότι αποκλείονται από την ειδική υποτροπή του νόμου περί ναρκωτικών, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσίων. Τούτο δε διότι, το μεν ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού όταν μπορεί να τύχει εφαρμογής και όχι όταν, όπως στην περίπτωση αυτή, είναι ανενεργός, το δε η παραδοχή της απόψεως αυτής, θα κατέληγε στο να μη θεωρούνται υπότροποι, κατά τις γενικές διατάξεις του ΠΚ, αν και συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, οι τελέσαντες κακουργήματα του νόμου περί ναρκωτικών που έχουν πολύ μεγαλύτερη απαξία και να τιμωρούνται ελαφρύτερα σε σχέση με τους υπότροπους που τέλεσαν κακουργήματα που ΠΚ, κάτι το οποίο δεν συμπορεύεται με την νομοθεσία περί ναρκωτικών σε σχέση με τα κακουργήματα των διατάξεων των άρθρων 5, 6, 7 Ν. 1729/1987 (ήδη 20, 21, 22 Ν. 3459/2006) και τις απειλούμενες σ αυτές ποινές. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως λέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που δίκασε κατ' έφεση και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετική κρίση του, με εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τις κατηγορίες που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα και τον ως άνω συγκατηγορούμενο του, του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντα: Οι κατηγορούμενοι που έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να μπορούν να αποβάλλουν αυτή με δικές τους δυνάμεις, όπως και η εκκαλουμένη δέχθηκε, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: στις 28-12-2005 στο ύψος του 320 χιλ/τρου της ΕΟ ...κατείχαν από κοινού, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσία ποσότητες ηρωίνης συνολικού βάρους 488 gr και δισκία ναρκωτικών φαρμάκων, όπως αυτά περιγράφονται στο διατακτικό χωρίς ιατρική συνταγή. Την άνω ποσότητα ηρωίνης αγόρασαν από κοινού λίγες ημέρες πριν από τις 28-12-2005 από άγνωστο άτομο ... υπηκοότητας. Την ηρωίνη και τα ναρκωτικά φάρμακα μετέφεραν από κοινού με το υπ' αριθμ ... ΕΙΧ αυτοκίνητο κυριότητος του πρώτου κατηγορουμένου από Αθήνα στο 31° χιλ/τρο όπου και συνελήφθησαν. Τις άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατείχαν όπως απεδείχθη προς εμπορία και όχι προς ιδία αποκλειστική χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, λαμβανομένης συνάμα υπόψη και της μεγάλης ποσότητας που κατείχαν και μετέφεραν. Οι άνω κατηγορούμενοι είναι υπότροποι με την έννοια του άρθρου 88 Π Κ διότι ο μεν πρώτος εξ αυτών (Ζ ) έχει καταδικασθεί αμετάκλητα με τις υπ' αριθμ 629/1998 και 4231/2000 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινές ισόβιας και πρόσκαιρης κάθειρξης αντίστοιχα, για τη διάπραξη διαφόρων κακουργημάτων που δεν αφορούν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, ο δε δεύτερος τούτων (Χ) έχει καταδικασθεί, αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 116/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Λαρίσης σε ποινή κάθειρξης για διακεκριμένες κλοπές. Οι κατηγορούμενοι δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, η δε καλή συμπεριφορά τους στις φυλακές, η οποία οφείλεται στην τήρηση των κανόνων του σωφρονιστικού συστήματος, και δεν είναι απόρροια της ελεύθερης βούλησης τους δεν αρκεί. Γι αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των άνω πράξεων (κατοχής, μεταφοράς, αγοράς ναρκωτικών ουσιών από κοινού ως τοξικομανείς) ως υπότροποι απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών τους, περ. α) κατοχής, αγοράς και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών για δική τους αποκλειστικά χρήση, β) της έλλειψης υποτροπής και της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικοί) του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ.
Στη συνέχεια επέβαλε στον καθένα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Κατά τους παρακάτω ειδικά αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν από κοινού, με πρόθεση, περισσότερα του ενός εγκλήματα και ειδικότερα, στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, όντας τοξικομανείς, ήτοι έχοντας αποκτήσει την έξη των ναρκωτικών ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, κατείχαν από κοινού ναρκωτικά και συγκεκριμένα:
Α) Στο ... χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. ..., στις 28-12-2005 και περί ώρα 00.30, κατείχαν εντός του με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου (Ζ), τρεις ποσότητες ηρωίνης μέσα σε νάιλον συσκευασία, συνολικού μικτού βάρους 488 γραμμαρίων, δέκα (10) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ... των 10 ml, δέκα (10) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ...των 10 ml, δεκαπέντε (15) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ..., δύο δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου... και ένα δισκίο....
Β) Σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, αγόρασαν από κοινού την προαναφερόμενη στο υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου ποσότητα ηρωίνης.
Γ) Κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, μετέφεραν με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο μέσα στο έδαφος της επικράτειας, από κοινού, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, στις 28-12-2005, μετέφεραν από κοινού την προαναφερόμενη στο υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου ποσότητα ηρωίνης και ναρκωτικών φαρμάκων, με το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου (Ζ) επιμελώς κρυμμένα στη βάση του τιμονιού, μέσα στις πλεξούδες των ηλεκτρικών καλωδίων, από την ... στο ... χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής ....
Τις ως άνω πράξεις τέλεσαν καθ' υποτροπή καθόσον ο 1ος κατηγορούμενος (Ζ) έχει καταδικαστεί αμετάκλητα δυνάμει των υπ' αριθμ. 629/1998 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθμ. 4231/2000 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διά των οποίων, ο ανωτέρω καταδικάστηκε σε ποινές ισόβιας και πρόσκαιρης κάθειρξης, που αφορούν διάφορα εγκλήματα, πλην των ναρκωτικών και ο 2ος κατηγορούμενος (Χ) έχει καταδικαστεί με την υπ' αριθμ. 116/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας σε ποινή καθείρξεως για διακεκριμένες κλοπές.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδάφ. β', ζ', 2, 13 παρ. 1 και 4 ν. 1729/1987, 45, 88 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εφόσον ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, όπως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίος, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητού και το ύψος του τιμήματος, αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου, δεδομένου ότι η παραδοχή αυτής, ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος, λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων. Περαιτέρω, εφόσον ο αναιρεσείων, όπως ανέλεγκτα έγινε δεκτό, είχε καταδικασθεί αμετάκλητα στις εκεί αναφερόμενες ποινές για κακουργηματικές πράξεις, άλλες εκτός των προβλεπομένων από τον νόμο περί ναρκωτικών και δεν είχε παρέλθει έκτοτε ο χρόνος που ορίζει η διάταξη του άρθρου 88 ΠΚ, ορθώς το Εφετείο, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, έκρινε ότι αυτός τελούσε σε υποτροπή κατά την τελευταία αυτή διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν αποκλειόταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως στην ίδια νομική σκέψη λέχθηκε, η εφαρμογή της, αβάσιμα δε υποστηρίζονται τα αντίθετα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως. Περαιτέρω, εφόσον ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των ανωτέρω πράξεων ως τοξικομανής και κρίθηκε ότι τύγχανε υπότροπος κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 88 ΠΚ, ορθώς το Δικαστήριο του επέβαλε την ανωτάτη ποινή φυλακίσεως (5 έτη) που προβλέπει η διάταξη του άρθρο 13 παρ. 4 εδαφ. β'Ν. 1729/1987 και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) € με ανωτάτη απειλουμένη 15.000 €, καθόσον οι ποινές αυτές κείνται εντός των ορίων της διατάξεως 89 ΠΚ και δεν παραβιάζεται με την επιβολή τους η ανωτέρω αναφερθείσα αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα αυτοτελής ισχυρισμός να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρο 84 παρ. 2 ε ΠΚ, με θεμελίωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, στη καλή συμπεριφορά του, κατά τον χρόνο της κρατήσεως του, συνιστάμενη στην συνεπή και μετ' επιμελείας παρακολούθηση στη φυλακή προγράμματος απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και στην καταβολή επίμονης προς τούτο προσπάθειας, σύμφωνα με αυτά που λέχθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, δεν συνιστά την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Επομένως το Εφετείο δεν υποχρεούταν να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ` αυτών απορριπτική κρίση του, παρά ταύτα όμως απάντησε και τον απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία, η οποία τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς οι ανωτέρω ήδη αναφερθέντες πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 61 Π.Κ., όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη, αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) η πράξη που έχει τελεσθεί φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο τέλεσης της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του δράστη. Η ηθική διαστροφή του δράστη εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, επιβάλλοντας την παρεπόμενη αυτή ποινή, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την εν λόγω ηθική μείωση, η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την ικανότητα για εκπλήρωση ορισμένων λειτουργιών και ενάσκηση ορισμένων δικαιωμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 63 και 64 Π.Κ. (ΑΠ 561/1996). Δεν απαιτείται κάτι τέτοιο αν η επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής τυγχάνει υποχρεωτική σε περίπτωση καταδίκης για συγκεκριμένο έγκλημα (βλ. 263 ΠΚ), ή η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επέρχεται αυτοδίκαια, όπως λ.χ. σε περίπτωση καταδίκης για λαθρεμπορία κατά το άρθρο 105 του Ν. 1165/1918 περί του προϊσχύσαντος τελωνειακού κώδικος, (ΑΠ 1593/2004, ΑΠ 1601/2002, ΑΠ 1526/2002). Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλάκισης για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, διότι δεν ορίζεται διαφορετικά στις σχετικές διατάξεις του Ν. 1729/1987 και του Κ.Ν.Ν 3459/2006. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την ως άνω πράξη του, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αλλά και ήδη λέχθηκε, σε φυλάκιση 5 ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) €, του επιβλήθηκε δε και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του επί τριετία χωρίς καμιά σχετική αιτιολογία. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με τη συνδρομή της απαιτούμενης από το άρθρο 61 Π.Κ. ως άνω προϋποθέσεως για την επιβολή στον αναιρεσείοντα της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, πρέπει να γίνει δεκτός ν' αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη μόνον, κατά το μέρος τούτο, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και, κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 469 ΚΠΔ και για τον συγκατηγορούμενο του Χ, του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, αφού ο λόγος που γίνεται δεκτός δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση του Χπερί αναιρέσεως της 274/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
Αναιρεί την 274/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τη διάταξή της που επέβαλε στους κηρυχθέντες με αυτή ενόχους κατηγορουμένους στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους επί 3ετία. Και.

Παραπέμπει την υπόθεση για να νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ