Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1969 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά: Κατοχή. Πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας (ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορο του για να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα), β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν υπάρχει ακυρότητα γιατί προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και στο συνήγορο του. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών οινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1969/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου A. C. του R., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρούδη, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 448-449/2010 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. J. B. και 2. Χ. Τ..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 850/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ1 και παρ. 2 του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, εισάγει, αποθηκεύει, κατέχει ή πωλεί ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών, θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη καθώς και της ταυτότητος των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως στο σκεπτικό, τα οποία είναι αυτά που αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με αριθμό 448-449/2010, κήρυξε, εκτός άλλων, και τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων της κατοχής και της πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα ινδικής καννάβεως με σκοπό την εμπορία, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 25.000 ευρώ. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, και την όλη αποδεικτική διαδικασία δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ύστερα από πληροφορίες που περιήλθαν στο Τ.Α. ... ότι ένας αλβανός ονόματι "Γ." διακινεί ναρκωτικές ουσίες, ο μάρτυρας αστυνομικός Π. Κ., που υπηρετεί στο εν λόγω Τ.Α. ύστερα από εντολή της υπηρεσίας του επικοινώνησε τηλεφωνικά με το εν λόγω άτομο, που αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι ήταν ο α' κατηγορούμενος, και του ζήτησε να αγοράσει 2 κιλά ινδικής κάνναβης αντί 2.200 €. Ο τελευταίος αποδέχτηκε τούτο και συμφώνησαν να συναντηθούν στην περιοχή της ... στις 5-12-2005 για την πραγματοποίηση της συναλλαγής αυτής κατά δε τη συμφωνημένη συνάντησή τους ο α' κατηγορούμενος παρέδωσε στον μάρτυρα 1.952 gr κάνναβης, που είχε κρύψει μέσα στα χόρτα της περιοχής συσκευασμένα σε νάϋλον σακούλα, και πήρα από αυτόν το ως άνω ποσό. Όμως τη στιγμή εκείνη αντιλήφθηκε ότι ο "αγοραστής" ήταν αστυνομικός και τράπηκε σε φυγή με το αυτοκίνητό του, το οποίο προσέκρουσε εν συνεχεία σε μια πέτρα μέσα στο δρόμο, ο κατηγορούμενος το άφησε και συνέχισε τη φυγή του με τα πόδια, και τότε συνελήφθη. Σε μικρή απόσταση από το σημείο της συναλλαγής αυτής παρευρισκόταν και ο β' κατηγορούμενος Χ. Τ., που συνεργαζόταν με τον πρώτο και κατείχαν από κοινού τόσο την παραπάνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, όσο και άλλες ποσότητες, είχαν δε μεταφέρει, επίσης από κοινού την "πωληθείσα" κατά τα άνω ποσότητα από την αγροτική περιοχή ... όπου την κρατούσαν κρυμμένη, στο σημείο της ανωτέρω συναλλαγής με το υπ'αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα, ιδιοκτησίας του β' κατηγορουμένου. Επίσης αποδείχτηκε ότι η κατά τα άνω "πωληθείσα" ποσότητα ναρκωτικών αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης ποσότητας που οι α' και β' κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος είχαν αγοράσει από τον γ' κατηγορούμενο, γνωστόν του δεύτερου (ο οποίος προέβη στις πράξεις αγοράς και κατοχής ενεργώντας και για λογαριασμό του πρώτου), που συγκατείχαν. Ειδικότερα: α) κατά το χρονικό διάστημα του τελευταίου ενάμισι έτους μέχρι τον Νοέμβριο του 2005 αγόρασαν κατά τα άνω, από τον γ' κατηγορούμενο, γνωστών του β' με το όνομα "Σ.", αδιευκρίνιστες κάθε φορά ποσότητες κάνναβης, από 2 έως 15 κιλά και συνολικά 50 κιλά, και β) στις αρχές Νοεμβρίου του 2005 αγόρασαν επίσης από τον ίδιο γ' κατηγορούμενο 9 κιλά κάνναβης, όλες δε τις ποσότητες με τίμημα 700 € το κιλό, και αντίστοιχα ο γ' κατηγορούμενος πώλησε σε αυτούς τις εν λόγω ποσότητες, τις οποίες επίσης κατείχε ο ίδιος κατά το ίδιο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την πώλησή τους, με αντίστοιχα περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκαν ότι οι β' και γ' κατηγορούμενοι προέβησαν στις παραπάνω πράξεις που τους αποδίδονται, κατ'επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει προέκυψε σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενόψει και των μεγάλων ποσοτήτων που διακινούσαν, δεν αποδείχτηκε όμως ότι συντρέχουν οι περιπτώσεις αυτές και ως προς τον α' κατηγορούμενο. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ο πρώτος χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, οι δε λοιποί όπως κατηγορούνται, να γίνει δεκτό ότι και οι τρεις μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων έζησαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικά και κοινωνικό βίο, και επιπλέον ότι οι α' και β' κατηγορούμενοι επέδειξαν ειλικρινή μεταμέλεια και επιχείρησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους (άρθρ. 84§2 α', δ' ΠΚ), και να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του γ' κατηγορούμενου για παράβαση των άρθρων 211 Α Κ.Π.Δ. και 25 Β του ν. 1729/ 1987, εφόσον η κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή του δεν σχηματίστηκε μόνο από τις μαρτυρίες των συγκατηγορουμένων του, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Π. Κ. και Ν. Β. (που περιέχεται στην εκκαλούμενη απόφαση), που καταθέτουν γεγονότα που υπέπεσαν στη δική τους αντίληψη οι δε προφορικές και εκτός της διαδικασίας της προανάκρισης συζητήσεις τους με τους κατηγορουμένους δεν συνιστούν προανακριτική ενέργεια, επίσης δε, αυτοί ενέργησαν νόμιμα, κατ' εντολή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας τους και μέσα στα πλαίσια του άρθρ. 25 Β του ν. 1729/1987". Στη συνέχεια, το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της κατοχής και της πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία και μάλιστα ινδικής καννάβεως, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων αυτών και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 25.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ήτοι της κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα: α) επί μέρους ποσοτήτων κυμαινόμενων από 2 έως 15 χιλιόγραμμων και συνολικά ποσότητας 50 χιλιόγραμμων ινδικής κάνναβης, κατά το τελευταίο μέχρι το Νοέμβριο του 2005, χρονικό διάστημα των 18 μηνών και β) ποσότητας 9 χιλιόγραμμων της ίδιας ναρκωτικής ουσίας στις αρχές Νοεμβρίου 2005, για τα οποία και αυτός καταδικάσθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 98 του ΠΚ, και άρθρα 4 παρ. 1, 3 Πίν. Α' αρ. 6, 5 παρ.1 εδ. β και ζ,' και 5 παρ. 2, 8 του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. από το άρθρο 10 Ν. 2161/1993 και ισχύει με τον Κ.Ν.Ν 3459/2006), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει ότι με πληρότητα και με σαφήνεια, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, το μεν κατείχε με σκοπό την εμπορία τις προαναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, με την έννοια ότι μπορούσε να τις εξουσιάζει και να τις διαθέτει κατά την πραγματική θέληση του, το δε ότι τις ποσότητες αυτές τις διέθεσε στους συγκατηγορούμενούς του, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του ΚΝΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά, όπως είναι ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με αριθμό 448-449/2010, κήρυξε εκτός άλλων και τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων της κατοχής και της πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα ινδικής καννάβεως με σκοπό την εμπορία με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 25.000 ευρώ, με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Προκειμένου δε να στηρίξει την κρίση του για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, των περιστάσεων αυτών, δέχθηκε, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ότι προέβη στις παραπάνω πράξεις που του αποδίδονται κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, προέκυψε σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενόψει των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, που διακινούσε με το δεύτερο συγκατηγορούμενό του. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, από το σύνολο των παραδοχών που προεκτέθηκαν, προκύπτει με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών. Ειδικότερα, παρατίθενται εκείνα τα περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν, ως προς την κατά συνήθεια τέλεση, ότι ο αναιρεσείων από την τέλεση παρόμοιων αξιόποινων πράξεων, κατά το χρονικό διάστημα των 18 μηνών που μεσολάβησε, πριν το Νοέμβριο του 2005, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στ. Π Κ, όπως επίσης, από τις ίδιες παραδοχές προκύπτουν αντίστοιχα περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση, η διαμόρφωση από τον αναιρεσείοντα τέτοιας υποδομής, ώστε η τέλεση των πράξεων του να εκτείνεται σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως τους και ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να προσδώσουν στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα, ότι ενεργούσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την απολογία του και την, από μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ανάπτυξη των υπερασπιστικών του ισχυρισμών, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά ούτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 13 και 14 σελ. αυτών), μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δινόταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στον κατηγορούμενο και τέλος η Πρόεδρος ρώτησε τους κατηγορουμένους αν έχουν να προσθέσουν τίποτε για την υπεράσπιση τους και οι κατηγορούμενοι απάντησαν αρνητικά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2010 αίτηση του A. C. του R. και της H., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθμό 448-449/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ