Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2263 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Απάτη επί δικαστηρίου. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2263/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζή, περί αναιρέσεως της 5711/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1573/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την πρόσκτηση παράνομης ωφέλειας στον αυτουργό ή τρίτο, με δόλια παραπλάνηση η οποία επιτυγχάνεται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών. Δηλαδή, για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης και τιμωρούμενης από την ως άνω διάταξη πράξεως της απάτης, απαιτείται, εκτός των άλλων στοιχείων και δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως αυτής. Ο δόλος πρέπει να αιτιολογείται στην καταδικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με περιστατικά που να δικαιολογούν τη γνώση και τη θέληση από τον κατηγορούμενο των στοιχείων της απάτης. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχείο Δ' ΚΠΔ. Η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη αληθινών συνιστούν η κάθε μία περίπτωση θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η παρασιώπηση συνιστά περίπτωση απάτης που τελείται δια παραλείψεως, αφού προϋποθέτει υποχρέωση του δράστη σε ανακοίνωση όσων φέρεται ότι αποσιώπησε, η οποία πηγάζει από τον νόμο, τη σύμβαση ή από προηγηθείσα ενέργεια του. Απάτη μπορεί τα τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή όταν υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενο τους (κατάθεση ψευδομάρτυρος κ.λ.π.), από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία αντιδίκου του. Εξάλλου, η καταδικαστική ποινική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5711/2007 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μία τριετία για απάτη επί δικαστηρίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο, με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου έκρινε αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ είχε τελέσει γάμο με τη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα το 1995, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, κατά τον κατωτέρω δε κρίσιμο χρόνο (27.11.2002) τελούσαν σε διάσταση ως σύζυγοι. Εξ αιτίας των συζυγικών προβλημάτων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της συζύγου (ήδη πολιτικώς ενάγουσας) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8178 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η μετοίκηση του καθού συζύγου (ήδη κατηγορουμένου) από τη συζυγική οικία, επί της οδού ... στα ..., που ανήκε στην αποκλειστική και πλήρη κυριότητα του συζύγου (ήδη κατηγορουμένου), καθώς επίσης διατάχθηκε, μεταξύ και άλλων, η παραχώρηση της ως άνω οικογενειακής στέγης στην ως άνω σύζυγο (ήδη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα) και στα ανήλικα τέκνα τους κατά χρήση. Όμως ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της άνω απόφασης και δημιουργούσε διάφορα προβλήματα στη σύζυγο του, από την οποία ζητούσε επιμόνως να εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη που της είχε παραχωρηθεί από το Δικαστήριο κατά χρήση. Επειδή η σύζυγος του, παρά τις έντονες πιέσεις του δεν έφευγε από την οικογενειακή στέγη, κατέστρωσε μαζί με τον πατέρα του Χ το ακόλουθο σχέδιο για να εξαναγκασθεί η σύζυγος του να φύγει: Συγκεκριμένα, ο άνω πατέρας του κατηγορουμένου άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 20.11.2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του κατηγορουμένου γιου του, με την οποία, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι είναι πλήρης κύριος και νομέας της παραπάνω κατοικίας (οικογενειακής στέγης του κατηγορουμένου και της μηνύτριας μετά των τέκνων τους), που πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, ανήκε στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα και νομή και επικαλούμενος με την εν λόγω αίτηση ότι δήθεν ο καθού γιος του αντιποιείται τη νομή του επί της άνω κατοικίας (η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε παραχωρηθεί κατά χρήση στη σύζυγο και τα τέκνα του κατηγορουμένου), ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί ο καθού γιος του (κατηγορούμενος) καθώς και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα απ' αυτόν (καθού) να του αποδώσει τη νομή του παραπάνω ακινήτου. Κατά τη δικάσιμο της άνω ψευδούς αιτήσεως στις 27.11.2002, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας, ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του με πρόθεση παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή εν γνώσει τους, δηλαδή ότι δήθεν ο πατέρας του κατηγορουμένου ήταν πράγματι ο νομέας (προσωρινώς) της παραπάνω κατοικίας και ότι δήθεν ο κατηγορούμενος γιος αντιποιείτο την ως άνω νομή (ενώ δήθεν του είχε παραχωρηθεί από τον πατέρα του η χρήση της κατοικίας αυτής) και ανέλαβε ο κατηγορούμενος, ως καθού, την υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση της εν λόγω οικίας στον πατέρα του (αιτούντα). Όλα τα ως άνω ψευδή γεγονότα τα αποτύπωσαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του στο από 27.11.2002 εικονικό πρακτικό συμβιβασμού, δηλαδή ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου δήθεν ήταν ο προσωρινός νομέας του άνω ακινήτου και ότι δήθεν ο κατηγορούμενος (τότε καθού) αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του εν λόγω ακινήτου στον αιτούντα πατέρα του το αργότερο μέχρι την 28.11.2002, το οποίο πρακτικό είναι ψευδές κατά περιεχόμενο, εφόσον τόσο η πλήρης κυριότητα, όσο και η νομή του ακινήτου αυτού ανήκε στον κατηγορούμενο, αποτελούσε δε το ακίνητο αυτό την οικογενειακή στέγη της οικογένειας του κατηγορουμένου και είχε παραχωρηθεί, όπως προαναφέρθηκε με δικαστική απόφαση κατά χρήση στη σύζυγο του (ήδη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα) και τα ανήλικα τέκνα τους, αληθινά γεγονότα που αποσιώπησαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του από τον Ειρηνοδίκη Κρωπίας, μη αναφέροντας αυτά ούτε στο ως άνω ψευδές κατά περιεχόμενο "πρακτικό συμβιβασμού". Έτσι, με το παραπάνω εικονικό και ψευδές "πρακτικό συμβιβασμού", που κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας, εξαπατήθηκε ο Δικαστής του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και βασιζόμενος στο πρακτικό αυτό εξέδωσε την υπ' αριθμ.926/2002, επιζήμια για τη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα απόφαση του (πρακτικά συμβιβασμού), που αποτελούν εκτελεστό τίτλο για την εκδίωξη της μηνύτριας από την οικογενειακή στέγη, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια, που αποσιώπησαν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του, οι οποίοι, σημειωτέον, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, δεν θα υπέγραφε την εν λόγω απόφαση - πρακτικά συμβιβασμού. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε την πλήρη κυριότητα και νομή της άνω κατοικίας από το 1998 με βάση την υπ' αριθμ. 3216/1997 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εγγραφεί νόμιμα στο Κτηματολόγιο Σπάτων την ... (τόμος .., αριθμ. ...), προέβη στα προεκτεθέντα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας με δολιότητα για να εκδιωχθεί η σύζυγος του από την οικογενειακή στέγη και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από τη χρήση του ακινήτου αυτού, που θα ήταν πλέον ελεύθερο ή και από την εκμετάλλευση του. Είναι δε παράνομο το περιουσιακό όφελος που επιδίωκε, διότι αντίκειται στην προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (8178/2002), με την οποία θεμελιώθηκε το ως άνω δικαίωμα χρήσης του ακινήτου αυτού (οικογενειακής στέγης) στη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα και τα τέκνα που απέκτησε με τον κατηγορούμενο. Εξ αιτίας των παραπάνω, η μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα έξοδα του δικαστικού αγώνα που ενεπλάκη, καθώς αναγκάσθηκε να καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 18.12.2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - ανακοπή 583 Κ.Πολ.Δ. κατά της άνω απόφασης του (926/27.11.2002) και αίτηση αναστολής εκτέλεσης αυτής. Επομένως αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της απάτης επί δικαστηρίου και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο το Δικαστήριο κατά λέξη αναφέρεται". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν τόσο την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από της ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφορικά και με τον δόλο του αναιρεσείοντος να βλάψει την πολιτικώς ενάγουσα πρώην σύζυγο του με την ως άνω παράσταση ψευδών γεγονότων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας, τον οποίο έπεισε με την κατάθεση στο Ειρηνοδικείο του αναφερόμενου παραπάνω εικονικού πρακτικού συμβιβασμού να εκδώσει την 926/2002 απόφαση (πρακτικό συμβιβασμού). Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Τριμελές Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5711/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή