Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 191 / 2013    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.




Περίληψη:
Ερήμην νομίμως κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων (αριθμ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δικαίωμα δεν έχει ασκηθεί. Αιτιώδης σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά δικαιούχου. Οι επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες του δικαιούχου. Η ένσταση προτείνεται και επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής ακινήτου αγωγής. Η κατάχρηση ελέγχεται αναιρετικά..






Αριθμός 191/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Λ. του Π., 2) α. Δ. Λ. του Γ. συζ. Ε. Κ., β. Ε. Κ. του Ν., της πρώτης εξ αυτών ατομικά και ως ασκούσης μετά του δεύτερου τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Ν. και Σ. Κ., 3) α. Π. συζ. Δ. Π., το γένος Γ. Λ., β. Μ. Π. του Δ. και γ. Χ. Π. του Δ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 76/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ…./15.3.2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Κ. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 12.11.2010 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και παραστάντος κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ) - ΑΠ 1739/2012 -. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1750/2012). Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 5/2011). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για την υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 91/2011). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του, γιατί η υπέρβαση των ορίων που θέτει ο νόμος στην άσκηση των δικαιωμάτων είναι προφανής όταν προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την ικανοποίηση του δικαιώματός του (ΑΠ 107/2011). Η σχετική ένσταση μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 107/2011, ΑΠ 1456/2010). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση με την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 971/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τη συνεκδικασθείσα με αντίθετη (αναγνωριστική) αγωγή διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσείοντος Δημοσίου, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή ενστάσεως των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, διαλαμβάνοντας σχετικά με αυτήν, στην απόφασή του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο Γ.Λ. ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο επίδικο ακίνητο ήδη από το έτος 1958, μετά την πώλησή του προς αυτόν από το εκκαλούν-ενάγον, αντί τιμήματος 30.824 δρχ. και την έκδοση επ' ονόματί του, του ως άνω παραχωρητηρίου στις 27.7.1972, πιστεύοντας καλόπιστα ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του, επισκεύασε την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά οικία και ανήγειρε νέα, στην οποία εγκαταστάθηκε με την τετραμελή οικογένειά του, προέβη δε, και σε επιπλέον δαπάνες για την περίφραξη αυτού και εν γένει για εργασίες εξωραϊσμού του, νεμόμενος αυτό ο ίδιος αδιατάρακτα συνεχώς μέχρι τις 29.5.1978, οπότε επιδόθηκε σ' αυτόν το από 12.4.1978 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του τότε Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης, οπότε πληροφορήθηκε αυτός για πρώτη φορά την ανάκληση του παραχωρητηρίου (δεν αποδείχθηκε προηγούμενη επίδοση προς αυτόν της ανακλητικής του παραχωρητηρίου υπουργικής απόφασης). Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και η διεκδίκηση του επιδίκου, είκοσι-έξι χρόνια μετά την πώλησή του προς τον πρώτο εφεσίβλητο, δικαιοπάροχο των λοιπών εφεσιβλήτων, με τίμημα που όρισε το ίδιο και είκοσι-ένα έτη μετά τη μονομερή εκ μέρους του ανάκληση του παραχωρητηρίου, για λόγους αναγόμενους όχι στο πρόσωπο του πρώτου εφεσίβλητου, παραχωρησιούχου, αλλά στα όργανα του εκκαλούντος, που δεν τήρησαν την προβλεπόμενη διαδικασία για την εκποίηση του επιδίκου, προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος, η δε ένδικη αγωγή του εκκαλούντος, ως καταχρηστική, είναι αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν κατάχρηση, αφού η εκτιθέμενη συμπεριφορά του δικαιούχου-αναιρεσείοντος, που δημιούργησε στους υπόχρεους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικηθεί το επίδικο, που τους παραχωρήθηκε με ανακληθέν στη συνέχεια, χωρίς δική τους υπαιτιότητα παραχωρητήριο, και η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που έχει επαχθείς συνέπειες για τους υπόχρεους, ο πρώτος των οποίων και δικαιοπάροχος των λοιπών με δαπάνες του επισκεύασε την υπάρχουσα στο επίδικο οικία και ανήγειρε νέα, καθιστά την επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που διατηρήθηκε για διάστημα είκοσι-έξι ετών, αντίθετα προς τα τασσόμενα με το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Ενόψει τούτων ο περί του αντιθέτου και εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κρίση της περί της αποδιδομένης στο αναιρεσείον αδράνειας, είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (ΑΠ 1739/20120).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 76/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ