Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 267 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρεμπορία.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για κατοχή λαθρεμπορευμάτων. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 267/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιδέρη, περί αναιρέσεως της 3416/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1550/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ.1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002 "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης" στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπόν την μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του αναφερομένου άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοιαν της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα ή καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα βιομηχανοποιημένα καπνά ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζομένη ως λαθρεμπορία και τιμωρουμένη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα όταν αναφέρονται σαυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία συντακτικώς ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια που εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό των αιτιολογιών με το διατακτικό και που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποίαν στήριξε στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα έγκλημα της λαθρεμπορίας μόνος και κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση: "ο κατηγορούμενος Χ, πρώην αστυνομικός, ασκούσε παράλληλα εμπορική δραστηριότητα διαμεσολαβώντας στη πώληση τσιγάρων στη ..... έναντι προμήθειας. Για το σκοπό αυτό είχε συστήσει μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με το με αριθμό ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Κόνιαρη. Ο ίδιος δε, σε συνεργασία με τον Α διατηρούσαν από το έτος 2000 δύο αποθήκες στη περιοχή ..... από τις οποίες η μία ανήκε στην ιδιοκτησία του Α. Στις αποθήκες αυτές οι ανωτέρω άρχισαν να αποθηκεύουν ποσότητες, τσιγάρων, οι οποίες είχαν εισαχθεί από την ..... στην ελληνική επικράτεια χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και δικαιώματα του Δημοσίου κατά τρόπο δηλαδή που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, προκειμένου να διοχετεύσουν αυτά στην εγχώρια αγορά. Την παράνομη αυτή δραστηριότητα του κατηγορουμένου πληροφορήθηκε η Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας της ΕΛΑΣ και άρχισε η παρακολούθηση αυτού και των συνεργατών του, δηλαδή του Α και του βουλγαρικής καταγωγής Β. Το Νοέμβριο του έτους 2000 παρατηρήθηκε μεγάλη κίνηση οχημάτων και εργατών στις παραπάνω αποθήκες και τέθηκαν υπό διαρκή και στενή παρακολούθηση από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας της ΕΛ.ΑΣ. Στις 15-11-2000 και ώρα 00.35" περίπου οι αστυνομικοί Γ και Δ που παρακολουθούσαν τις αποθήκες διαπίστωσαν ότι ένα φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας Βουλγαρίας ..... που οδηγούσε ο βουλγαρικής καταγωγής Ε βγήκε από τις αποθήκες σύροντας μία επικαθήμενη καρότσα, η οποία είχε προσαρμοστεί σ' αυτό, κατευθύνθηκε στην περιοχή ..... και ακινητοποιήθηκε σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης φορτηγών αυτοκινήτων με την επωνυμία "....." που βρίσκεται στη ..... Οδό προς φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης. Μπροστά από το φορτηγό με τη συρόμενη καρότσα προπορευόταν το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α και ακολουθούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ. Την περιοχή κατόπτευε ο Β που επέβαινε στο με αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν έφθασαν στον χώρο στάθμευσης φορτηγών αυτοκινήτων ο Α, αφού συνεννοήθηκε με τον φύλακα, είπε στον οδηγό Ε να αποδεσμεύσει την επικαθήμενη καρότσα από το φορτηγό και απεχώρησε. Στο ίδιο χώρο στάθμευσης βρισκόταν σταθμευμένο από την προηγούμενη ημέρα και το με αριθμό κυκλοφορίας (Βουλγαρίας) ..... φορτηγό αυτοκίνητο. Αφού έφυγαν οι κατηγορούμενοι οι προαναφερόμενοι αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν εισήλθαν στον χώρο στάθμευσης και διαπίστωσαν ότι στο εσωτερικό των παραπάνω φορτηγών βρίσκονταν μεγάλες ποσότητες τσιγάρων και το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (15-11-2000) προέβησαν στη σύλληψη των κατηγορουμένων. Έγινε έρευνα στα φορτηγά και στις αποθήκες, στην εξοχική του πρώτου κατηγορούμενου και βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: α) στο με αριθμό κυκλοφορίας ..... IX φορτηγό αυτοκίνητο : 1) 226 χαρτοκιβώτια το καθένα το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των 10 πακέτων η κάθε κούτα, των (20) τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας ΡRINCE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 113.000 πακέτα των 20 τσιγάρων PRINCE το κάθε πακέτο και 2) 298 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα, των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας WEST, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 149.000 πακέτα των είκοσι (20) τσιγάρων WEST που είχαν φορτωθεί από τις αποθήκες του δεύτερου κατηγορουμένου, β) στην επικαθήμενη καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου την οποία είχε μεταφέρει ο οδηγός Ε με το με αριθμό κυκλοφορίας..... φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκαν 772 χαρτοκιβώτια, το καθένα από το οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας PRINCE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 386.000 πακέτα των 20 τσιγάρων PRINCE το κάθε πακέτο, γ) στην αποθήκη ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορουμένου Α βρέθηκαν: 1) 237 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας SPECIAL, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 118.000 πακέτα των 20 τσιγάρων SPECIAL, το κάθε πακέτο, 2) 280 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 50 κούτες, των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα, των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας AMERICAN HOUSE, δηλαδή συνολικά βρέθηκαν 140.000 πακέτα των είκοσι τσιγάρων το κάθε πακέτο, και 3) 89 χαρτοκιβώτια το καθένα από τα οποία περιείχε 100 κούτες των δέκα (10) πακέτων η κάθε κούτα των 20 τσιγάρων το κάθε πακέτο μάρκας REGAL, δηλαδή συνολικά πακέτα των 20 τσιγάρων EUROPEτο κάθε πακέτο, δ) στην εξοχική κατηγορουμένου στη ..... βρέθηκαν μία κούτα των 10 πακέτων τσιγάρων μάρκας REGAL δύο πακέτα τσιγάρα μάρκας ΜARLBORO και ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας REGAL. Οι παραπάνω ποσότητες τσιγάρων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν είχαν εισαχθεί από τη ....., όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο μάρτυρας κατηγορίας, Δ, στην ελληνική επικράτεια χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, τέλη, φόροι και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 572.816.314 δραχμών, όπως προκύπτει από την από 20-11- 2000 έκθεση επαλήθευσης και προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων του Ζ Τελωνείου Οινοπνευματωδών και καπνικών προϊόντων Θεσσαλονίκης. Από το συνολικό όμως αυτό ποσό 464.268.060 δραχμές αφορούν εισαγωγικούς δασμούς, πάγιους και αναλογικούς, που αποτελούν ίδιους πόρους εγγραφομένους στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, ως προερχόμενους από δασμούς θεσπιζόμενους επί συναλλαγών με χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το υπόλοιπο ποσό 108.548.220 δραχμών, αντιστοιχεί σε ΦΠΑ. Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο στερήθηκε το ποσό των 154.975.026 δραχμών, ποσό που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό του ΦΠΑ, συν επιπλέον ποσοστό 10% επί του ποσού των εισαγωγικών δασμών κ.λ.π. που ως έξοδα είσπραξης τους είχε δικαίωμα να παρακρατήσει το Ελληνικό Δημόσιο. Δηλαδή το συνολικό ποσό που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο είναι 108.548.220 δραχμές από ΦΠΑ συν 46.426.806 δραχμές που είναι το 10% από τους Κοινοτικούς Εισαγωγικούς Δασμούς (464.268.060 Χ 10% = 46.426.806). Σύνολο 108.548.220 δραχμές + 46.426.806 δραχμές = 154.975.026 δραχμές. Περαιτέρω απεδείχθη ότι τις ποσότητες αυτές των τσιγάρων κατείχαν στις προαναφερόμενες αποθήκες ο κατηγορούμενος με τον Α με σκοπό να τα θέσουν στην κυκλοφορία και να αποκομίσουν κέρδη.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος Χ τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται της κατοχής λαθρεμπορεύματος κατά συναυτουργία από την οποία οι δασμοί, φόροι, τέλη και δικαιώματα που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό των 154.975.026 δραχμών. Τα εμπορεύματα αυτά κατείχε εν γνώσει του ότι εισήχθησαν στην Ελλάδα χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου που ανέρχονται στο προαναφερόμενο ποσό (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κατείχε μόνος ο κατηγορούμενος και βρέθηκαν στην εξοχική του κατοικία.). Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του περί αναγνώρισης συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, γενομένου δεκτού για μεν την πλήρη απόδειξη της πρώτης από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου αφού όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν εν ενεργεία αστυνομικός εντεταλμένος να φυλάσσει την τάξη και να εξυπηρετεί τους πολίτες κα τους νόμους του κράτους, πριν την αποδιδόμενη σε αυτόν ανωτέρω αξιόποινη πράξη είχε παρανόμως αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα διακίνησης τσιγάρων στη ..... έναντι προμήθειας συστήνοντας μάλιστα μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ακόμα διατηρούσε στο όνομα της συζύγου του καφετέρια στο κάντρο της πόλης, όπου συναντούσε τους παράνομους συνεργάτες του αλλοδαπούς και ημεδαπούς (βλ. κατάθεση μάρτυρας ΣΤ) και σχεδίαζαν από κοινού την εγκληματική τους δραστηριότητα, η δε πολυτελής ζωή που ζούσε καθώς και οι καταθέσεις σε λογαριασμούς που;1 είχε προδίδουν ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες που απάδουν σε αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας (ΑΠ 1132/2007 Ποιν. Δικ.2007 1490). Όσον αφορά τέλος την δεύτερη, προϋποτίθεται η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε αυτό να κρίνει αναλόγως εκτιμώντας και την όλη στάση και συμπεριφορά του". Για τη τέλεση της πράξεως αυτής, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 45, ΠΚ και άρθρα 100 παρ.2, περ. θ, 102 παρ.1 περ.Β εδ. β,, 107, 1 Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως τριάντα μηνών, μετατραπείσα προς 20 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι πιο πάνω ποσότητες τσιγάρων είχαν εισαχθεί λαθραία στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι μνημονευόμενοι στην απόφαση δασμοί και φόροι, καθώς και τα περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας μόνος αλλά και ως συναυτουργός, δεχόμενο ότι ενήργησε από κοινού στην πράξη της κατοχής των λαθρεμπορευμάτων μαζί με τον άλλο συμμέτοχο "από κοινού ", "με την έννοια ότι συνέπραξε με αυτόν στην εκτέλεση της κύριας πράξης, με την πραγμάτωση από τον καθένα τους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, έχοντας κοινό δόλο, δηλαδή έκαστος εξ αυτών ηθέλησε και αποδέχθηκε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και συμμέτοχός του πράττει με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος". Σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις α) ότι κατά την ημέρα δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (30.7.2008) η παράβαση του άρθρου 155 παρ. 1α και 2ζ του ν. 2960/2001 που τέθηκε σε ισχύ από 1.1.2002,καθώς και η αντίστοιχη του άρθρου 100 παρ.1α και 2θ ν. 1165/1918 (υπό την ισχύ της οποίας τελέσθηκε η πράξη), είχε παύσει να ισχύει, διότι ουσιαστικά καταργήθηκε από 1.1.2007, όταν προσεχώρησε η ..... στην Ε.Ε. και εφαρμόζεται υποχρεωτικά το Κοινοτικό Δίκαιο οπότε για τα εισαγόμενα από την τελευταία εμπορεύματα στην Ε.Ε. δεν προβλέπονται εισαγωγικοί δασμοί φόροι κ.λ.π. και επομένως οι διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου ως ευμενέστερες έπρεπε να εφαρμοσθούν αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 2 Π.Κ. είναι αβάσιμη και τούτο διότι πλέον του ότι ως επιεικέστερος νόμος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., νοείται κάθε ουσιαστικός κανόνας δικαίου που έχει τα τυπικά γνωρίσματα του νόμου, που εκδόθηκε δηλαδή από το αρμόδιο νομοθετικό όργανο με τη νόμιμη διαδικασία και τους νόμιμους τύπους, επίσης τα Προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση για να προβλέψουν ποινικά διάφορες πράξεις και την ποινή τους και τέλος οι αποφάσεις και διατάξεις διοικητικής αρχής, που εκδίδονται με νομοθετική εξουσιοδότηση όμοια εκείνης των διαταγμάτων και κατά λογική ακολουθία δεν αποτελεί "νόμο" κατά τα προαναφερόμενα η συνθήκη ένταξης τρίτης χώρας στην Ε.Ε., ώστε να καταργεί a posteriori την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων στο Δημόσιο δασμών φόρων κ.λ.π. το αδίκημα της κατοχής βιομηχανοποιημένων καπνών που αφορά την προκειμένη υπόθεση δεν καταργήθηκε ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 2 Π.Κ. ακόμη και μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι επί των τελευταίων οι δασμοί φόροι κ.λ.π. αντικαταστάθηκαν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη β) δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής να μνημονεύεται ότι και τα εμπορεύματα αυτά δεν τα εισήγαγε ο αναιρεσείων, αφού δέχεται ότι ο τελευταίος μόνος και από κοινού με άλλον κατείχαν αυτά γνωρίζοντας την λαθρεμπορική τους προέλευση η δε αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, λαμβάνει χώρα από πρόσωπα εκτός του εισαγωγέα γ) η απόφαση δέχεται ότι ως προς τα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη της μεταξύ άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν.
Συνεπώς έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση την ένορκη κατάθεση του Ζ που εκτιμήθηκε ως απλό έγγραφο αφού δεν προκύπτει ότι δόθηκε στα πλαίσια της παρούσης δίκης δ) το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της επίμαχης πράξεως υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης, από το συνήγορο του αναιρεσείοντος με μόνη την αναφορά ότι μετά την τέλεση της φερόμενης πράξης έζησε υπό καθεστώς ελευθερίας και επέδειξε καλή συμπεριφορά, η οποία εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός που υποδηλώνει αναγνώριση της προηγούμενης επιλήψιμης δραστηριότητας του και ταυτόχρονα ενστέρνιση των κανόνων της νόμιμης κοινωνικής συμβίωσης αφού έκτοτε συνέχισε την ζωή του και την φροντίδα της οικογενείας του, ενώ δεν τέλεσε οποιαδήποτε εγκληματική πράξη, ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο δεδομένου ότι δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του αυτή και ως εκ τούτου το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος αυτού, και ε) το αίτημα του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σχετικής συνεδρίασης, από του συνηγόρους του και συνίστατο να διαταχθεί η άρση κατάσχεσης του με αριθμ. κυκλ. ..... επιβατικού αυτοκινήτου μάρκας STRATUS CHRYSLER και η απόδοσή του στους ιδιοκτήμονες αυτού ήτοι κατά τρόπο παντελώς αόριστο δεδομένου ότι δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η άρση της κατάσχεσης του ως άνω αυτοκινήτου ως και ποίος είναι ο ιδιοκτήμων αυτού ώστε στην τελευταία περίπτωση να κριθεί εάν νομιμοποιείται ή όχι να ζητήσει αυτή ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος αυτού. Συνακόλουθα με τα ανωτέρω οι πρώτος δεύτερος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. υπό στοιχεία Δ', και Ε' λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Δεν θεμελιώνει όμως απόλυτη ακυρότητα η λήψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε, όταν τούτο δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Με το τρίτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, διότι το Δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του την 1418/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 536/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από την μη ανάγνωση της ανωτέρω αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν θεμελιώνεται απόλυτη ακυρότητα διότι όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω η απόφαση αυτή δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 Ποινικού Κώδικος, το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (4,40) έως πενήντα εννέα ευρώ (59). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξισορροπήσει τις δικονομικές επιβαρύνσεις, όσες πηγάζουν από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, οσάκις επιτρέπεται από το νόμο, επερχομένης αντικαταστάσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής μόνον ως προς τον τρόπο εκτελέσεως, προσδιορίζει κατώτατο και ανώτατο όριο του ποσού μετατροπής. Ο εφαρμοστής του δικαίου, λαμβάνοντας υπόψει του τις οικονομικές δυνατότητες του καταδικασθέντος προσδιορίζει το ύψος της μετατροπής για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Το εισόδημα αποτελεί τον ουσιώδη παράγοντα καθορισμού προκειμένου να μη ματαιωθεί ο θεσμός της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Δεν επιβάλλεται να προσδιορίζεται καθ` ύψος το μηνιαίο εισόδημα του υποχρέου και δη αριθμητικώς, αλλά υποδεικνύεται στον δικαστή να υπολογίσει κατ` οικεία λελογισμένη κρίση και αφανώς το προσήκον μέτρο μετατροπής της ποινής, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του την γενική οικονομική κατάσταση στην συγκεκριμένη περίπτωση, την οποίαν δεν έχει υποχρέωση να εξειδικεύσει δι αναγραφής των εκ πάσης πηγής εισοδημάτων, δεδομένου ότι υπόκεινται και αναγκαίες δαπάνες επιβιώσεως, μετ`αφαίρεση των οποίων καθορίζεται η οικονομική δυνατότητα του υποχρέου. Η αναφορά στην δικαστική απόφαση ότι ελήφθη υπόψη δια τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος θεωρείται ως ενέχουσα την κατά νόμο αιτιολογία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου το δικαστήριο να μετατρέψει την ποινή φυλακίσεως σε χρηματική διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τους οικονομικούς πόρους του καταδικασθέντος.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του περί ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικώς με το ύψος της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι, όταν κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την εφαρμοστέα ποινή, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, δίνεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, χωρίς ν' απαιτείται να δοθεί σε αυτούς εκ νέου ο λόγος σε τυχόν επιβολή συνολικής ποινής, αφού μία μόνον περί ποινής απόφασης εκδίδεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος έλαβαν τελευταίοι τον λόγο περί της ποινής και ζήτησαν το ελάχιστο αυτής, επίσης οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος έλαβαν τελευταίοι τον λόγο ως προς την μετατροπή της ποινής και ζήτησαν την αναστολή αυτής διο και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ αναιρετικός λόγος είναι, ως αβάσιμος, απορριπτέος. 'Υστερα απ'αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 3416/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή