Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 629 / 2012    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 629/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Ε. Σ.-Α. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θηβών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1366/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενη την Δ. Φ. του Σ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται 1. στην από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτηση της 1ης, και 2. στην από 2 Ιουλίου 2010 αίτηση της 2ης όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1552/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της 2ης παραστάσας αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας, και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι της δευτέρας αναιρεσείουσας,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 18.10.2010 υπ' αριθμό εκθέσεως 77 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Ε. Σ.-Α. και η από 2.7.2010 υπ' αριθμό εκθέσεως 51/2010 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Ε. Σ. και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι στρέφονται κατά της ιδίας καταδικαστικής αποφάσεως 1366/26.5.2010 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν.
Α) Επί της από 18.10.2010 αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Σ.-Α..
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξ άλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ.α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 20.1.2011 αποδεικτικό επιδόσεως της Ζ. Ι., γραμματέα στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θηβών, περί επιδόσεως στην ως άνω αναιρεσείουσα, ως κρατούμενη εκεί της υπ' αριθμό 1552/10 από 14.1.2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η εν λόγω αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 11.5.2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της από 18.10.2010 αιτήσεως αναιρέσεως με την 790/2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο της 5.10.2011 κατά την οποία ανεβλήθη εκ νέου η συζήτηση της προκείμενης υποθέσεως με την 1325/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα Ε. Σ.-Α. όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την δικάσιμο αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της ως άνω αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
Β) Επί της από 2.7.2010 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Σ..
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Π.Κ., πρό της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ.3 με το άρθρο 1 παρ.7α' του ν.2408/1996 και 14 παρ.2α'και β' του ν. 2721/1999 οριζόταν ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση 2. .... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ.3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ.7α του ν.2408/1996, που ισχύει από τις 4 Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ)" και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2 α' και β' του Ν.2721/1999, που ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ)". Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 ευρώ, ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 ευρώ) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης της προηγουμένου δικαίου, στην οποία δεν προβλέπεται ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα. Κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ. η επιεικέστερη στη συγκεκριμένη περίπτωση ρύθμιση για τον κατηγορούμενο. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2721/1999) ορίζεται ότι "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η διάταξη αυτή της παρ.2 του άρθρου 98 Π.Κ. όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 ν.2721/1999 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στα εγκλήματα της πλαστογραφίας που τελέσθηκαν πριν από τις 3.6.1999 οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν.2721/1999 διότι είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη (Ολ. ΑΠ 5/2002) αλλά η κρίση για την αξία του αντικειμένου της χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω το σχετικό με τα υπομνήματα έγκλημα της πλαστογραφίας απαιτεί για τη στοιχειοθέτησή του αντικειμενικώς μεν των από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο να δημιουργήσει, διατηρήσει, μεταβάλλει ή αποσβέσει δικαίωμα ή έννομη σχέση ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού εγγράφου ή νοθευμένου τέτοιου αποτελεί επιβαρυντική περίσταση σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216 ΠΚ, στοιχειοθετείται όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος. Ως έγγραφο που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται κατά το άρθρο 13 εδαφ. γ' ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή έγγραφο είναι όχι μόνο το πρωτότυπο έγγραφο αλλά και το φερόμενο ως επικυρωμένο αντίγραφο αυτού, ακόμη και ανεπικύρωτη φωτοτυπία του πρωτοτύπου με τα στοιχεία που πιστοποιούν ότι είναι προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α' της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2α του ν.2721/1999 προσαπαιτείται ο υπαίτιος της πράξεως να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελημένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαία η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (Ολ. ΑΠ 3/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδάφ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης (πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) η διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής και υποκειμενικώς δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: 1) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και 2) συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός απαιτείται να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Επιπλέον κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι άλλοι συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Νοείται ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία εφόσον από κοινού με συγκλίνουσες ταυτόχρονες ή διαδοχικές πράξεις προκάλεσαν συ συγκατηγορούμενό τους την απόφαση να τελέσει την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από την οποία το επιδιωκόμενο όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο ενώ ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική κρίση του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και α συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθμό 1366/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων με αυτές της αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η δευτέρα κατηγορουμένη Δ. Φ., που γεννήθηκε στις 6.5.1914 και το καλοκαίρι του 1995 ήταν 82 ετών, και η τρίτη κατηγορουμένη Ε. Σ. δικηγόρος Αθηνών, που την ίδια εποχή ήταν ηλικίας 31 ετών, είχαν τότε πολύ καλές προσωπικές σχέσεις και κοινές οικονομικές δραστηριότητες. Η επιχειρηματική τους δράση όμως είχε περιέλθει σε αδιέξοδο επειδή είχαν πολύ μεγάλες οφειλές μεταξύ των οποίων και προς την Τράπεζα Πειραιώς ύψους μόνο του κεφαλαίου 184.538.943 δρχ. Συνέπεια της οικονομικής τους αυτής αδυναμίας ήταν να εκδοθεί η 10095/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι δύο αυτές κατηγορούμενες, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ΠΑΡΚ ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΕΠΕ, η Θ. Χ., Γ. Π. και ο Ε. Κ., έπρεπε να καταβάλουν στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, καθένας τους εις ολόκληρο, 184.538.943 δραχ., τόκους υπερημερίας προς 29% ετησίως από 11.6.1996, καθώς και 5.397.000 δρχ. για δικαστικά έξοδα. Αυτές για να αντιμετωπίσουν τα επικείμενα αυτά μεγάλα οικονομικά προβλήματα αποφάσισαν να δημιουργήσουν ψευδείς τίτλους ιδιοκτησίας στο όνομα της δευτέρας κατηγορουμένης Δ. Φ. σε ακίνητα που ήσαν στην περιοχή της Βούλας Αττικής ώστε με τον τρόπο αυτό: α) να βλάψουν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους αμφισβητώντας τα δικαιώματα κυριότητάς τους και β) να παραπλανήσουν τρίτους και να τους αποσπάσουν δάνεια υποθηκεύοντας τα ξένα αυτά ακίνητα. Γνώριζαν και οι δύο, και κυρίως η τρίτη λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρου, ότι στο Υποθηκοφυλακείο της Βούλας που είχε αποσπαστεί το 1983 από το Υποθηκοφυλακείο της Κρωπίας, υπήρχαν ιδιαιτερότητες στην ασφάλεια των συναλλαγών λόγω της καταστροφής από φωτιά των αρχείων (συμβόλαια - πλειοψηφία τόμων μεταγραφής) που είχαν θέσει οι Γερμανοί κατακτητές το έτος 1944. Έτσι στην περιοχή για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Νόμου ΒΨΝG'/1900 "περί εγγραφής εκ νέου και μεταγραφής των εγγεγραμμένων υποθηκών και προσημειώσεων και μεταγραφών εις τα καταστραφέντα βιβλία των υποθηκών και μεταγραφών του Δήμου Αετού του νομού Τριφυλίας".
Οι ίδιες αυτές κατηγορούμενες για να ολοκληρώσουν το σοβαρό και πολύπλοκο εγκληματικό τους σχέδιο απευθύνθηκαν στην πρώτη κατηγορουμένη Ε. Σ. - Α. η οποία ήταν τότε ηλικίας 45 ετών και εργαζόταν στο Υποθηκοφυλακείο Κρωπίας. Αυτή είχε άριστη ενημέρωση για τον τρόπο και τις διαδικασίες δημιουργίας τίτλων στην περιοχή της Βούλας σε ξένα ακίνητα με εικονική τήρηση των διατυπώσεων της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης. Για το σκοπό αυτό την έπεισαν να προβεί στις αμέσως παρακάτω πράξεις πλαστογραφίας με την μορφή της κατάρτισης εγγράφων που δεν προέρχονταν από τους πραγματικούς συντάκτες τους και όσους συνέβαλαν στην κατάρτισή τους .Τα μέσα που χρησιμοποίησαν ήταν η πειθώ, η φορτικότητα και υποσχέσεις για καταβολή σοβαρής οικονομικής ενίσχυσης της οποίας το ύψος δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί. Η κατηγορουμένη αυτή (Σ.) αποδέχθηκε τις προτάσεις που της έγιναν και προέβη στις ακόλουθες ενέργειες εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο Υποθηκοφύλακας της Κρωπίας Π. Σ. τον Αύγουστο του 1995 απουσίαζε με τρίμηνη αναρρωτική άδεια. Συγκεκριμένα αυτή (Σ. ) στην Αθήνα: Α) στις αρχές Αυγούστου του 1995 κατάρτισε αντίγραφο του ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Σ. και σ' αυτό (αντίγραφο) έθεσε την υπογραφή του παραπάνω υποθηκοφύλακα Π. Σ. χωρίς δικαίωμα ή εντολή του. Σύμφωνα με το αντίγραφο αυτό με το συμβόλαιο ... η Χ. Κ., το γένος Γ. Λ. και η Ε. Μ., το γένος Γ. Κ. είχαν πωλήσει στη δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Φ. τους αναφερόμενους σ' αυτό αγρούς συνολικής εκτάσεως 37 στρεμμάτων, που ήσαν στη Βούλα Αττικής. Το πραγματικό όμως αυτό συμβόλαιο, όπως διαπιστώθηκε αργότερα και μέσω του παραπάνω υποθηκοφύλακα, αφορούσε αγοραπωλησία ακινήτου μεταξύ των Ι. Τ., Ι. Χ. και Σ. Χ. χωρίς φυσικά καμιά ανάμιξη η συμμετοχή της Δ. Φ. .
Β) από 1-10/8/1995 αυτή (Σ.) κατάρτισε και εξέδωσε και το ... πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, με το οποίο ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας πιστοποιούσε ότι το παραπάνω συμβόλαιο ... είχε μεταγραφεί στα παλαιά βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και συγκεκριμένα στο διασωθέντα τόμο αρ. … και με αριθμό εγγραφής ... Αυτή στο πιστοποιητικό αυτό έθεσε χωρίς δικαίωμα ή σχετική εντολή την υπογραφή του ίδιου υποθηκοφύλακα Π. Σ. που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, σε αναρρωτική άδεια. Η ίδια για να εκδώσει το πιστοποιητικό αυτό συνέταξε σχετική από 10-8-1995 αίτηση του παραπάνω Ι. Χ. θέτοντας αυθαίρετα την υπογραφή του με την οποία ζητούσε το αμέσως παραπάνω πιστοποιητικό.
Το ότι αυτή δημιούργησε τα δύο αυτά πλαστά έγγραφα (αίτηση- πιστοποιητικό) συνάγεται, εκτός των άλλων, και από την κατάθεση στις 4-10-1999 στον 9° Ανακριτή Αθηνών της υπαλλήλου στο Υποθηκοφυλακείο Κρωπίας Σ. Π. και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ. .
Η ίδια (Σ.) στις 23-8-1995 συνέταξε σχετική αίτηση της Δ. Φ. προς τον Υποθηκοφύλακα Βούλας με την οποία ζητούσε την εκ νέου μεταγραφή του παραπάνω ... συμβολαίου που είχε δημιουργήσει πλαστό στο σύνολο του αντίγραφο η οποία και έγινε από την υποθηκοφύλακα Βούλας Σ. Φ..
Γ) το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 1996 αυτή (Σ.) κατάρτισε αντίγραφο του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Λ. και έθεσε σ' αυτό χωρίς κανένα δικαίωμα την υπογραφή του συμβολαιογράφου αυτού. Το αντίγραφο αυτό το προσκόμισε την ίδια εποχή άγνωστη γυναίκα στο Υποθηκοφυλακείο Βούλας και ζήτησε την νέα μεταγραφή αυτού (...). Με αυτό συμπληρωνόταν και διευκρινιζόταν το παραπάνω (Α) ... του συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Σ. δηλ. το συμβόλαιο του οποίου είχε καταρτίσει πλαστό αντίγραφο η Ε. Σ.. Το συμβόλαιο που προσκομίστηκε δεν ήταν το πρωτότυπο αλλά αντίγραφο αυτού το οποίο φερόταν να έχει εκδώσει ο παραπάνω συμβολαιογράφος Π. Λ.. Συγκεκριμένα οι διαφοροποιήσεις ήσαν: α) στις δύο αρχικές πωλήτριες προσετίθετο και τρίτη με τα στοιχεία Σ., ανήλικη, ορφανή πατρός, θυγατέρα Γ. Κ., εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της Χ. χήρα Γ. Κ., β) ορίζονταν τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά εκάστης των τριών πωλητριών και ο τίτλος κτήσεως των πωλουμένων αγρών και γ) εξειδικεύονταν και αναφέρονταν με αριθμούς κληροτεμαχίων οι πωλούμενοι αγροί.
Επειδή το αντίγραφο του συμβολαίου αυτού (...) ήταν πολύ παλαιό και σχεδόν κατεστραμμένο η υποθηκοφύλακας Βούλας Σ. Φ., ζήτησε από την άγνωστη γυναίκα να της προσκομίσει άλλο αντίγραφο που να είναι καθαρά γραμμένο καθώς και πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας ότι αυτό ήταν καταχωρημένο στα παλαιά βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Η άγνωστη ενημέρωσε την υποθηκοφύλακα ότι δεν υπήρχε πιστοποιητικό με το περιεχόμενο που ζητούσε. Μετά όμως από 2-3 ημέρες πήγε στο υποθηκοφυλακείο Βούλας μια άλλη άγνωστη γυναίκα, προσκομίζοντας αντίγραφο της πράξης κατάθεσης συμβολαίου με αριθμό ... της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ό. Π., στην οποία αναφερόταν ότι είχε εμφανιστεί η Μ. θυγατέρα Β. Ζ. και είχε καταθέσει τη προαναφερόμενη διευκρινιστική και συμπληρωματική πράξη ... του συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Λ. και ζήτησε την εκ νέου μεταγραφή της. Η ίδια μάλιστα προσκόμισε και παλαιό πιστοποιητικό μεταγραφής της παρά το ότι λίγες μέρες νωρίτερα η πρώτη γυναίκα ανέφερε ότι δεν υπήρχε τέτοιο πιστοποιητικό .
Αυτή η κατάσταση προβλημάτισε την υποθηκοφύλακα Βούλας Σ. Φ. για την γνησιότητα των εγγράφων που της προσκομίστηκαν επειδή την ίδια εποχή διάφοροι καταπατητές είχαν προσπαθήσει να μεταγράψουν εκ νέου πλαστά πωλητήρια συμβόλαια ώστε να αποκτήσουν τίτλους ιδιοκτησίας. Έτσι επικοινώνησε με τον συνάδελφό της υποθηκοφύλακα Κρωπίας Π. Σ., ο οποίος αφού ερεύνησε τα αρχεία που είχε της αποκάλυψε όσα παραπάνω εκτέθηκαν δηλ. την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων από την Ε. Σ...... Επίσης η ανωτέρω συμβολαιογράφος Ό. Π. στην από 11-9-96 αναγνωσθείσα ένορκη κατάθεσή της κατέθεσε ότι η ίδια ως είχε υποχρέωση βάσει του κώδικα περί συμβολαιογράφων συνέταξε την πιο πάνω πράξη καταθέσεως του με αρ. ... συμβολαίου που της προσκόμισε η Μ. Ζ. και εξέδωσε ακριβές αντίγραφο αυτού για την μεταγραφή του, το οποίο η ίδια υπέγραψε αφού δεν είχε υποχρέωση να ελέγξει την νομιμότητά του...... Τα ακίνητα που αναφέρονται στα πιο πάνω πλαστά αντίγραφα των συμβολαίων με αριθμούς ... και ... των συμβολαιογράφων Κρωπίας Α. Σ. και Π. Λ. αντίστοιχα, συνολικής εκτάσεως 37 στρ. ήταν τότε (1995) οικόπεδα αξίας πολύ μεγαλύτερης των 25.000.000 δραχμών. Αυτά ήσαν κληροτεμάχια ή τμήματα κληροτεμαχίων της εποικισθείσας περιοχής Βάρης, η οριστική διανομή της οποίας έχει κυρωθεί με την απόφαση αριθμ. 135331/1933 του Υπουργού Γεωργίας. Δικαιούχος όλων αυτών των κληροτεμαχίων ήταν ο Γ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 13.4.1947. Γι' αυτό ο τίτλος κυριότητας με αριθμ. ... του Υπουργείου Γεωργίας, που είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τομ. … αρ. …) εκδόθηκε στους κληρονόμους του και συγκεκριμένα στην εν ζωή τότε σύζυγό του Χ. χήρα Γ. Κ. και τις δύο θυγατέρες τους Ε. και Σ. Κ.. Σκοπός των κατηγορουμένων (αυτουργού πλαστογραφιών και ηθικών αυτουργών) ήταν, όπως και παραπάνω εκτέθηκε: α) να βλάψουν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των ακινήτων αμφισβητώντας τα δικαιώματα κυριότητάς τους και β) να παραπλανήσουν τρίτους και να τους αποσπάσουν δάνεια υποθηκεύοντας τα ξένα αυτά ακίνητα. Ο σκοπός αυτός υπάρχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων για κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτή αφού με κάθε μία από αυτή επεδίωκαν να προκαλέσουν ζημιά στους πραγματικούς ιδιοκτήτες άνω των 25 εκ. δρχ. Αυτόν τον σκοπό τον υλοποίησαν την 1-10-1996 όταν η δεύτερα κατηγορουμένη δικηγόρος Ε. Σ., ενεργώντας ως πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης κατηγορουμένης Δ. Φ., εμφανίστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 1.10.1996 αίτησης του Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... και συναίνεσε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών στα ακίνητα που αναφέρονται στο προαναφερόμενο επαναμεταγραφέν πλαστό συμβόλαιο ... και έτσι εκδόθηκε η 26359/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αυτή. Η κατηγορουμένη Ε. Σ. στην απολογία της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (στο δικαστήριο αυτό δεν παραστάθηκε) ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμιά σχέση ούτε κατάρτισε τα παραπάνω φερόμενα ως πλαστά έγγραφα ενώ δεν γνωρίζει τις άλλες συγκατηγορούμενές της. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν και πρέπει να απορριφθεί εκτός από το σκέλος της κατάρτισης εκ μέρους της του φερομένου ως ακριβούς αντιγράφου της προαναφερθείσας διευκρινιστικής πράξεως συμβολαίου προερχομένης από την συμβολαιογράφο Ό. Π. που πρέπει να γίνει δεκτός. Η κατηγορουμένη Ε. Σ. στην απολογία της στην προδικασία (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο δικαστήριο αυτό δεν παραστάθηκε) ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμιά σχέση με τα παραπάνω φερόμενα ως πλαστά έγγραφα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν και πρέπει να απορριφθεί εκτός από το σκέλος της ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση εκ μέρους της του φερομένου ως άνω διευκρινιστικού συμβολαίου με εκδότρια την Ό. Π. που πρέπει να γίνει δεκτός. Με βάση τα στοιχεία αυτά, και όσα παραπάνω για το νομικό σκέλος του εγκλήματος της πλαστογραφίας εκτέθηκαν, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της εξακολουθητικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως με ζημία ανώτερη των 25.000.000 δρχ. (τρεις μερικότερες πράξεις) για ο οποίο πρέπει η κατηγορούμενη Ε.Σ. να κηρυχθεί ένοχος ως αυτουργός και η κατηγορουμένη Ε. Σ. ως ηθική αυτουργός".
Ακολούθως το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Ε. Σ. του ότι από κοινού με την Δ. Φ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε δηλαδή έπεισε την συγκατηγορουμένη της Ε. Σ. χρησιμοποιώντας πειθώ φορτικότητα και υποσχέσεις οικονομικού ανταλλάγματος όπως στην Αθήνα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καταρτίσει πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες των οποίων στη συνέχεια έκανε χρήση, αποσκοπούσε δε να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος δια βλάβης τρίτου που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ειδικότερα δε κατάρτισε αυτή (η Ε. Σ.) 1) σε ημερομηνία από τις αρχές Αυγούστου του 1995 αυθαίρετα ως προς το περιεχόμενο του το φερόμενο ως ακριβές αντίγραφο του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του πρώην συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Σ. με το οποίο δήθεν οι Χ. Κ. και Ε. Μ. μεταβίβασαν στην Δ. Φ. ένδεκα συνολικά αγρούς που συγκροτούσαν την προαναφερόμενη έκταση και στη συνέχει έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του φερόμενου ως εκδότη του πιο πάνω αντιγράφου συμβολαιογράφου, το πλαστό δε αυτό έγγραφο χρησιμοποίησε κατόπιν αφού το προσκόμισε για μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο Βούλας, 2) στο διάστημα από 1 έως 10.8.1995 κατάρτισε αυθαίρετα ως προς το περιεχόμενο την αίτηση δήθεν του Ι. Χ. προς το Υποθηκοφυλακείο Κρωπίας για χορήγηση πιστοποιητικού μεταγραφής του υπ' αριθμ. ... προεκτιθέμενου συμβολαίου και στη συνέχεια έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω φερόμενου ως αιτούντος, χρησιμοποίησε δε κατόπιν το πλαστό έγγραφο για την έκδοση του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού μεταγραφής του Υποθηκοφύλακα Κρωπίας και 3) περί τις αρχές Μαΐου 1996 κατάρτισε αυθαίρετα ως προς το περιεχόμενό του το φερόμενο ως ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... συμπληρωματικής και διευκρινιστικής πράξεως του πρώην συμβολαιογράφου Κρωπίας Π. Λ. του Μ., που δήθεν αφορούσε συμπλήρωση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. ... πράξεως και στη συνέχεια έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του φερόμενου ως εκδότη του εν λόγω αντιγράφου συμβολαιογράφου και χρησιμοποίησε κατόπιν το πλαστό αυτό έγγραφο αφού το προσκόμισε για μεταγραφή του στο Υποθηκοφυλακείο Βούλας, προκειμένου με τα καταρτισθέντα πλαστά αυτά έγγραφα να προσπορίσει στην συγκατηγορουμένη της Δ. Φ. περιουσιακό όφελος το συγκεκριμένο ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση αλλά σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών κατά πολύ, εφόσον με τη χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων εμφανίζετο αυτή ιδιοκτήτρια εκτάσεως τριάντα επτά (37) στρεμμάτων περίπου στην περιοχή Βούλας Αττικής, ιδιοποιούμενη παράνομα την πιο πάνω εδαφική έκταση με βλάβη των αληθών κυρίων και νομέων αυτής, και καταδίκασε την κηρυχθείσα ένοχη για ηθική αυτουργία από κοινού με άλλη σε εξακολουθητική πλαστογραφία μετά χρήσεως με ζημία ανώτερη των 25.000.000 δραχμών, με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, κατηγορουμένη Ε. Σ. σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι (6) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα Ε. Σ. τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, η συνολική ζημία από την οποία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26παρ.1, 45, 46παρ.1, 98, 216παρ.1, 3 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.7 εδάφ.α' ν.2408/1966, τις οποίες ορθώς το δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει τα στοιχεία της κατά συναυτουργίας συντελέσεως της ηθικής αυτουργίας από την ως άνω αναιρεσείουσα από κοινού με την κατονομαζόμενη συγκατηγορουμένη της ως προς την από κοινού παραγωγή της προθέσεως της αποφάσεως διαπράξεως κατ' εξακολούθηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση στην κατηγορουμένη ως αυτουργό έτερη καταδικασθείσα και μνημονεύει τον τρόπο και τα μέσα, δια των οποίων η ίδια αναιρεσείουσα κατηγορουμένη από κοινού με την άλλη συγκατηγορουμένη της παρήγαγε την βούληση στην ως άνω φυσική αυτουργό πρώτη κατηγορουμένη να τελέσει την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, συνιστάμενα στην πειθώ, την φορτικότητα και τις υποσχέσεις για καταβολή σοβαρής οικονομικής ενισχύσεως, της οποίας το ύψος δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί ενώ ακόμα γίνεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως αναφορά της συνδρομής και στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας ως ηθικής αυτουργού στην πιο πάνω πλαστογραφία με χρήση του σκοπού βλάβης των πραγματικών, ιδιοκτητών των ακινήτων για τα οποία ήθελε να δημιουργηθούν ψευδείς τίτλοι ιδιοκτησίας στο όνομα της συγκατηγορουμένης της Δ. Φ. με αμφισβήτηση των δικαιωμάτων κυριότητος των και της παραπλάνησης τρίτων για γεγονότα δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες με την απόσπαση δανείων από αυτούς με εμπράγματες επιβαρύνσεις επί των εν λόγω ακινήτων καθώς και ότι με κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας σε αυτήν, επιδιωκόταν και από την άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη όπως και από τις λοιπές κατηγορούμενες ο πιο πάνω σκοπός και η πρόκληση ζημίας στους πραγματικούς ιδιοκτήτες των πιο πάνω ακινήτων που υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ., έτσι ώστε να δικαιολογείται ότι συνέτρεχαν και στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας αυτής οι κακουργηματικές περιστάσεις του άρθρου 216 παρ.3 ΠΚ ως ηθικής αυτουργού και επί πλέον διαλαμβάνονται στην απόφαση και τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της πλαστογραφίας με χρήση που τελέσθηκε από την κατηγορουμένη Ε. Σ. ως φυσικό αυτουργό. Οι παραπάνω αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία η αναιρεσείουσα προκάλεσε από κοινού με την Δ. Φ. στην φυσική αυτουργό την απόφαση να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη είναι επαρκείς καθόσον δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία πέραν της αναφοράς στην απόφαση του τρόπου και των μέσων με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίσταται η πειθώ, οι παραινέσεις και η φορτικότητα καθώς και οι υποσχέσεις που χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός αλλά αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν ως εκ του ότι συνέβαλε στην λήψη της αποφάσεως αιτιωδώς ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε η φυσική αυτουργός. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της ανωτέρω αναιρεσείουσας και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Ε' Κ.Ποιν.Δ., λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως από μη εξειδίκευση με βάση συγκεκριμένα περιστατικά αλλά αόριστη παράθεση των μέσων και του τρόπου της προκλήσεως εκ μέρους της στην ως φυσική αυτουργό συγκατηγορουμένη της, της αποφάσεως να τελέσει την άδικο πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' Κ.Ποιν.Δ.) η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ιδίου Κώδικα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον ’ρειο Πάγο εφόσον εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και κρίθηκε τυπικά παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 511 εδάφ.α' Κ.Ποιν.Δ.) Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο ή στοιχείο του κατηγορητηρίου που είναι έγγραφα μη υπαγόμενα σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 364 Κ.Ποιν.Δ., ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο κατά την αποδεικτική διαδικασία τα κάτωθι έγγραφα: 1) η 3775Α/2007 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και τα πρακτικά αυτής, το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο δρχ. 32.695,70, το υπ' αρ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Κρωπίας, η υπ' αρ. ... συμπληρωματική και διευκρινιστική πράξη, το υπ' αρ. ... τηλεγράφημα, αίτηση του Κ. Κ. προς τον Υποθηκοφύλακα Βούλας, αίτηση του Π. Σ. με ημερομηνία 25.2.98 προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η υπ' αριθμ. 829/07 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Τριμελές Κακουργημάτων, εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας και πρόσκληση Π. Σ. κατά Ε. Σ., η από 3.10.97 αίτηση του Ι. Μ. προς Υποθηκοφυλακείο Βούλας, η υπ' αρ.24478/03 απόφαση του I Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η από 13.9.95 Σύμβαση παροχής εγγυήσεως, το υπ' αρ. 7/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εξώδικη απάντηση και δήλωση Ε. Α. Σ. προς τον Π. Σ., η από 11.9.96 ένορκη εξέταση της μάρτυρα Ό. Π. συμβολαιογράφου ενώπιον της Πταισματοδίκου Κρωπίας Σουλτάνας Ράπτη, η από 2.11.98 έκθεση, γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Δ. Κ.. Δεν περιλαμβάνονται στα ανωτέρω αναφερόμενα ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας έγγραφα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως του ότι εκδόθηκε, λόγω πολύ μεγάλων οφειλών της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Ε. Σ. και της δεύτερης κατηγορουμένης Δ. Φ. προς την Τράπεζα Πειραιώς, 10095/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία οι δύο αυτές κατηγορούμενες η εταιρεία ΠΑΡΚ ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΕΠΕ, η Θ. Χ., Γ. Π. και Ε. Κ. έπρεπε να καταβάλλουν στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, καθένας τους εις ολόκληρο 184.538.943 δρχ., τόκους υπερημερίας 29% ετησίως από 11.6.1996 καθώς και 5.397.000 για δικαστικά έξοδα, η από 1.10.1996 αίτηση του Γ. Π. του Ι. κατοίκου ..., κατά τη συζήτηση της οποίας την ίδια ημέρα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναφέρεται στο σκεπτικό ότι εμφανίσθηκε η ως άνω αναιρεσείουσα Ε. Σ. ενεργώντας ως πληρεξουσία δικηγόρος της κατηγορουμένης Δ. Φ. και συναίνεσε για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δρχ. στα ακίνητα που αναφέρονται στο προαναφερόμενο επαναμεταγραφέν πλαστό συμβόλαιο ... και η εκδοθείσα κατόπιν 26359/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση τα μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο ως άνω έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο προς σχηματισμό της περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίσεώς τους, αλλά μνημονεύονται διηγηματικώς μόνον διότι αφορούσαν όπως δέχεται το δικαστήριο την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για περιστατικά αναγόμενα σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της εκδηλώσεως της αξιοποίνου συμπεριφοράς της ιδίας καθώς και σε όσα περιστατικά συνέβησαν και είχε σ' αυτά συμμετοχή και η ίδια σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως για την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη και δεν ασκούσαν επιρροή ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αδίκου αυτής πράξεως. Επομένως, απετράπη η ακυρότητα από την αναφορά απλώς ιστορικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως, των ανωτέρω εγγράφων χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία. Οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των από 14.11.2011 προσθέτων λόγων αναιρέσεως που πρότεινε κατ' άρθρο 509 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. από τη μη ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων κατά την αποδεικτική διαδικασία είναι απορριπτέες.
Περαιτέρω αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Ε. Σ. (που δεν παραστάθηκε ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου) στην απολογία της στην προδικασία ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμμία σχέση με τα παραπάνω φερόμενα ως πλαστά έγγραφα. Δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου η απολογία της ανωτέρω κατηγορουμένης στην προδικασία ούτε αναφέρθηκε το Δικαστήριο σε όσα ειδικότερα εξέθεσε απολογούμενη αυτή στον Ανακριτή. Ο πιο πάνω αρνητικός ισχυρισμός της προκύπτει από όσα αναφέρονται για τη θέση των κατηγορουμένων επί της αποδιδόμενης σ' αυτούς κατηγορίας στο αναγνωσθέν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών της ιδίας και των συγκατηγορουμένων της για την άνω αξιόποινη πράξη 321/ 2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2413/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και η κατ' αυτού αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 1611/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της αναγνωσθείσης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου 3775Α/2007 εκκαλουμένης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Αυτό το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως έγγραφο με βάση το οποίο απαγγέλθηκε η κατηγορία επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη και από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωση του κατά την αποδεικτική διαδικασία εφ' όσον γίνεται λόγος ότι είχε αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη και στην εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Έτσι δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε από τη λήψη υπόψη από το Πενταμελές Εφετείο του πιο πάνω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας εφόσον αυτός προέκυπτε από το προαναφερθέν παραπεμπτικό βούλευμα που ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τα προαναφερθέντα. Κατ' ακολουθίαν δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από τα παραπάνω έγγραφα που αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως χωρίς να αναγνωσθούν στο ακροατήριο και ο σχετικός από την άνω διάταξη προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα με το από 14.9.2010 δικόγραφο πρόσθετος λόγος καθώς και ο αυτεπαγγέλτως από το παρόν δικαστήριο ερευνώμενος κατ' άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ. συναφής σε σχέση με τον αναφερόμενο στην απόφαση του Εφετείου ως περιεχόμενο στην απολογία της ως κατηγορουμένης στην προδικασία πιο πάνω ισχυρισμό της ιδίας είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί και η από 2.7.2010 αίτηση της άνω αναιρεσείουσας καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 18.10.2010 αίτηση της Ε. Σ.-Α. του Α., κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θηβών και β) την από 2 Ιουλίου 2010 αίτηση της Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., όπως διαμορφώθηκε με τους αριθ. 14.9.2010 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμό 1366/26.5.2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή